| Ντέιβιντ Γκαντ |
|
|
|
Ο Ντέιβιντ Γκαντ (David Gaunt) είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους μελετητές της κοινωνικής ιστορίας και των γενοκτονιών. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Söde-rtörn της Στοκχόλμης και μέλος της Academia Europaea, έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της επιστημονικής του πορείας στη μελέτη των διώξεων των χριστιανικών κοινοτήτων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το εμβληματικό του έργο «Massacres, Resistance, Protectors» ρίχνει φως στη Γενοκτονία των Ασσυρίων, μια σελίδα της ιστορίας που παραμένει σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό. Μέσα από εκτενή αρχειακή έρευνα, προφορικές μαρτυρίες και διεπιστημονική προσέγγιση, ο Γκαντ φέρνει στο προσκήνιο τη σύνθετη πραγματικότητα της εποχής, με σεβασμό στη μνήμη των θυμάτων και ευαισθησία απέναντι στις ιστορικές αλήθειες. Συνομιλούμε με αφορμή τη συμμετοχή του στο συνέδριο «1915-2025: 110 χρόνια από τη Γενοκτονία των Ασσυρίων», που έγινε πρόσφατα στην Αθήνα, και την ελληνική έκδοση του βιβλίου του. Ο καθηγητής μάς μίλησε για τις γενοκτονίες, τη σημασία της ιστορικής τεκμηρίωσης και τη σχέση ανάμεσα στην επιστημονική έρευνα και τη συλλογική μνήμη. Στον Μάικ Τσιλιγκιριάν
Ήμουν καθηγητής σουηδικής ιστορίας με ειδίκευση στη μικροϊστορία και στην ιστορική ανθρωπολογία. Μεγαλώνοντας, τα παιδιά μου άρχισαν να ενδιαφέρονται για την εβραϊκή καταγωγή μας —η μητέρα μου έχει εβραϊκή καταγωγή από την Ουκρανία—, και έτσι ξεκίνησαν να μελετούν για το Ολοκαύτωμα. Αυτό με ενέπνευσε και έγραψα το βιβλίο για το Ολοκαύτωμα στις χώρες της βαλτικής —το πανεπιστήμιό μου εξειδικεύεται σε αυτές τις χώρες (Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Λευκορωσία). Έγραψα επίσης και ένα βιβλίο για τα πογκρόμ της Νότιας Ρωσίας. Στη συνέχεια ήρθαν σε εμένα Ασσύριοι φοιτητές και με ρωτούσαν πληροφορίες για τη Γενοκτονία του λαού τους. Αλλά δεν είχα σχετικές γνώσεις… Με ενημέρωσαν για μια διαμάχη που υπήρχε σχετικά με τη Γενοκτονία των Ασσυρίων σε ένα σχολείο όπου ένας από τους δασκάλους —ενημερωμένος μόνο από την τουρκική πρεσβεία— αρνιόταν τη Γενοκτονία των Ασσυρίων, ακολουθώντας τη συνήθη τουρκική τακτική. Οι φοιτητές μού ζήτησαν να συντονίσω ένα σχετικό ντιμπέιτ. Συμφώνησα, και έτσι άρχισα να μαθαίνω για το θέμα, εντοπίζοντας πολλές ομοιότητες με το Ολοκαύτωμα. Και έβρισκα συνεχώς νέα ντοκουμέντα και μεταφρασμένα βιβλία. Ως αποτέλεσμα της μελέτης μου αποφάσισα να γράψω ένα βιβλίο ώστε να είναι συγκεντρωμένες όλες οι πληροφορίες για τις σφαγές, την αντίσταση και τους ντόπιους Κούρδους που προστάτευαν τον κόσμο. Έτσι άρχισε το ενδιαφέρον μου για το ζήτημα των Ασσυρίων, όταν ήμουν πια 55 ετών —δεν είχα ασχοληθεί παλαιότερα. Με βοήθησε επίσης και το γεγονός ότι το πανεπιστήμιό μου βρισκόταν σε περιοχή της Σουηδίας με μεγάλη ασσυριακή διασπορά. Ποιες είναι οι εξελίξεις σχετικά με το ζήτημα της αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Ασσυρίων; Πριν από είκοσι χρόνια το βασικό ερώτημα ήταν το ίδιο με εκείνο για το αρμενικό ζήτημα: Μπορούμε να πούμε ότι ήταν γενοκτονία; Συμμορφώνεται με τη διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών; Αυτά ήταν μέχρι το 2010. Τότε άλλαξαν τα πράγματα. Πολλά κοινοβούλια και κυβερνήσεις, μελετώντας τη νέα βιβλιογραφία, αναγνώρισαν τόσο τη Γενοκτονία των Ασσυρίων όσο και των Αρμενίων. Μετά τη διασαφήνιση ότι ήταν γενοκτονία, η μελέτη επικεντρώθηκε στις λεπτομέρειες. Για παράδειγμα, τι απέγιναν οι περιουσίες; Κατασχέθηκαν; Πώς οργανώθηκαν οι σφαγές; Ποιοι ήταν οι θύτες, και τι πολιτικό υπόβαθρο είχαν; Σε αυτό το σημείο της έρευνας βρισκόμαστε και σήμερα, μελετώντας συγκεκριμένες περιοχές, όπως το Μαρντίν και το Ντιαρμπεκίρ. Ψάχνουμε να δούμε τι έγινε συγκεκριμένα σε αυτές τις περιοχές, όχι γενικότερα πληροφορίες για τη Γενοκτονία των Ασσυρίων. Τα τελευταία χρόνια συζητείται έντονα ο χαρακτηρισμός «Γενοκτονία των χριστιανικών λαών της Τουρκίας» για να περιγράψει τα γεγονότα που συνέβησαν στις αρχές του 20ού αιώνα, θεωρώντας ότι πρόκειται για πιο δίκαιο και ιστορικά ακριβές όρο. Ποια είναι η γνώμη σας; Συμφωνώ! Αλλά, κατά κάποιον τρόπο, αυτό συμβαίνει έτσι κι αλλιώς. Σε πολλές χώρες, Έλληνες, Ασσύριοι και Αρμένιοι συνεργάζονται για τον κοινό τους σκοπό. Στη Γερμανία, μάλιστα, υπάρχει και αντίστοιχη οργάνωση που ονομάζεται «Speaking with one voice» (μιλώντας με μία φωνή). Αυτή η συνεργασία αποδεικνύεται εποικοδομητική για όλες τις πλευρές, και ιδιαιτέρως για τον ποντιακό ελληνισμό, για τη Γενοκτονία του οποίου η μελέτη είναι πιο περιορισμένη. Είναι πιο εύκολο να πηγαίνεις σε ένα κοινοβούλιο και να διεκδικείς ως ομάδα τριών εθνικοτήτων παρά μεμονωμένα. Γιατί η Τουρκία δεν αποδέχεται το παρελθόν της; Πολλοί ακαδημαϊκοί έχουν ασχοληθεί με την τουρκική στάση άρνησης, αλλά δεν πρόκειται για ένα απλό θέμα. Είναι ενσωματωμένο με την τουρκική ταυτότητα και τα θεμέλια της τουρκικής δημοκρατίας. Δεν πρόκειται για ένα μικρό κομμάτι που μπορείς να το πάρεις, είναι αλληλένδετο με την οικονομία της χώρας, με το στάτους ανθρώπων που απέκτησαν ιδιοκτησίες και με πολλούς πολιτικούς που είναι εμπλεκόμενοι. Θα τους ανάγκαζε να αλλάξουν ολόκληρη την ιστορία τους. Επομένως, για να αποδεχτεί η Τουρκία το παρελθόν της, δεν αρκεί μια αλλαγή ηγεσίας —όλα τα κόμματα πάνω-κάτω συγκλίνουν στο θέμα της άρνησης των γενοκτονιών. Είναι ένα κοινό μυστικό, και θα έπρεπε να γίνει μια πολιτική επανάσταση για να αλλάξει. Μπορεί να επιτρέπουν τη συζήτηση για τη γενοκτονία, να εκδίδουν σχετικά βιβλία —με περιορισμένη κυκλοφορία—, αλλά δεν τίθεται αντιπαράθεση σε αυτό το ζήτημα. Υπάρχουν και ορισμένοι ριζοσπαστικοί πολιτικοί, και Κούρδοι ανάμεσά τους, που μπορεί να παραδέχονται άσχημα πράγματα που έκαναν οι πρόγονοί τους, αλλά αυτό δεν θα το συναντήσουμε στην Άγκυρα. Ποια θα πρέπει να είναι τα βήματα και οι προτεραιότητες των ασσυριακών κοινοτήτων σήμερα για τη διεθνή αναγνώριση της γενοκτονίας; Ως ακαδημαϊκός, θεωρώ ότι χρειάζεται ένα κέντρο με επαγγελματικές ευκαιρίες για ερευνητές, αντίστοιχο με τα κέντρα στην Αρμενία και στη βιβλιοθήκη Νουμπαριάν του Παρισιού, ώστε να είναι όλη η πληροφορία συγκεντρωμένη, να μην εργάζονται σε αυτό το κομμάτι μεμονωμένοι μελετητές. Υπάρχουν κάποιοι ευκατάστατοι Ασσύριοι που θα μπορούσαν να επιχορηγήσουν ένα τέτοιο ερευνητικό ινστιτούτο, όπως κάνουν και οι Αρμένιοι. |