Σενκαβίτ, μια σύγχρονη συνοικία με πανάρχαια ιστορία Εκτύπωση E-mail

Shengavit Museum

Ζακ Νταματιάν

Το 782 π.Χ., ο σπουδαίος βασιλιάς του Ουραρτού Αρκιστί αναγγέλλει, με σφηνοειδή επιγραφή, την οικοδόμηση της καστροπολιτείας Ερεπουνί, που έμελλε να εξελιχθεί στο περίφημο Γερεβάν. Αυτή έχει επικρατήσει και ως η επίσημη χρονολογία ίδρυσης της σημερινής αρμενικής πρωτεύουσας. Ωστόσο, κοντά στον αρχαιολογικό χώρο του Ερεπουνί στο Σενκαβίτ, η αρχαιολογική σκαπάνη έχει φέρει στο φως στοιχεία που αποδεικνύουν ότι στην περιοχή υπήρχε κοινωνική ζωή περίπου έξι χιλιετίες πριν από τη σημερινή εποχή.

Το Σενκαβίτ βρίσκεται στον νοτιοδυτικό τομέα του Γερεβάν. Εκτείνεται στην αριστερή όχθη του ποταμού Χραζτάν, φτάνοντας ως τις παρυφές της πεδιάδας του Αραράτ, με θέα στο βιβλικό όρος. Την πανάρχαια ιστορία του αναδεικνύουν τα απομεινάρια από την Εποχή του Χαλκού και την περίοδο του βασιλείου του Βαν (Ουραρτού).

Η αρχαία πόλη

Οι ανασκαφές ξεκινούν το 1924, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα. Οι πρώτες σημαντικές ανακαλύψεις πραγματοποιούνται το διάστημα 1936-1938 με τον αρχαιολόγο Γεβγκένι Μπαϊμπουρντιάν, ο οποίος προσδίδει στον πολιτισμό τον χαρακτηρισμό «πρώιμος υπερκαυκάσιος».

Νέες εργασίες ξεκινούν το 1958 υπό τον αρχαιολόγο Σάντρο Σαρνταριάν, οι οποίες συνεχίζονται μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Σε αυτό το διάστημα έρχεται στην επιφάνεια ο κεντρικός τομέας του σημερινού αρχαιολογικού χώρου. Το 1968, στο Μουσείο του Ερεπουνί δημιουργείται η ειδική πτέρυγα «Σενκαβίτ», ενώ ευρήματα εκτίθενται και στο Μουσείο Αρμενικής Ιστορίας του Γερεβάν. Το τελικό στάδιο των ανασκαφών πραγματοποιείται μεταξύ 2000 και 2012. Κατά την τελευταία τριετία υπήρξε συνεργασία με την επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια. Μετά το πέρας των εργασιών, ο επικεφαλής Αγκόπ Σιμονιάν, μελετώντας οχυρωματικά έργα με τετράγωνους πύργους, απεφάνθη με βεβαιότητα ότι πρόκειται για οργανωμένη πολιτεία. Στον χώρο βρέθηκαν σφραγίδες και ράβδοι, που αποτελούν διαχρονικά σύμβολα ισχυρής εξουσίας.

Το άγνωστο Σενκαβίτ

Η αρχική ονομασία της περιοχής παραμένει άγνωστη. Η πόλη περιβαλλόταν από τείχη κατασκευασμένα με ασύμμετρες πέτρες. Έξω από αυτά βρισκόταν το νεκροταφείο. Οι κατοικίες ήταν σχετικά ευρύχωρες, συνήθως κυκλικού σχήματος, με κωνοειδή στέγη και παρακείμενο χώρο με επίπεδη οροφή. Η είσοδος είχε ανατολικό προσανατολισμό. Η εστία αποτελούσε το διαχρονικό σύμβολο μακροημέρευσης και προόδου της οικογένειας. Για τους ειδικούς, οι κατοικίες αποτελούν βάση άντλησης στοιχείων για τη μελέτη της εξέλιξης της αρμενικής αρχιτεκτονικής.

Στα ευρήματα περιλαμβάνονται διάφορα κοκάλινα αντικείμενα, πήλινα σκεύη, χάλκινα στολίδια και εργαλεία φτιαγμένα από οψιδιανό και άλλες ηφαιστειογενείς πέτρες. Επίσης, πάνω σε πηλό έχουν χαραχθεί παραστάσεις ζώων και γεωμετρικά σχήματα. Παρατηρούνται και αγαλματίδια με μορφές ανθρώπων, ανδρών και γυναικών, ψαριών, πουλιών, κατσικιών, κριαριών, ταύρων και αλόγων, τα οποία χρησιμοποιούνταν ως μεταφορικό μέσο. Αυτά λατρεύονταν ως θεότητες σε θρησκευτικές τελετές, όπως μαρτυρούν οι βωμοί.

Η τοποθεσία θεωρείται ιδανική. Το ποτάμι παρείχε στους κατοίκους τη δυνατότητα για αλιεία αλλά και καλλιέργεια της εύφορης γης με τα κατάλληλα αρδευτικά έργα.

Έχουν βρεθεί σιτοβολώνες, αποθήκες για αλεύρι, κουκούτσια από κεράσι, κράνα κτλ. Στην πανίδα περιλαμβάνονταν σκυλιά, λαγοί, αγριόχοιροι, ελάφια, ζαρκάδια κ.ά.
Η περιοχή εγκαταλείπεται από τους κατοίκους τη 2η χιλιετία π.Χ. Τα αίτια πηγάζουν από έναν συνδυασμό παραγόντων συνηθισμένων για την εποχή: φυσικά φαινόμενα, κοινωνική κρίση λόγω οικονομικής εσωστρέφειας, και μετακινήσεις πληθυσμών, όχι πάντα ειρηνικές.

Τεϊσεπαϊνί, μια θαυμαστή πόλη

Κατά το πρώτο μισό του 7ου αιώνα π.Χ., στο Γκαρμίρ Πλουρ (Κόκκινος Λόφος), ο τελευταίος ισχυρός βασιλιάς του Ουραρτού Ρουσά προχωρά στην ανέγερση της καστροπολιτείας Τεϊσεπαϊνί, αφιερωμένης στον θεό του πολέμου και της βροχής Τεϊσεπά. Στα αρχεία της καταγράφεται ο γιος του βασιλιά Σαρτουρί Γ΄ καθώς και οι διάδοχοί του Σαρτουρί Δ΄, Εριμένα και Ρουσά Γ΄, για τους οποίους δεν υπάρχουν άλλες ιστορικές αναφορές. Η πόλη εποικίστηκε αφού ολοκληρώθηκε η ανέγερσή της. Υπό κρατική μέριμνα, οι νέοι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν σε ευρύχωρα σπίτια σε συγκροτήματα κατοικιών εκτός του κέντρου, με σύστημα υπόγειας υδροδότησης. Παρατηρείται πλούσια παραγωγή σε σιτηρά, όσπρια, αμπέλια κ.ά., με την εκμετάλλευση των υδάτων του ποταμού Ιλνταρουνί (Χραζτάν).

Η πόλη διακρίνεται επίσης για την άρτια ρυμοτομία της. Για την καλύτερη άμυνά της είχε εκπονηθεί σύστημα οχύρωσης που περιελάμβανε τείχη με πύργους και πολεμίστρες καθώς και ακρόπολη δύο επιπέδων. Στον κάτω όροφο είχε προβλεφθεί χώρος για την αποθήκευση κρασιού, λαδιού και άλλων εφοδίων, ενώ υπήρχε παρασκευαστήριο μπίρας και άλλα εργαστήρια.

Η πόλη Τεϊσεπαϊνί εξελίχθηκε σε κόμβο, σημειώνοντας άνθηση στο οικονομικό και πολιτιστικό γίγνεσθαι. Στον κολοφώνα της ακμής της πιστεύεται ότι η λάμψη της επισκίαζε τα σπουδαία αστικά κέντρα Ερεπουνί και Αρκιστιχινλί. Η πτώση του βασιλείου του Βαν σήμανε και το τέλος της. Το 585 π.Χ., το Τεϊσεπαϊνί δέχεται ολομέτωπη νυχτερινή επίθεση από Σκύθες και άλλες βαρβαρικές φυλές, που πυρπολούν και καταστρέφουν ολοσχερώς την πόλη. Έκτοτε, η περιοχή δεν κατοικείται ξανά.

Εκθέματα από την πόλη φιλοξενούνται στο Μουσείο του Ερεπουνί, ενώ ο ίδιος ο αρχαιολογικός χώρος είχε παραμεληθεί για πολύ καιρό. Τα τελευταία χρόνια ξεκίνησαν νέες ανασκαφές από μια αρμενοαυστριακή ομάδα, φέρνοντας στο φως καινούργια ευρήματα. Η πόλη Τεϊσεπαϊνί συμπεριλαμβάνεται στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.

Το σύγχρονο Σενκαβίτ

Το Γερεβάν γιγαντώθηκε, αποτελώντας από το 1918 την πρωτεύουσα της Αρμενίας. Το Σενκαβίτ συνιστά μία από τις δώδεκα περιφερειακές του ενότητες, μεταξύ των μεγαλύτερων και των πλέον πυκνοκατοικημένων. Έχει διασωθεί η τρίκλιτη βασιλική του Σουρπ Κεβόρκ (Αγίου Γεωργίου), ιδιαίτερο δείγμα της αρμενικής ναοδομίας του 17ου αιώνα.

Το 2006 πραγματοποιήθηκαν τα θυρανοίξια του Σουρπ Χατς (Τιμίου Σταυρού), που αποτελεί παραλλαγή της αντίστοιχης εκκλησίας του νησιού Αχταμάρ στη λίμνη Βαν.

Το ιερό της κοσμείται με την αγιογραφία του Βαρτκές Σουρενιάντς «Η δεσποσύνη με το βρέφος». Στο προαύλιο έχει τοποθετηθεί μνημείο αφιερωμένο στα εκατό χρόνια της Γενοκτονίας των Αρμενίων.
Το 1936, έναν χρόνο μετά την κοίμηση του Αρχιμανδρίτη Κομιτάς στο Παρίσι, μεταφέρονται στην Αρμενία τα λείψανά του.

Στον χώρο ενός παλαιού νεκροταφείου δημιουργείται το Πάνθεον Κομιτάς, όπου εκτός από τον εμβληματικό μουσουργό αναπαύονται σημαντικές μορφές της αρμενικής καλλιτεχνικής ζωής και του δημόσιου βίου. Το 1955 γίνονται τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του, ενώ το 2015, σε κοντινό χώρο, ανοίγει τις πύλες του το Μουσείο Κομιτάς. Στο Πάνθεον τοποθετείται και γλυπτό για τα εκατό χρόνια του Αρμενικού Οργανισμού Αρωγής (Հ.Օ.Մ.).

Τη δεκαετία του 1990, το Σενκαβίτ τιμά τον ήρωα του πρώτου νικηφόρου πολέμου του Αρτσάχ Αρτούρ Καραμπετιάν.

Μνημείο με την κεφαλή του κοσμεί το άλσος που φέρει το όνομά του. Στη διαρκώς εκσυγχρονιζόμενη αρμενική πρωτεύουσα, τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται ολοένα και περισσότερα μοντέρνα εμπορικά κέντρα. Ένα από αυτά ορθώνεται στο Σενκαβίτ, το «Γερεβάν Μολ» με καταστήματα και χώρους αναψυχής.

* «...Πέρασες αιώνες, αλλά έμεινες έφηβος...» λένε οι στίχοι του εθνικού ποιητή Μπαρούιρ Σεβάκ στο «Γερεβάν-Ερεπουνί», που γράφτηκε και τραγουδήθηκε στην επέτειο των 2.750 χρόνων του Γερεβάν, ενώ έχει πλέον καθιερωθεί ως ο ύμνος της πόλης.

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"

Kantsaran Banner

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ

typografia


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 69 επισκέπτες συνδεδεμένους

Τελευταία Άρθρα