| Μιγκιρντίτς Χριμιάν Χαϊρίκ - 205 χρόνια από τη γέννησή του |
|
|
|
Φέτος συμπληρώνονται 205 χρόνια από τη γέννηση μίας από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της αρμενικής ιστορίας, του ιερέα Μιγκιρντίτς Χριμιάν —εκπαιδευτικού, εκδότη και πάνω από όλα θρησκευτικού και πνευματικού ηγέτη των Αρμενίων στην Οθωμανική και Ρωσική Αυτοκρατορία το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα—, που λόγω της μεγάλης προσφοράς του στον αρμενικό λαό έλαβε το προσωνύμιο «Χαϊρίκ» (υποκοριστικό του «πατέρα»), και έμεινε στην ιστορία γνωστός ως «Χριμιάν Χαϊρίκ». --- Ο Μιγκιρντίτς Χριμιάν γεννήθηκε στις 4 Απριλίου 1820 στην πόλη Αϊκεστάν της επαρχίας Βασπουραγκάν της τουρκοκρατούμενης Δυτικής Αρμενίας. Σε πολύ μικρή ηλικία χάνει τον πατέρα του και την ανατροφή του αναλαμβάνει ο θείος του. Στα 27 του, και ενώ είναι παντρεμένος και με ένα παιδί, μετακομίζει στην Κωνσταντινούπολη με σκοπό να πάει στην Ευρώπη για σπουδές. Αλλά τα σχέδιά του ματαιώνονται λόγω της οικονομικής του ανέχειας, και έτσι αρχίζει να εργάζεται ως δάσκαλος. Την εποχή εκείνη, η μοίρα τού καταφέρει ένα βαρύ χτύπημα, καθώς μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα χάνει τη μητέρα του, τη γυναίκα και το παιδί του. Το 1853 επιστρέφει στη γενέτειρά του και αποφασίζει να μονάσει. Έναν χρόνο αργότερα θα χειροτονηθεί ιερέας στον καθεδρικό ναό Αχταμάρ της λίμνης Βαν και το 1855 θα εκδώσει το μηνιαίο περιοδικό «Αρτζίβ Βασπουραγκανί» (αετός του Βασπουραγκάν), μια πρωτοποριακή και προοδευτική για την εποχή έκδοση που αγαπήθηκε πολύ από τον κόσμο. Το 1862 διορίζεται ηγούμενος της μονής Σουρπ Γκαραμπέτ κοντά στο Μους, κάτι που τον καθιστά ταυτόχρονα ιεράρχη του Νταρόν. Εκεί αλλάζει το όνομα του περιοδικού και το μετατρέπει σε «Αρτζβίκ Νταρονί» (αετόπουλο του Νταρόν). Όλα αυτά τα χρόνια ταξιδεύει σε πολλές επαρχίες με αρμενικό πληθυσμό, τόσο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία όσο και στην Τσαρική Ρωσία. Αυτό που διαπιστώνει —και τον θλίβει— είναι η απάθεια που έδειχναν οι ανώτερες τάξεις των Αρμενίων της Κωνσταντινούπολης και των άλλων μεγάλων αστικών κέντρων απέναντι στους φτωχούς συμπατριώτες τους στην επαρχία οι οποίοι διαβίωναν υπό ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες. Στις 20 Οκτωβρίου 1868 ο Χριμιάν χειροτονείται επίσκοπος Ετσμιατζίν, και στις 4 Σεπτεμβρίου 1869 εκλέγεται Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος ήταν ο de facto ηγέτης της αρμενικής κοινότητας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τόσο για θρησκευτικά όσο και για κοσμικά ζητήματα. Ο Χριμιάν αξιοποίησε τη θέση του για να προωθήσει τα συμφέροντα των φτωχών και καταπιεσμένων Αρμενίων της επαρχίας. Αυτές του οι ενέργειες ενόχλησαν όχι μόνο τις οθωμανικές αρχές αλλά και μέρος της πλούσιας αρμενικής ελίτ, καθιστώντας τον εχθρό πολλών επιδραστικών Αρμενίων της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι σε συνεργασία με τις τουρκικές αρχές τον εξανάγκασαν σε παραίτηση και τον εξόρισαν στην Ιερουσαλήμ. Το 1878 θα τεθεί επικεφαλής της αντιπροσωπείας που θα συμμετείχε στο συνέδριο του Βερολίνου με σκοπό να υποστηρίξει το άρθρο 16 της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου που είχε συνταχθεί μερικούς μήνες νωρίτερα και προέβλεπε μεταρρυθμίσεις στις αρμενικές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπό την επίβλεψη της Ρωσίας. Δυστυχώς, η αρμενική αποστολή απέτυχε να κερδίσει κάτι ουσιαστικό και το μόνο που έλαβε ήταν αβάσιμες υποσχέσεις. Βλέποντας στο συνέδριο τους χριστιανικούς βαλκανικούς λαούς (Σέρβοι, Μαυροβούνιοι και Βούλγαροι) να αποκτούν την ανεξαρτησία τους, με την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη ο Χριμιάν εκφωνεί μια σειρά από ομιλίες για να εξηγήσει τα όσα συνέβησαν στο Βερολίνο, με γνωστότερη την περίφημη «Γεργατέ σερέπ» (σιδερένια κουτάλα), ένα διάσημο για τις αλληγορίες του κήρυγμα που θέτει τις βάσεις για το μετέπειτα Αρμενικό Επαναστατικό Κίνημα. Η εξαιρετική του αυτή ομιλία τελειώνει ως εξής: «Λαέ της Αρμενίας, φυσικά καταλαβαίνετε καλά τι θα μπορούσε να είχε κάνει και τι μπορεί να κάνει το όπλο. Όταν επιστρέψετε στην πατρίδα, στους συγγενείς και στους φίλους σας, πάρτε όπλα, πάρτε όπλα και πάλι όπλα. Πάνω απ’ όλα εναποθέστε την ελπίδα της απελευθέρωσης στον εαυτό σας. Χρησιμοποιήστε το μυαλό και τη γροθιά σας. Ο άνθρωπος πρέπει να εργάζεται για τον εαυτό του για να σωθεί». Με την επιστροφή του από την Ευρώπη, το 1879 ο Χριμιάν θα διοριστεί προκαθήμενος του Βαν. Θα ανοίξει νέα σχολεία, ενώ τη δεκαετία του 1880 θα υποστηρίξει αρμενικές επαναστατικές οργανώσεις όπως το «Σεβ Χατς» (μαύρος σταυρός), το «Μπαστμπάν Χαϊρενιάτς» (υπερασπιστής της πατρίδας) και πολλές άλλες. Η οθωμανική κυβέρνηση, βλέποντας τη δραστηριότητά του, τον έθεσε σε διαθεσιμότητα το 1885 και τον έστειλε στην Κωνσταντινούπολη για να μπορεί να τον ελέγχει. Στις 5 Μαΐου 1892, σε εκλογές που διεξήχθησαν στο Ετσμιατζίν, ο Χριμιάν εξελέγη ομόφωνα στη θέση του Καθολικού της Αρμενικής Αποστολικής Εκκλησίας. Τόσο οι Οθωμανοί όσο και οι Ρώσοι προβληματίζονταν με τη μεγάλη δημοτικότητα του Χριμιάν στις τάξεις του αρμενικού λαού και δημιούργησαν τεχνητά προσκόμματα για να καθυστερήσουν, όσο μπορούσαν, την ενθρόνισή του. Έτσι, πέρασαν δεκαεπτά μήνες έως ότου καταφέρει να πάει στο Ετσμιατζίν και να αναλάβει τα καθήκοντά του. Ως Καθολικός επιτέλεσε σημαντικό έργο. Στις Χαμιτικές Σφαγές (1894-1896) παρείχε υλική βοήθεια στους Αρμένιους πρόσφυγες. Το 1903, όταν η ρωσική κυβέρνηση εξέδωσε διάταγμα για το κλείσιμο των αρμενικών σχολείων και την κατάσχεση της περιουσίας της Αρμενικής Εκκλησίας —συμπεριλαμβανομένων των θησαυρών του Ετσμιατζίν—, ο Χριμιάν σε συνεργασία με την Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία «Τασνακτσουτιούν» αντιστάθηκαν σθεναρά στο διάταγμα και κατάφεραν την ακύρωσή του το 1905. Επίσης, ο ίδιος ανακαίνισε πολυάριθμα αρμενικά μοναστήρια και εκκλησίες και έκανε τεράστιες προσπάθειες για να αποτρέψει τη βία που αντιμετώπιζε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα ο αρμενικός πληθυσμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Χριμιάν άφησε σημαντικό λογοτεχνικό έργο με δοκίμια, θρησκευτικά και εθνικοπατριωτικά βιβλία, και ήταν πάντα αφοσιωμένος στη βελτίωση των συνθηκών ζωής των φτωχών Αρμενίων της επαρχίας. Η εφημερίδα Missionary Herald έγραψε το 1891 για τον Χριμιάν: «Ένας άνθρωπος τον οποίο όλο το αρμενικό έθνος θαυμάζει, αγαπάει και αντιμετωπίζει με μεγάλο σεβασμό». Η Άλις Στόουν Μπλάκγουελ τον χαρακτήρισε το 1917 ως «τη σπουδαιότερη προσωπικότητα στη σύγχρονη αρμενική ιστορία. Βαθιά αγαπητός και σεβαστός για τη σοφία και την αγιότητά του». Ο εξέχων ποιητής Αβεντίκ Ισααγκιάν έγραψε σε ένα άρθρο του το 1945: «Ο αρμενικός λαός δεν θα τον ξεχάσει. Όσο περισσότερος χρόνος περνάει τόσο πιο λαμπρή θα γίνεται η μνήμη του. Θα κοιτάζει τον αρμενικό λαό από τα βάθη των αιώνων και θα μιλάει με οικεία γλώσσα για τις αγαπημένες του φιλοδοξίες και τους αθάνατους στόχους του». Ο Χριμιάν έφυγε από τη ζωή στις 20 Νοεμβρίου 1907 και ετάφη στον προαύλιο χώρο του Καθεδρικού Ναού του Ετσμιατζίν.
|