| Αναχίτ Χοσρόεβα |
|
|
|
«Η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ασσυρίων από την Ελλάδα έχει μεγάλη ιστορική, ηθική, πολιτική και διπλωματική σημασία» Η δρ Αναχίτ Χοσρόεβα, ασσυριακής καταγωγής γεννημένη στην Αρμενία, είναι ιστορικός ειδική σε θέματα γενοκτονιών. Είναι συγγραφέας δεκάδων ερευνητικών έργων και μονογραφιών καθώς και πλήθους επιστημονικών άρθρων σχετικά με τη Γενοκτονία των Αρμενίων, Ασσυρίων και Ελλήνων κατά την οθωμανική περίοδο (1894-1923), σε διάφορες γλώσσες. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στη συγκριτική μελέτη γενοκτονιών, στα ανθρώπινα δικαιώματα και στο διεθνές δίκαιο. Τα τελευταία είκοσι χρόνια έχει συμμετάσχει ως ομιλήτρια σε πολυάριθμα επιστημονικά και πολιτικά συνέδρια σε διεθνές επίπεδο. Για την εξαιρετική της συμβολή στο επιστημονικό πεδίο έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων και με κρατικά τιμητικά μετάλλια. Σήμερα, ως επισκέπτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Εγγύς Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμών του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ στις Ηνωμένες Πολιτείες, παραμένει ενεργή υπερασπιστής της ιστορικής αλήθειας και της απονομής δικαιοσύνης για Ασσύριους, Αρμένιους και Έλληνες, αξιοποιώντας τα εργαλεία του διεθνούς δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Στον Μάικ Τσιλιγκιριάν
Θα θέλατε να μας μιλήσετε για την ιστορία της εγκατάστασης της οικογένειάς σας στην Αρμενία; Πότε και υπό ποιες συνθήκες έγινε; Καταρχάς, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω θερμά για αυτή τη συνέντευξη. Είναι πραγματικά τιμή μου. Είμαι μεικτής καταγωγής: μισή Αρμένισσα από τη μητέρα μου και μισή Ασσύρια από τον πατέρα μου. Γεννήθηκα στο Βανατσόρ της Αρμενίας. Η οικογένεια της μητέρας μου έχει βαθιές ρίζες από την αρμενική περιοχή Λορί, ενώ η ασσυριακή μου καταγωγή προέρχεται από τον παππού μου —από την πλευρά του πατέρα μου—, ο οποίος ήρθε στην Αρμενία ως πρόσφυγας για να γλιτώσει από τις θηριωδίες της οθωμανικής Γενοκτονίας. Καταγόταν από το χωριό Χοσρόβα, στην περιοχή Σαλμάς του Ιράν, από όπου προέρχεται και το επώνυμό μου. Σύμφωνα με τα ιστορικά αρχεία της Αρμενίας, ο παππούς μου έφτασε στη χώρα τον Ιανουάριο του 1915, συνοδευόμενος από τον ρωσικό στρατό και περίπου 15.000 πρόσφυγες. Παντρεύτηκε μια Αρμένισσα, κόρη ιερέα και απέκτησαν δέκα παιδιά. Ο πατέρας μου, το ένατο από αυτά, γεννήθηκε λίγο πριν ξεκινήσει ένα ιδιαίτερα τραγικό κεφάλαιο για την οικογένειά μας. Το 1949, λίγο μετά τη γέννηση του πατέρα μου, ο παππούς μου και ο αδελφός του, μαζί με πολλούς άλλους Ασσύριους και Αρμένιους από την περιοχή, εξορίστηκαν στη Σιβηρία κατόπιν εντολής του Ιωσήφ Στάλιν. Όπως έχει καταδείξει η ιστορία, το σταλινικό καθεστώς δεν στοχοποιούσε μόνο άτομα αλλά ολόκληρες εθνοτικές ομάδες, μέσα από εκκαθαρίσεις, συλλήψεις και μαζικές απελάσεις. Πολλοί Ασσύριοι που είχαν προηγουμένως διαφύγει των διώξεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βρέθηκαν εκ νέου θύματα της σοβιετικής πολιτικής. Μετά τον θάνατο του Στάλιν, ο παππούς μου επέστρεψε στην Αρμενία, όμως δεν έζησε για πολύ. Προσωπικά, νιώθω ιδιαίτερα τυχερή που κατάγομαι από μια οικογένεια με ανθεκτικότητα και σπουδαία προσφορά. Η μητέρα μου είναι γιατρός, στον πατέρα μου αποδόθηκε ο τίτλος του Τιμώμενου Καλλιτέχνη της Δημοκρατίας της Αρμενίας και ο αδελφός μου είναι ψυχίατρος. Η οικογένειά μου ζει σήμερα στο Γερεβάν. Μπορείτε να μας δώσετε μια συνολική εικόνα για την ασσυριακή μειονότητα στην Αρμενία; Ποια είναι η γεωγραφική της κατανομή; Η ασσυριακή μειονότητα στην Αρμενία είναι μικρή αριθμητικά αλλά έχει μακρά και ουσιαστική ιστορική παρουσία. Οι ρίζες της ανάγονται στους μαζικούς μεταναστευτικούς κύκλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Οι πρώτοι Ασσύριοι εγκαταστάθηκαν στην Αρμενία μετά τον Ρωσοπερσικό Πόλεμο (1826-1828), όταν με τη Συνθήκη του Τουρκμεντσάι δόθηκε ώθηση στη μετεγκατάσταση χριστιανικών μειονοτήτων από την Περσία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία στις νέες ρωσικές κτήσεις του Νότιου Καυκάσου. Μια δεύτερη μεγαλύτερη μεταναστευτική ροή σημειώθηκε κατά τη διάρκεια και μετά τις Γενοκτονίες των Ασσυρίων, Αρμενίων και Ελλήνων στις αρχές του 20ού αιώνα. Σήμερα, ο ασσυριακός πληθυσμός στην Αρμενία υπολογίζεται σε 2.000-3.000 άτομα. Αν και διασκορπισμένοι σε όλη τη χώρα, συγκεντρώνονται κυρίως στα χωριά Βερίν Ντβιν και Δημητρόβο (επαρχία Αραράτ), Αρζνί (Κοτάικ) και Νορ Αρταγκέρς (Αρμαβίρ). Η κοινότητα διατηρεί την ταυτότητά της μέσω δύο ενεργών ασσυριακών εκκλησιών (Αρζνί και Βερίν Ντβιν), όπου οι λειτουργίες τελούνται στα αραμαϊκά –τη γλώσσα του Ιησού– από Ασσύριους ιερείς. Η γλώσσα διδάσκεται επίσης σε σχολεία των παραπάνω περιοχών καθώς και σε ορισμένα σχολεία του Γερεβάν. Παρά το μικρό τους μέγεθος, οι Ασσύριοι συμμετέχουν ενεργά στην κοινωνική και πολιτική ζωή της Αρμενίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της αφομοίωσης και της αλληλεγγύης είναι η συμμετοχή τους στον πόλεμο του Αρτσάχ το 2020, όπου εννέα Ασσύριοι σκοτώθηκαν και περίπου δέκα τραυματίστηκαν –οδυνηρή απώλεια για μια τόσο μικρή κοινότητα. Συχνά γίνεται λόγος για «Ασσυροχαλδαίους» και «Συριάνους». Ποιες είναι οι διαφορές μεταξύ αυτών των ομάδων; Είναι εθνοτικές, γλωσσικές ή θρησκευτικές; Πρόκειται για ένα σύνθετο ζήτημα, καθώς οι όροι «Ασσύριοι», «Χαλδαίοι» και «Συριάνοι» αναφέρονται σε συγγενικές εθνοθρησκευτικές κοινότητες που μοιράζονται κοινή ιστορική, γλωσσική και πολιτισμική κληρονομιά, με ρίζες στην αρχαία Μεσοποταμία και ειδικά στην Ασσυριακή Αυτοκρατορία. Στην ουσία, πρόκειται για έναν λαό με διαφορετικές ονομασίες. Οι Ασσύριοι ακολουθούν κυρίως την Ασσυριακή Εκκλησία της Ανατολής ή την Αρχαία Εκκλησία της Ανατολής. Οι Χαλδαίοι αποσχίστηκαν τον 16ο αιώνα, όταν ενώθηκαν με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, σχηματίζοντας τη Χαλδαϊκή Καθολική Εκκλησία. Οι Σύριοι ή Συριάνοι ακολουθούν τη δυτικοσυριακή λειτουργική παράδοση, κυρίως μέσω της Συριακής Ορθόδοξης και Συριακής Καθολικής Εκκλησίας. Στην Αρμενία δεν υφίσταται διαίρεση μεταξύ των ασσυριακών δογμάτων. Όλοι αυτοπροσδιοριζόμαστε ως Ασόρι και ανήκουμε στην Ασσυριακή Εκκλησία της Ανατολής. Πότε και με ποια αφορμή αποφασίσατε να ασχοληθείτε συστηματικά με το ζήτημα της Γενοκτονίας των Ασσυρίων; Ποιες ήταν οι βασικές προκλήσεις και δυσκολίες που αντιμετωπίσατε κατά την έρευνά σας; Μετά την αποφοίτησή μου από το πανεπιστήμιο και την απόκτηση του πτυχίου ιστορίας ήμουν αποφασισμένη να συνεχίσω με διδακτορική έρευνα. Η ιδέα να μελετήσω συστηματικά την ιστορία της Γενοκτονίας των Ασσυρίων γεννήθηκε κατά τη διάρκεια μιας βραδινής συζήτησης με τον πατέρα μου. Μου τόνισε ότι ενώ η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο σε παγκόσμιο επίπεδο, η Γενοκτονία των Ασσυρίων παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστη και παραγνωρισμένη. «Δεν μιλούν γι’ αυτό, δεν έχει γραφτεί κάτι…» μου είπε χαρακτηριστικά. Αυτή η φράση λειτούργησε ως καταλύτης, και έτσι ανέλαβα προσωπικά την ευθύνη να ερευνήσω και να φέρω στο φως αυτό το παραγνωρισμένο κεφάλαιο της ιστορίας. Η διαδικασία δεν ήταν εύκολη. Υπήρξε μια απαιτητική περίοδος, τόσο για την ίδια την Αρμενία όσο και για την ερευνητική μου προσπάθεια, καθώς οι περισσότερες διαθέσιμες πηγές βρίσκονταν σε εθνικά αρχεία. Ακόμα και σε έγγραφα που αφορούσαν τη Γενοκτονία των Αρμενίων οι αναφορές στους Ασσύριους περιορίζονταν συχνά σε λίγες γραμμές. Παρά τις δυσκολίες, σήμερα μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι η προσπάθεια άξιζε. Νιώθω περήφανη που συνέβαλα στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης του λαού μου και που συγκαταλέγομαι στους λίγους επιστήμονες παγκοσμίως που ειδικεύονται σε αυτό το θέμα. Το 2003 μού απονεμήθηκε το διδακτορικό δίπλωμα από το Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών της Αρμενικής Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών, με θέμα: «Η Γενοκτονία των Ασσυρίων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (τέλη 19ου-αρχές 20ού αιώνα)». Πού βρίσκεται σήμερα το ζήτημα της αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Ασσυρίων σε διεθνές επίπεδο; Ποιες είναι οι κύριες δομές, φορείς ή οργανισμοί που εργάζονται ενεργά προς αυτή την κατεύθυνση; Σε αντίθεση με τη Γενοκτονία των Αρμενίων, που έχει αναγνωριστεί επισήμως από πολλές χώρες και διεθνείς οργανισμούς, η Γενοκτονία των Ασσυρίων έχει λάβει επίσημη αναγνώριση από λίγες μόνο χώρες και θεσμούς. Η Σουηδική Βουλή ήταν η πρώτη που, το 2010, αναγνώρισε από κοινού τις γενοκτονίες των Ασσυρίων, των Αρμενίων και των Ελλήνων. Ακολούθησε η Αρμενική Βουλή, η οποία το 2015 αναγνώρισε επισήμως τη γενοκτονία των Ασσυρίων και των Ελλήνων. Επιπλέον, αρκετά κοινοβούλια και πολιτείες, όπως στην Ολλανδία, σε περιοχές της Αυστραλίας, ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ, η Γαλλία, η Γερμανία κ.ά., έχουν εγκρίνει ψηφίσματα αναγνώρισης. Το Διεθνές Σωματείο Μελετητών Γενοκτονιών (IAGS) αναγνώρισε επίσημα, το 2007, τις γενοκτονίες των Ασσυρίων, των Αρμενίων και των Ελλήνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (1914-1923). Μεταξύ των κορυφαίων οργανισμών που εργάζονται ενεργά για την παγκόσμια αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ασσυρίων είναι το Κέντρο Γενοκτονίας των Ασσυρίων (SeyfoCenter), το Κέντρο Μελετών της Γενοκτονίας των Ασσυρίων, η Παγκόσμια Ασσυριακή Συμμαχία (AssyrianUniversalAlliance), η Ασσυριακή Συνομοσπονδία Ευρώπης, το Ασσυριακό Εθνικό Συμβούλιο της Αυστραλίας, το Ασσυριακό Διεθνές Πρακτορείο Ειδήσεων και το Ινστιτούτο Ασσυριακής Πολιτικής. Πρόσφατα συμμετείχατε στο συνέδριο με τίτλο «1915-2025: 110 χρόνια από τη Γενοκτονία των Ασσυρίων», που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα. Ποιες είναι οι εντυπώσεις σας από τη διοργάνωση και πώς θα αξιολογούσατε το ακαδημαϊκό του περιεχόμενο; Πράγματι, το σημαντικό αυτό διήμερο συνέδριο συγκέντρωσε μελετητές γενοκτονιών, ιστορικούς και στελέχη της ασσυριακής κοινότητας στην Αθήνα. Διεθνή μέσα ενημέρωσης, όπως το «TheEuropeanConservative», αναφέρθηκαν στην ευρεία συμμετοχή και αξιολόγησαν θετικά τη σημαντική αυτή πρωτοβουλία. Οι ηγέτες της ασσυριακής κοινότητας χαρακτήρισαν το συνέδριο ως ένα αναγκαίο ορόσημο για τη διατήρηση της μνήμης της Γενοκτονίας μέσα στον ευρωπαϊκό πολιτικό διάλογο. Οι ομιλητές αναφέρθηκαν ευρύτερα στις γενοκτονίες της οθωμανικής περιόδου, οι οποίες δεν αφορούσαν μόνο τους Ασσύριους αλλά και τους Αρμένιους και τους Έλληνες. Παράλληλα, οι συμμετέχοντες και οι διοργανωτές εξέδωσαν επίσημη ανακοίνωση καλώντας το Ελληνικό Κοινοβούλιο να αναγνωρίσει επισήμως τη Γενοκτονία των Ασσυρίων. Κατά τη γνώμη μου, η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ασσυρίων από την Ελλάδα έχει μεγάλη ιστορική, ηθική, πολιτική και διπλωματική σημασία. Αρμένιοι, Έλληνες και Ασσύριοι υπήρξαν θύματα της ίδιας οθωμανικής εξουσίας, που ενήργησε με κοινά εθνικιστικά και θρησκευτικά κίνητρα. Σε αυτό το πλαίσιο, η αναγνώριση δεν αποτελεί μόνο ζήτημα ιστορικής δικαιοσύνης αλλά και ένδειξη αλληλεγγύης και ηθικής ευθύνης. Ο Θεός να ευλογεί και τα τρία έθνη μας. |