| Τα Δεκεμβριανά στην Αρμενική κοινότητα |
|
|
|
Οβαννές Γαζαριάν Το πρωί της 12ης Οκτωβρίου 1944, στις 8:00 π.μ., ο στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι, συνοδευόμενος από τον δήμαρχο Αθηναίων Άγγελο Γεωργάτο, κατέθετε ένα στεφάνι στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη ενώ ήδη οι μηχανοκίνητες φάλαγγες των Γερμανών είχαν αρχίσει να εγκαταλείπουν την Αθήνα δια μέσου της Ιεράς Οδού. Στις 9:15 π.μ. η γερμανική φρουρά της Ακρόπολης προχωρούσε στην υποστολή της ναζιστικής σημαίας, με τον λοχία Χέλμουτ Στρας να την τυλίγει και να αποχωρεί από τον Ιερό Βράχο, δίνοντας οριστικό τέλος στη γερμανική Κατοχή της Ελλάδας ύστερα από 1.624 μέρες! Εν μέσω κωδωνοκρουσιών, ο λαός της πρωτεύουσας ξεχύνεται στους δρόμους για να γιορτάσει την πρώτη μέρα της απελευθέρωσης, πιστεύοντας ότι οι μαύρες μέρες των διωγμών, της πείνας, της τρομοκρατίας και του θανάτου έχουν φύγει ανεπιστρεπτί. Φευ! Τόσο στο στρατόπεδο του Γουδή –όπου στρατωνίζονταν οπλισμένοι σαν αστακοί γερμανοτσολιάδες και ταγματασφαλίτες– και στα τμήματα της χωροφυλακής όσο και στις γειτονιές της Αθήνας, όπου αλώνιζαν ανεξέλεγκτοι οι άνδρες της ΟΠΛΑ, είχε αρχίσει «το ακόνισμα των μαχαιριών» και οι προετοιμασίες για την τελική σύγκρουση. Το Δουργούτι φρούριο Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, και ειδικότερα από το 1943, όταν άρχισε να διαφαίνεται ότι η Γερμανία θα χάσει τον πόλεμο και η απελευθέρωση πλησιάζει, άρχισε σιγά-σιγά η εμφύλια διαμάχη μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων για το ποιος θα έχει το πάνω χέρι στο μεταπολεμικό γίγνεσθαι. Το ΕΑΜ, η μεγαλύτερη από αυτές, υπό την καθοδήγηση του Θανάση Κλάρα, γνωστότερου ως Άρη Βελουχιώτη, βγήκε νικητής στον αγώνα αυτό, και κατά την απελευθέρωση βρέθηκε να κυριαρχεί συντριπτικά τόσο στην ύπαιθρο όσο και στα μεγάλα αστικά κέντρα, προβληματίζοντας όλους όσους είχαν ήδη μοιράσει την πίτα. Στο Δουργούτι, η αυθαίρετη δόμηση της συνοικίας –που έκανε δύσκολο τον προσανατολισμό και δυσεύρετη την έξοδο σε όποιον ξένο έμπαινε στην παραγκούπολη από άλλη είσοδο εκτός από αυτή της Αγοράς– διαμόρφωσε έναν χαρακτήρα αυτοσχέδιου φρουρίου το οποίο από τη μία αποθάρρυνε τους Γερμανούς να εισέρχονται –καθώς δεν θα μπορούσαν να ελιχθούν σε περίπτωση που δέχονταν επίθεση– ενώ από την άλλη έδωσε την ευκαιρία στο ΕΑΜ να δημιουργήσει εκεί μία από τις ισχυρότερες ομάδες στην Αθήνα, τον Λόχο Δουργουτίου του ΕΛΑΣ, ο οποίος κατά το ένα τρίτο αποτελούνταν από Αρμένιους. Την προπολεμική περίοδο η πλειοψηφία του πληθυσμού στη συνοικία ήταν μέλη και υποστηρικτές του σοσιαλιστικού κόμματος «Τασνακτσουτιούν», και οι δεξιοί του «Ραμγκαβάρ». Οι μαρξιστές «Χιντσακιάν» μαζί με τους Αρμένιους υποστηρικτές του ΚΚΕ αποτελούσαν μειοψηφία. Στην Κατοχή, και ειδικότερα μετά τα τέλη του 1942, οι συσχετισμοί άλλαξαν. Τόσο η προπαγάνδα του ΕΑΜ και ο αγώνας του εναντίον των Γερμανών, που συνέπαιρνε και ενθουσίαζε τους νέους οι οποίοι κατατάσσονταν αθρόα στις γραμμές του, όσο και η ισχυρή ένοπλη παρουσία του που δεν άφηνε πολλά περιθώρια στους ουδέτερους της περιοχής έγειραν τη ζυγαριά υπέρ των κομμουνιστών. Στα τέλη του 1942, η ηγεσία του «Τασνακτσουτιούν» έκανε μια απόπειρα προσέγγισης και συνεργασίας με το ΕΑΜ, όταν όμως αντιλήφθηκε τις ακραιφνείς φιλοσοβιετικές του θέσεις σταμάτησε κάθε προσπάθεια και στράφηκε προς την άλλη μεγάλη αντιστασιακή οργάνωση, και αντίπαλο δέος του ΕΑΜ, τον ΕΔΕΣ. Στις αρχές του 1943 έγινε στη Θεσσαλονίκη σύσκεψη κορυφαίων στελεχών του «Τασνακτσουτιούν» και του ΕΔΕΣ, όπου αποφασίστηκε στενή συνεργασία των δύο οργανώσεων σε όλη την ελληνική επικράτεια. Η δολοφονία Γκοκτσιάν Πρέπει να σημειώσουμε ότι από την έναρξη της Κατοχής, οι Τασνάκ με τους Αρμένιους κομμουνιστές είχαν συνάψει μια «συμφωνία κυριών» ότι ανεξάρτητα από το τι θα συνέβαινε ανάμεσα στις αντίπαλες ελληνικές οργανώσεις, οι ίδιοι μεταξύ τους δεν θα είχαν εχθροπραξίες και αντεγκλήσεις, καθώς και οι δύο πλευρές διέθεταν οπλισμό και μια πιθανή ανάφλεξη θα είχε ολέθριες συνέπειες για τους Αρμένιους. Αυτή η συμφωνία τηρήθηκε μέχρι την άνοιξη του 1944. Στις 14 Απριλίου 1944 βρέθηκε νεκρός ο Αράμ Γκοκτσιάν, ηγετικό στέλεχος του μαρξιστικού κόμματος «Χιντσακιάν», εκδότης και αρχισυντάκτης των αριστερών αρμενόφωνων εφημερίδων «Αραμάζντ» και «Βερατζνούντ» και συνεργάτης των «Σεβάν» και «Βερέλκ». Εδώ να σημειώσουμε ότι από τη δεκαετία του ’30 ο Γκοκτσιάν είχε προσεγγίσει τους τροτσκιστές, κάτι που θεωρείτο θανάσιμο αμάρτημα για κάθε κομμουνιστή από τη σταλινική ηγεσία του ΚΚΕ και είχε οδηγήσει στη δολοφονία πολλών μελών του κόμματος από τους ίδιους τους συντρόφους τους. Η υπόθεση Γκοκτσιάν παραμένει μυστήριο μέχρι και σήμερα, ενώ οι απόψεις για το ποιος ευθύνεται –ανάλογα με το ποιος τις παρουσιάζει– απέχουν πολύ. Για του λόγου το αληθές, παραθέτουμε τα γραφόμενα του Γκάρο Κεβορκιάν, δημοσιογράφου και στελέχους των Τασνάκ την εποχή εκείνη, και του συγγραφέα Παντελή Αραπίνη, που παραθέτει στοιχεία προσκείμενα στο ΚΚΕ. Ο Κεβορκιάν, στο έργο του «Αμενούν Νταρεκίρκ» (Γενικό Χρονολόγιο,) γράφει: «Κάποια μέρα μάθαμε ότι η Γκεστάπο συνέλαβε τον Γκοκτσιάν λόγω ενός εράνου που έκανε για τις οικογένειες φυλακισμένων και νεκρών αντιστασιακών του ΕΑΜ. Αφού τον ανακρίνουν τέσσερις μέρες, τον προσάγουν στις φυλακές Αβέρωφ. Καλά ενημερωμένες πηγές αναφέρουν ότι οι σύντροφοί του τον είχαν εγκαταλείψει. Οι μόνοι που ενδιαφέρθηκαν ήταν μερικοί Τασνάκ, οι οποίοι είχαν βρει και τρόπο να δραπετεύσει αρκεί να δωροδοκούσαν τους Γερμανούς φρουρούς με 25 λίρες. Μάλιστα, είχαν βρει και άνθρωπο που έδινε τις 5 λίρες, και για τις υπόλοιπες 20 είχαν πλησιάσει μέχρι και τον αρχιεπίσκοπο Μαζλουμιάν [γνωστό για τις αντιτασνάκ φιλοκομμουνιστικές του θέσεις]. Κι όμως, ούτε ο αρχιεπίσκοπος ούτε το κόμμα “Χιντσακιάν” ούτε οι υπόλοιποι σύντροφοί του βοήθησαν να συγκεντρωθεί το ποσό. Ακόμα και ο φίλος του ο Οβανές [αναφέρεται στον γνωστό εκτελεστή της ΟΠΛΑ “Γιόχαν”], που ήταν λινοτύπης στην εφημερίδα “Σεβάν”, αρνήθηκε να βοηθήσει, απαντώντας σιβυλλικά “ο Αράμ είναι άξιος, ας υποστεί την τιμωρία”. Κανείς μας δεν κατάλαβε γιατί οι ομοϊδεάτες του είχαν τέτοια αντιμετώπιση εναντίον του. Και μια μέρα του Απρίλη του 1944 μάθαμε ότι βρέθηκε νεκρός σε έναν δρόμο του Χαϊδαρίου. Ειπώθηκε τότε ότι κατά τη μεταφορά του σε άλλη φυλακή προσπάθησε να δραπετεύσει και εκεί τον πυροβόλησαν». Από την αντίθετη σκοπιά, διαβάζουμε στο βιβλίο του Παντελή Αραπίνη «Το Δουργούτι των προσφύγων - Η πόλη των Παρτιζάνων»:«Το “Αρμενικό Μέτωπο” έγινε με πρωτοβουλία του Αράμ Γκοκτσιάν και του Χαϊγκαζούν Μπεϊλεριάν. Ο Γκοκτσιάν ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στο Δουργούτι. Το “Αρμενικό Μέτωπο” είχε τόση επιρροή στον συνοικισμό που τα στελέχη των Τασνάκ αναγκάζονταν να κινούνται παράνομα, παρ’ όλη τη στήριξη που είχαν από τους Γερμανούς. Γι’ αυτό και τον κατέδωσαν, με αποτέλεσμα τη σύλληψη και την παραμονή του επί τρεις μήνες στο κολαστήριο της Γκεστάπο, όπου βασανιζόταν συνεχώς. Επειδή δεν προέκυψε κανένα στοιχείο σε βάρος του, αφέθηκε ελεύθερος. Όπως φαίνεται, οι αντίπαλες πλευρές δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν ούτε καν σχετικά με το πού βρέθηκε το σώμα του νεκρού. Όπως και να ’χει, πάντως, η δολοφονία του Γκοκτσιάν άνοιξε τον ασκό του Αιόλου στις αρμενικές συνοικίες και έσπασε τη συμφωνία που προαναφέραμε μεταξύ «Τασνακτσουτιούν» και κομμουνιστών, με ολέθρια αποτελέσματα κυρίως για την πλευρά των Τασνάκ, όπως θα δούμε παρακάτω. Στο στόχαστρο ο Γκαϊτζάκ Έτσι, σε ένα Δουργούτι όπου κυκλοφορούσαν αντιστασιακοί και συνεργάτες των Γερμανών, Τασνάκ που κατηγορούνταν ότι είναι Γερμανόφιλοι αλλά μετά τα Δεκεμβριανά θα αποδειχτεί ότι οι περισσότεροι ήταν πράκτορες των Άγγλων και δρούσαν κατά των κατοχικών δυνάμεων, μέλη της ΟΠΛΑ που προς έκπληξη όλων στα μπλόκα φόρεσαν κουκούλα και κατέδωσαν τους συντρόφους τους, καιροσκόποι και κάθε λογής τυχοδιώκτες. Έπρεπε να επιβιώσουν άνθρωποι που είτε δεν ανήκαν σε κανένα από τα εμπόλεμα μέρη, είτε ήταν μέλη κάποιας οργάνωσης που όμως δεν είχε σκοπό να βλάψει κανέναν συμπατριώτη. Τουναντίον, τέτοιες οργανώσεις βοήθησαν ακόμα και ιδεολογικά αντίθετους να σωθούν από τα χέρια των Γερμανών, και τελικά πλήρωσαν αυτή τη βοήθεια με την ίδια τους τη ζωή από τα χέρια των ευεργετημένων. Η ιστορία με τον Γκοκτσιάν έδωσε στους κομμουνιστές την αφορμή να σπάσουν τη συμφωνία και να ξεκαθαρίσουν τους λογαριασμούς τους με το «Τασνακτσουτιούν». Έτσι, έναν μήνα μετά το μπλόκο του Δουργουτίου, στις 14 Σεπτεμβρίου, σε ενέδρα κοντά στον Πλαταμώνα Πιερίας, Αρμένιοι και Έλληνες εκτελεστές της ΟΠΛΑ δολοφονούν τον Αράμ Γκαϊτζάκ, ήρωα της αντίστασης κατά των Τούρκων στην περιοχή Χατζίν της τουρκοκρατούμενης Αρμενίας, υπαρχηγό της Αρμενικής Λεγεώνας που πολέμησε στο πλευρό του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία, υψηλόβαθμο στέλεχος του «Τασνακτσουτιούν» και τιμητικά Ταγματάρχη του ελληνικού στρατού –με την κατηγορία της συνεργασίας με τους Γερμανούς. Η εκτέλεση έκανε αίσθηση στους Αρμένιους, τόσο γιατί λόγω της προϊστορίας του θεωρούνταν θρύλος για τους συμπατριώτες του όσο και γιατί ως αρχηγός των ενόπλων του Τασνάκ ο χαμός του τους άφηνε ουσιαστικά ανυπεράσπιστους στις διαθέσεις των αντιπάλων τους. Στις 3 Δεκεμβρίου η αστυνομία χτυπάει στο Σύνταγμα την ειρηνική διαδήλωση του ΕΑΜ, αφήνοντας 33 νεκρούς και 148 τραυματίες διαδηλωτές. Το ίδιο βράδυ, σαν αντίποινα, σχεδόν όλα τα αστυνομικά τμήματα της Αθήνας δέχονται επίθεση από τους ΕΑΜίτες και όλη η πόλη βρίσκεται στα χέρια των κομμουνιστών με εξαίρεση το τρίγωνο Κολωνάκι – Μοναστηράκι – Ομόνοια (την αποκαλούμενη «Σκομπία», από το όνομα του διοικητή των βρετανικών δυνάμεων Ρόναλντ Σκόμπι, που έδρευε στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» στο Σύνταγμα). Η εκτέλεση των τεσσάρων Στο Δουργούτι αρχίζει η τελευταία πράξη του δράματος. Οι κατατρεγμοί, οι διώξεις και τα βασανιστήρια είκοσι χρόνων των κομμουνιστών από βασιλόφρονες, βενιζελικούς, μεταξικούς και την κατοχική κυβέρνηση φούντωσαν την οργή και επέφεραν εκδίκηση, η οποία έπεσε επί δικαίων και αδίκων. Μέλη και οπαδοί του «Τασνακτσουτιούν» δεν μπορούσαν να βγουν από τα σπίτια τους, καθώς οι πάνοπλοι άνδρες της Πολιτοφυλακής περιπολούσαν σε όλο το Δουργούτι. Στις 11 Δεκεμβρίου συλλαμβάνονται δύο από τα ηγετικά στελέχη των Τασνάκ, ο Μανούκ Μανουκιάν και ο Μιράν Παπαζιάν, όπως και η Αρσαλούις Παπαζιάν (γυναίκα του Μιράν) και ο Σέρκο Αμπασιάν (γιος της Αρσαλούις από τον πρώτο της γάμο). Όλοι θα εκτελεστούν το ίδιο βράδυ από την ΟΠΛΑ Δουργουτίου ως συνεργάτες των Γερμανών κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ο Μιράν Παπαζιάν ήταν πράκτορας των Άγγλων με τον βαθμό του Ταγματάρχη στην Intelligence Service και καθ’ όλη την Κατοχή έδινε στοιχεία στους Συμμάχους για τις κινήσεις των Γερμανών. Αγγλόφιλος ήταν επίσης και ο Μανούκ Μανουκιάν. Καθ’ όλη τη διάρκεια των Δεκεμβριανών πολλοί Τασνάκ προπηλακίστηκαν, βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν. Το ίδιο βέβαια συνέβη και από την άλλη πλευρά μετά την ήττα του ΕΑΜ, καθώς όποιος Αρμένιος είχε λάβει μέρος στον Εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα και ήταν αριστερός συλλαμβανόταν από τις αγγλικές δυνάμεις ή την αστυνομία και κατηγορείτο για τους φόνους των Παπαζιάν και Μανουκιάν. Πάρα πολλοί καταδικάστηκαν σε θάνατο ή σε ισόβια δεσμά. Αρκετοί από αυτούς σώθηκαν με την αμνηστία που δόθηκε κατά τη διάρκεια της παλινόστησης στη Σοβιετική Αρμενία το 1947-1948. Όσοι γλίτωσαν τη σύλληψη συνέχισαν τη δράση τους συμμετέχοντας στον Εμφύλιο και μετά την υποχώρηση βρέθηκαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες και στην ΕΣΣΔ. Γεγονός πάντως είναι ότι τόσο στις μαύρες μέρες της Κατοχής όσο και στα Δεκεμβριανά άνθρωποι λοιδορήθηκαν, εξευτελίστηκαν ή έχασαν τη ζωή τους άδικα, μόνο και μόνο επειδή ήταν πατριώτες αλλά έκαναν το θανάσιμο σφάλμα να εξωτερικεύσουν αυτόν τον πατριωτισμό μέσω διαφορετικής ιδεολογικής προσέγγισης. Κάθε γενικό και πολιτικά στοχευμένο αφήγημα σαν τον «ηρωικό Δεκέμβρη» της αριστεράς ή τον «δεύτερο γύρο της κομμουνιστικής ανταρσίας» της δεξιάς χαρακτηρίζεται από την επιλεκτική χρήση του παρελθόντος, την αποσιώπηση ή διαστρέβλωση γεγονότων και τη συγκάλυψη των πολιτικών ευθυνών. Το παραπάνω κείμενο προσπάθησε να παρουσιάσει (με πολλές ελλείψεις λόγω του περιορισμένου χώρου) την πιο μαύρη ίσως σελίδα τής 103χρονης ιστορίας της αρμενικής κοινότητας στην Ελλάδα μέσα από ένα αντικειμενικό πρίσμα (όσο αυτό είναι εφικτό), όχι για να δικαιώσει ή να καταδικάσει κάποιους από τους πρωταγωνιστές αλλά για να της δώσει την πραγματική της διάσταση μέσα από τις ερμηνείες και παρερμηνείες που φέρνει η αχλή του χρόνου, καταδεικνύοντας τελικά ότι σε όλο αυτό το μακελειό δεν υπήρξαν «καλοί» και «κακοί» παρά μόνο «μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα», όπως λέει ο ποιητής.
|