| Η ιδιόχειρη μαρτυρία του Χενρίκ Μπεντογιάν, επιζήσαντα της Γενοκτονίας των Αρμενίων |
|
|
|
Άνι Απικιάν Το άρθρο αυτό αποτελεί απόσπασμα ενός εκτενέστερου αφιερώματος το οποίο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα «Houshamadyan» τον Ιούνιο του 2024, σε συνεργασία με το περιοδικό «Αρμενικά». Το συγκεκριμένο κείμενο στηρίζεται στις πληροφορίες που συλλέχθηκαν από τον Ιάκωβο Μπεντογιάν, αλλά κυρίως στην ιδιόχειρη μαρτυρία του πατέρα του Χενρίκ Μπεντογιάν, βασισμένη τόσο στις προσωπικές του αναμνήσεις κατά τη διάρκεια της Γενοκτονίας όσο και στις μαρτυρίες της Μακρουή και της Σατενίκ. Ο Χενρίκ Μπεντογιάν έγραψε τα απομνημονεύματά του στα αρμενικά και στα ελληνικά, τα οποία αργότερα μεταφράστηκαν στα αγγλικά από τον γιο του Ιάκωβο Μπεντογιάν. --- Ο Χενρίκ (Ερρίκος) Μπεντογιάν γεννήθηκε στις 23 Μαρτίου 1915 στην πόλη Μπιτλίς της Ανατολικής Τουρκίας. Ήταν γιος του Aγκόπ και της Μακρουή Μπεντογιάν (το γένος Κιουρκτζιάν), οι οποίοι είχαν παντρευτεί το 1912. Η οικογένεια του Αγκόπ Μπεντογιάν ανήκε στην αρμενική ευαγγελική κοινότητα του Μπιτλίς. Το αρχικό επώνυμο του Αγκόπ πιθανόν να ήταν Μπεντροσιάν, που με την παραφθορά μετατράπηκε σε Μπεντογιάν. Ο Αγκόπ και η Μακρουή είχαν αποκτήσει ένα ακόμη παιδί, το οποίο δυστυχώς πέθανε σε μικρή ηλικία. Ο πατέρας του Αγκόπ ονομαζόταν Μαρντιρός και η μητέρα του Μπαϊτζάρ, και είχαν μια κόρη, τη Χεγινέ, η οποία ήταν παντρεμένη με έναν άντρα ονόματι Κουγιουμτζιάν. Η Χεγινέ ήταν διευθύντρια του Κολεγίου «Mount Holyoke College», ενός αμερικανικού ιεραποστολικού σχολείου θηλέων στο Μπιτλίς, όπου είχε φοιτήσει και η μητέρα του Χενρίκ, η Μακρουή. Όταν οι Μπεντογιάν ζούσαν ακόμη στη γενέτειρά τους, στο Μπιτλίς, στο σπίτι τους διέμενε και η ευρύτερη οικογένεια, η οποία αποτελείτο από 58 μέλη. Το σπίτι με τη μοναδική αρχιτεκτονική ήταν ένα τριώροφο πέτρινο αρχοντικό που τουλάχιστον μέχρι το 1938 ήταν όρθιο, σύμφωνα με τη μαρτυρία του αιδεσιμότατου Ρουπέν Καγικιάν. Το 1998, όταν ο γιος του Χενρίκ, ο Ιάκωβος (Ζακ) Μπεντογιάν, επισκέφτηκε το Μπιτλίς, βρήκε το χτίσμα της οικογένειας όρθιο αλλά εγκαταλελειμμένο. Με την ιστορία της οικογένειας Μπεντογιάν είναι άρρηκτα συνυφασμένη η ζωή της Σατενίκ Βαρτανιάν. Η Μακρουή και η Σατενίκ πιθανόν να ήταν γειτόνισσες στο Μπιτλίς. Η «θεία» Σατενίκ, όπως την αποκαλούσε ο Χενρίκ, καταγόταν από πλούσια οικογένεια. Από τα δεκαεπτά αδέρφια της επέζησαν μόνο τα εννέα. Η Σατενίκ είχε παντρευτεί τον Μπογός Βαρτανιάν και μαζί είχαν αποκτήσει μια κόρη. Ο αδερφός του Μπογός Βαρτανιάν, ο Χατσίκ, καταγόταν από το Σασούν, και ως ορφανός έλαβε τη φροντίδα των Αμερικανών ιεραποστόλων. Το 1890 αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή του Χαρπούτ, και το διάστημα 1903-1915 υπηρέτησε ως πάστορας στην Ευαγγελική Εκκλησία του Μπιτλίς. Στα χρόνια της Γενοκτονίας των Αρμενίων Το 1915, όταν άρχισε η Γενοκτονία των Αρμενίων, η οικογένεια Μπεντογιάν είχε τραγική μοίρα. Σχεδόν όλα τα μέλη εκτοπίστηκαν και εξοντώθηκαν. Μόνο επτά άνθρωποι επέζησαν: η Μακρουή, τα δύο παιδιά της, Φερδινάνδος και Χενρίκ, τα αδέρφια της Κρικόρ και Χαρουτιούν, η πεθερά της Μπαϊτζάρ και η Χεγινέ Κουγιουμτζιάν (το γένος Μπεντογιάν). Ο Χαρουτιούν, αφού κατέφυγε στα βουνά και έφτασε στο Αλεξαντροπόλ της Ανατολικής Αρμενίας (το σημερινό Γκιουμρί), προσβλήθηκε από ευλογιά και πέθανε. Ο Κρικόρ είχε ήδη φύγει για τις ΗΠΑ πριν το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Εκεί, ένας από τους συναδέλφους του τον εξαπάτησε και του αφαίρεσε όλη την περιουσία και τις οικονομίες του, με αποτέλεσμα ο Κρικόρ να αρρωστήσει και να πεθάνει. Όταν άρχισαν οι συλλήψεις των Αρμενίων αξιωματούχων στο Μπιτλίς, ο πατέρας του Χενρίκ, ο Αγκόπ, και ο αιδεσιμότατος Βαρτανιάν οδηγήθηκαν επίσης στη φυλακή. Οι οθωμανικές αρχές προσπάθησαν να μάθουν από τον αιδεσιμότατο πού βρίσκονται οι Αρμένιοι αξιωματούχοι, ωστόσο ο Αρμένιος κληρικός προτίμησε να παραμείνει σιωπηλός και να υποβληθεί σε φριχτά βασανιστήρια μέχρι θανάτου. Στο διάστημα αυτό, η μητέρα του Αγκόπ, η Μπαϊτζάρ, επισκεπτόταν τον γιο της στη φυλακή και του πήγαινε φαγητό. Όμως, μια Κυριακή που τον επισκέφθηκε, έμαθε ότι όλοι οι κρατούμενοι είχαν μεταφερθεί σε άγνωστη τοποθεσία. Έκτοτε, δεν βρέθηκε κανένα ίχνος ζωής τους... Η Μακρουή με τα δύο της παιδιά, τον Φερδινάνδο και τον Χενρίκ, βρήκαν καταφύγιο στο αμερικανικό ιεραποστολικό σχολείο που διηύθυνε η Χεγινέ. Εκεί κατέφυγαν και η Σατενίκ (η νύφη του αιδεσιμότατου Βαρτανιάν) με τη μόλις λίγων μηνών κόρη της. Ο Φερδινάνδος και η κόρη της Σατενίκ, εξασθενημένοι από την πείνα και τις σκληρές συνθήκες, προσβάλλονται από πανούκλα και πεθαίνουν. Κατά τη διάρκεια των διώξεων, ένας Τούρκος αξιωματικός επισκεπτόταν το σχολείο καθημερινά και έλεγχε αν κρυβόταν κάποιο Αρμενόπουλο ανάμεσα στις μαθήτριες. Μια μέρα, η Μακρουή, σχεδόν σίγουρη ότι οι τουρκικές αρχές δεν θα ψάξουν στο σχολείο, βγάζει από την κρυψώνα το μόλις ενός μηνός βρέφος της. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η τουρκική αστυνομία εισβάλλει απροσδόκητα στο σχολείο. Η μητέρα αμέσως κρύβει το νεογέννητο κάτω από τη φούστα της και ανεβαίνει τρέχοντας τις σκάλες ενώ το βρέφος αρχίζει να κλαίει. Η αστυνομία, ακούγοντας το κλάμα του νεογέννητου, προβαίνει σε μεγαλύτερο έλεγχο, ωστόσο η αναζήτηση αποδεικνύεται άκαρπη. Προς το τέλος της παραμονής του Χενρίκ και των μαθητριών στο αμερικανικό ιεραποστολικό σχολείο, οι ρωσικές δυνάμεις που πολεμούσαν κατά του οθωμανικού στρατού είχαν φτάσει κοντά στο Μπιτλίς. Οι Ρώσοι, μαζί με 1.500 Αρμένιους εθελοντές από την Αμερική και με τη διαταγή του Αρμένιου θρυλικού στρατηγού Αντρανίκ Πασά, καταλαμβάνουν το απέναντι βουνό από αυτό που κατείχαν οι Τούρκοι, με το Μπιτλίς να βρίσκεται ανάμεσα. Ο οθωμανικός στρατός είχε αρχίσει να εξασθενεί, και οι Τούρκοι αξιωματούχοι είχαν διατάξει τις ενενήντα μαθήτριες του αμερικανικού ιεραποστολικού σχολείου να αναχωρήσουν μαζί τους, παίρνοντας μια φέτα ψωμί και τα απαραίτητα. Η Χεγινέ είχε καταφέρει να εξασφαλίσει ξεχωριστή κρυψώνα για την κάθε μαθήτρια, ώστε καμία να μη γνωρίζει την κρυψώνα της άλλης.Ωστόσο, μετά την αιφνιδιαστική επίθεση του ρωσικού στρατού, οι τουρκικές δυνάμεις υποχώρησαν και μέσα στον πανικό τους ξέχασαν να πάρουν τα ενενήντα κορίτσια. Ο επικεφαλής του ρωσικού στρατού Λεβόν Μπαλιάν, που πολεμούσε στο πλευρό του τσαρικού στρατού, βρέθηκε στο Μπιτλίς και πήγε στο προαύλιο του αμερικανικού σχολείου. Εκεί, ο Μπαλιάν επί μία ώρα φώναζε «Είμαστε εθελοντές και ήρθαμε να σας σώσουμε, ανοίξτε την πόρτα». Μάλιστα, για να αποδείξει την ταυτότητά του, έψελνε αρμενικούς ύμνους και έκανε τον σταυρό του. Η πόρτα τελικά άνοιξε, με αποτέλεσμα οι Αρμένιοι εθελοντές να καταφέρουν να σώσουν τις μαθήτριες και το προσωπικό του σχολείου. Τα κορίτσια από το ιεραποστολικό σχολείο τέθηκαν υπό τη φροντίδα της American Near East Relief (NER, Αμερικανική Περίθαλψη Εγγύς Ανατολής) στο Αλεξαντροπόλ. Εκεί, η Σατενίκ, η Μακρουή και η Χεγινέ άρχισαν να εργάζονται ως υπεύθυνες σε διάφορα ιδρύματα της Near East Relief. Η Μακρουή είχε υπό τη φροντίδα της 136 μαθητές. Οι επιζώντες αυτής της οικογένειας από το Μπιτλίς αναγκάστηκαν να μετακινούνται συνεχώς. Η Χεγινέ, η Σατενίκ, η Μακρουή και ο Χενρίκ μετακόμισαν πρώτα στην Τιφλίδα, έπειτα στο Γερεβάν, και ξανά στο Αλεξαντροπόλ. Κατόπιν προσκλήσεως που έλαβε η Μακρουή από τον αδερφό της Αβεντίς στην Κωνσταντινούπολη, εγκαταστάθηκε εκεί για αρκετό χρονικό διάστημα, με τον γιο της Χενρίκ. Μετά από λίγο καιρό βρέθηκε κοντά τους και η Σατενίκ. Όταν η Αμερικανίδα ιεραπόστολος Μιρτλ O. Σέιν επισκέφτηκε το Λενινακάν (μετέπειτα ονομασία του Αλεξαντροπόλ) για τα καθήκοντα της Near East Relief, πήρε από τη Χεγινέ 100 χρυσά νομίσματα για να τα δώσει ως δώρο στον Χενρίκ κατά την ενηλικίωσή του, όπως και έγινε. Πράγματι, χρόνια αργότερα, ο Χενρίκ έλαβε αυτά τα χρήματα, με τα οποία αγόρασε ένα σπίτι στη Νέα Ερυθραία. Η διαμονή της Μακρουή και του γιου της Χενρίκ στην Κωνσταντινούπολη δεν ήταν διόλου εύκολη και ευχάριστη, παρόλο που στην αρχή οι συνθήκες φαίνονταν ιδανικές. Η μετανάστευσηστην Ελλάδα (1922) Το 1923, όταν ξεκίνησε η διαδικασία ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, στη λίστα ανταλλαγής είχαν συμπεριληφθεί η Μακρουή και η Σατενίκ. Οι αιτήσεις της Μακρουή και της Σατενίκ συνοδεύονταν από αντίστοιχα έγγραφα που πιστοποιούσαν ότι και οι δύο είχαν εργαστεί στη Near East Relief, στο Λενινακάν. Στην επιτροπή υπήρχε και ένας Αμερικάνος που γνώριζε ότι η Near East Relief είχε ολόκληρο δίκτυο ιδρυμάτων στην Ελλάδα για την περίθαλψη εκατοντάδων ορφανών παιδιών, και επομένως χρειάζονταν έμπειρα χέρια. Έτσι, με τη μεσολάβηση του Αμερικανού, η Σατενίκ στάλθηκε στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς, όπου από το 1922 έως το 1926 εργάστηκε στο τοπικό ορφανοτροφείο αρρένων, ενώ η Μακρουή εργάστηκε στο ορφανοτροφείο θηλέων του Ωρωπού. Όταν η Μακρουή και ο Χενρίκ έφτασαν στον Ωρωπό, η διευθύντρια του ορφανοτροφείου αρνήθηκε την είσοδο στον Χενρίκ, ισχυριζόμενη ότι το ορφανοτροφείο ήταν ίδρυμα κοριτσιών και απαιτώντας να μεταφερθεί ο Χενρίκ στο ορφανοτροφείο αρρένων, στο Αργοστόλι. Η Μακρουή, θέλοντας να μείνει μαζί της ο γιος της, προσφέρθηκε να εργαστεί στον Ωρωπό χωρίς αμοιβή, με την προϋπόθεση να μην απομακρύνουν το παιδί της από κοντά της. Έτσι και έγινε. Ωστόσο, οι συνθήκες διαβίωσης γίνονταν ολοένα και πιο δύσκολες, παρότι η Σατενίκ έστελνε συχνά βοήθεια. Η απλήρωτη εργασία συνεχιζόταν, ώσπου μια μέρα επισκέφθηκε το ορφανοτροφείο μια υψηλόβαθμη αξιωματούχος της Near East Relief που εργαζόταν στην Αρμενία και γνώριζε καλά τη Μακρουή από το Λενινακάν. Χάρη στη μεσολάβηση της αξιωματούχου, η Μακρουή άρχισε να αμείβεται κανονικά, ακόμη και για τους μήνες της απλήρωτης εργασίας της. Το 1924, το ορφανοτροφείο Ωρωπού μεταφέρθηκε στη Σύρο, όπου η Μακρουή ανέλαβε την εποπτεία του αρμενικού τμήματος, ενώ το 1926 μεταφέρθηκε εκεί και η Σατενίκ. Στο ορφανοτροφείο φοιτούσαν 130 παιδιά ηλικίας 15 έως 25 ετών. Με τη γενναιόδωρη υποστήριξη του Τζορτζ Γουάιτ, γενικού διευθυντή του ορφανοτροφείου και προέδρου του Κολεγίου «Ανατόλια», τέθηκαν οι βάσεις για την εκπαίδευση του Χενρίκ. Έτσι, το 1928 ο Χενρίκ ξεκίνησε να φοιτά στο Αμερικανικό Κολέγιο «Ανατόλια» στη Θεσσαλονίκη, ενώ παράλληλα ο Τζορτζ Γουάιτ φρόντισε να βρεθούν διάφοροι αρωγοί και «κηδεμόνες» οι οποίοι ανέλαβαν και στήριξαν τα εκπαιδευτικά έξοδα του Χενρίκ έως την ολοκλήρωση της φοίτησής του. Εντωμεταξύ, όσο ο Χενρίκ σπούδαζε στο κολέγιο, άρχισε να εργάζεται κιόλας εκεί. Γύρω στο 1930, η Μακρουή και η Σατενίκ μετακόμισαν από τη Σύρο στην Αθήνα και εγκαταστάθηκαν στο Δουργούτι, στην τότε προσφυγική γειτονιά του σημερινού Νέου Κόσμου. Η Μακρουή εργάστηκε ως δασκάλα στο σχολείο της Αρμενικής Ευαγγελικής Εκκλησίας του Δουργουτίου. Παρέμειναν εκεί μέχρι το 1961, και μετά μετακόμισαν στην περιοχή της Νέας Ερυθραίας, στον τελευταίο τόπο διαμονής τους. Η Μακρουή απεβίωσε το 1981, ενώ η Σατενίκ έναν χρόνο αργότερα. Ο Χενρίκ, μετά την αποφοίτησή του από το Κολέγιο «Ανατόλια», σπούδασε στην Εμπορική Σχολή Αθηνών (1934-1937), ενώ το πρώτο του επάγγελμα ήταν στην εταιρεία υφασμάτων «Star» στην Αθήνα. Το 1940 η εταιρεία μετακόμισε και ο Χενρίκ βρήκε δουλειά στην εταιρεία υφασμάτων «Σουσματζιάν». Εκεί συνάντησε τη μέλλουσα σύζυγό του, η οποία είχε επισκεφτεί το μαγαζί για να αλλάξει ένα κομμάτι ύφασμα. Λίγα χρόνια αργότερα, ο ίδιος εργάστηκε ως ταμίας στην Αμερικανική Πρεσβεία στην Αθήνα. Το 1956 παντρεύτηκε τη Βιβή, και έναν χρόνο αργότερα μετανάστευσαν στον Καναδά, όπου γεννήθηκε ο γιος τους Ιάκωβος Μπεντογιάν. Η παραμονή τους στη νέα χώρα αποδείχθηκε μάταιη, με αποτέλεσμα η οικογένεια Μπεντογιάν να επιστρέψει στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1958. Ο Χενρίκ Μπεντογιάν απεβίωσε σε ηλικία 86 ετών, το 2001, αφήνοντας πίσω του μια σπάνια και εξαιρετικά σημαντική μαρτυρία που συγκλονίζει και τεκμηριώνει την πρώτη γενοκτονία του 20ού αιώνα, τη Γενοκτονία των Αρμενίων. |