Οι Αρμένιοι πρόσφυγες στην Ελλάδα, 1922-1949: Τόπος μόνιμης εγκατάστασης ή μεταβατικός σταθμός για άλλους τόπους; Εκτύπωση E-mail

1923 Kefallonia

 Ερβέ Ζωρζελέν - Μετάφραση & επιμέλεια: Έλενα Βούζα

     Η παρουσία Αρμενίων στο έδαφος της σύγχρονης Ελλάδας χρονολογείται πολύ πριν το 1915. Στην αρχή του 20ού αιώνα, η οθωμανική Θράκη και η Μακεδονία υπήρξαν ήδη ο τόπος διαμονής αρμενικών πληθυσμών, όπως επίσης και η Αθήνα, αλλά σε μικρότερο βαθμό. Ωστόσο, μετά τον Σεπτέμβριο του 1922, αυτή η παρουσία αλλάζει δραματικά σε αριθμό και σε γεωγραφική κατανομή λόγω του κύματος αφίξεων μαζικής συρροής Αρμενίων προσφύγων που εγκαταλείπουν τη νεότευκτη εθνική Τουρκία. Εκτιμάται ότι δεκάδες χιλιάδες Αρμένιοι βρέθηκαν στην Ελλάδα περί τα τέλη του 1922, κατά προσέγγιση γύρω στους 80.000 με 100.000.

Φυσικά, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Οθωμανοί Αρμένιοι δεν είναι οι μόνοι που αναγκάστηκαν να γίνουν πρόσφυγες και να διασκορπιστούν. Πρόκειται για ένα απανταχού σύνηθες φαινόμενο το οποίο επηρεάζει εξίσου και σε μεγάλη κλίμακα και την Ελλάδα, που κατακλύζεται από Ελληνορθόδοξους πρόσφυγες προερχόμενους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την παλαιά Τσαρική Αυτοκρατορία. Ωστόσο, η ιδιαιτερότητα των Αρμενίων συνίσταται στο ότι δεν έχουν τη δυνατότητα μιας ενδεχόμενης επιστροφής και η πλειονότητα εξ αυτών δεν είναι ευπρόσδεκτοι στη μικρή και μακρινή Αρμενία μετά τη σοβιετοποίησή της το 1920. Συνεπώς, καταλαβαίνουμε ότι η αρμενική εξορία διακρίνεται από την εξής πρόδηλη ακρότητά της: η ένδειξη «χωρίς δυνατότητα επιστροφής» είναι αποτυπωμένη στα ταξιδιωτικά έγγραφα της Κοινωνίας των Εθνών, στα επονομαζόμενα διαβατήρια Νάνσεν που διανέμονται στους Αρμένιους πρόσφυγες.

Για τους Οθωμανούς Αρμένιους, η Ελλάδα συνιστούσε συχνά μια χώρα διέλευσης, ένα απλό πέρασμα προς χώρες που παρείχαν, από οικονομικής πλευράς, περισσότερο ευοίωνες προοπτικές. Έτσι, τις δεκαετίες μετά το 1920 δεν ήταν καθόλου σπάνιο να βρίσκει κανείς Αρμένιους στη Γαλλία που είχαν γεννηθεί —οι ίδιοι ή τα παιδιά τους— στην Ελλάδα. Παρόλα αυτά, μια κοινότητα θα εγκατασταθεί μόνιμα και θα θέσει τα θεμέλια μιας αρμενικής ζωής, της οποίας οι κληρονόμοι παραμένουν μέχρι και σήμερα εκεί.

Αίτια του μαζικού ερχομού των Αρμενίων

     Οι αθρόες αφίξεις των Αρμενίων στην Ελλάδα συμπίπτουν χρονικά με την ήττα του στρατού των Νεοελλήνων στη Μικρά Ασία. Πριν την κάθοδο των τουρκικών εθνικιστικών ομάδων, η Σμύρνη, το επίνειο ολόκληρου του ελληνικού στοιχείου της ασιατικής ενδοχώρας, είχε υπερσυγκεντρώσει στους κόλπους της μια πληθώρα χριστιανών προσφύγων, μεταξύ των οποίων και Αρμένιοι. Ανάμεσά τους βρίσκονται και Αρμένιοι πρόσφυγες από την Κιλικία οι οποίοι εκδιώχθηκαν από τα συγκεκριμένα εδάφη κατά την εκχώρηση αυτών από τη Γαλλία στο κεμαλικό κίνημα. Εξάλλου, όσοι Αρμένιοι κατάφεραν να επιζήσουν θα επιστρέψουν στους παλαιούς τόπους καταγωγής τους στη Δυτική Μικρά Ασία, στην πόλη Νικομήδεια (Ιζμίτ), ή στην Ανατολική Θράκη. Μισοί εξ αυτών κατάγονται από το λιμάνι της Ραιδεστού (Τεκιρτάγ). Αυτοί θα επιχειρήσουν να ακολουθήσουν το κύμα των ελληνορθόδοξων πληθυσμών στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από την προέλαση των τουρκικών ομάδων αλλά και ως εκδιωκόμενοι της νέας εξουσίας. Ο αρμενικός πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης θα μπει επίσης στον πειρασμό να ακολουθήσει το κύμα των φυγάδων υπό τον φόβο αντιποίνων μετά τον Οκτώβριο του 1922.

     Η κεμαλική πίεση εκδίωξης των αρμενικών πληθυσμών που διαβιούν στην Ανατολή, και οι οποίοι επέστρεψαν στη χώρα μετά τις απελάσεις προς τη Συρία, θα παραμείνει αμείωτη.

Κάθε πτυχή της αρμενικής ζωής και κάθε δομή, ακόμη και ένα αμερικανικό ορφανοτροφείο όπως αυτό της Μερζιφούντα (Μαρζβάν), που φέρει το όνομα Anatolia College, πρέπει είτε να διαλυθεί είτε να εγκαταλείψει τη χώρα. Το εν λόγω ορφανοτροφείο μεταναστεύει προς τη Θεσσαλονίκη, όπου υπάρχει μέχρι σήμερα και λειτουργεί ως αμερικανικό λύκειο και μάλιστα με μεγάλη κοινωνική απήχηση. Συνεπώς, οι βασικές αιτίες των μαζικών αφίξεων Αρμενίων στην Ελλάδα ήταν οι κάθε είδους πολιτικές γενοκτονίας που εξαπέλυε η κυβέρνηση των Νεότουρκων από το 1915.

Επιπροσθέτως, στις μαζικές αφίξεις λειτούργησε επιβαρυντικά και η ήττα που επήλθε στη Μικρά Ασία, την οποία οι Έλληνες με πάθος αποκαλούν «η Μεγάλη Καταστροφή». Υπενθυμίζω σε αυτό το σημείο ότι η αρμενική συνοικία στη Σμύρνη ήταν η πρώτη που πυρπολήθηκε και ότι οι άντρες που αναγνωρίζονταν ως Αρμένιοι από τα νικηφόρα τουρκικά στρατεύματα έσπευδαν να διαφύγουν το συντομότερο δυνατό. Μπορούμε, επομένως, να ισχυριστούμε ότι η φυγή προς τα δυτικά ήταν μια σοφή αντίδραση.

Οι πρώτες συνθήκες μετά την άφιξη

Ένα θεμελιώδες στοιχείο της κατάστασης που επικρατούσε στην Ελλάδα ήταν η μαζική παρουσία ενάμισι εκατομμυρίου ελληνορθόδοξων προσφύγων που διέφυγαν ή κατά κύριο λόγο εκδιώχθηκαν ή ακόμη και ανταλλάχθηκαν με τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Ελλάδας, σύμφωνα με το πρωτόκολλο της υποχρεωτικής ανταλλαγής που υπογράφηκε στο πλαίσιο της Συνθήκης της Λοζάνης. Οι τελευταίοι ανταλλαγέντες έφτασαν στην Ελλάδα το 1924, δηλαδή δύο χρόνια μετά την κατάπαυση των αψιμαχιών.

Η Ελλάδα δεν κλείνει τις πύλες της σε αυτό το ανθρώπινο παλιρροϊκό κύμα και εκείνη την κρίσιμη περίοδο δεν προβαίνει στον εκ των προτέρων διαχωρισμό μεταξύ ελληνορθόδοξων και λοιπών κατατρεγμένων. Ο Ασαντούρ Μακαριάν χαρακτηριστικά αναφέρει: «Η αρμενική κοινότητα και το αρμενικό έθνος παραμένουν αιωνίως ευγνώμονες στη φιλόξενη Ελλάδα». Η κατάσταση ενδεχομένως να μην είναι καθ’ όλα ρόδινη, όπως αφήνει να εννοηθεί το κείμενο του Μακαριάν. Θα ήταν λάθος να βλέπουμε μια αιώνια φιλία μεταξύ Ελλήνων και Αρμενίων. Η ανθρωπολόγος Renée Hirschon, στο βιβλίο της Κληρονόμοι της ελληνικής καταστροφής, το λέει ξεκάθαρα: «Αν και οι Αρμένιοι ήταν χριστιανοί, εντούτοις τα χριστιανικά έθιμά τους συγκρίνονταν με δυσμένεια έναντι των ελληνορθόδοξων». Ο ερευνητής-δημοσιογράφος Σαβάρς Μισακιάν επισημαίνει σχετικά ότι αμφισβητούνταν ακόμη και ο χριστιανισμός των Αρμενίων. Στην περιήγησή του στα χωριά της Μακεδονίας και της Θράκης, κατά τη δεκαετία του 1930, καταγράφει τις μαρτυρίες περί αυτού από τα ορφανά αρμενόπουλα που δούλευαν σε αγροτικές εργασίες και διέμεναν απομονωμένα στη Βόρεια Ελλάδα.

Το νομικό καθεστώς διέφερε για τις δύο κατηγορίες προσφύγων: στους παλαιούς Ρωμιούς η πολιτογράφηση γινόταν αμέσως, ενώ οι Αρμένιοι την αποκτούσαν λιγότερο συχνά και με δραματική καθυστέρηση και συνήθως βρίσκονταν εγκλωβισμένοι στο καθεστώς των απάτριδων προσφύγων. Είχαν επίσης τον φόβο ότι απαρνούμενοι το προηγούμενο καθεστώς ως Οθωμανοί υπήκοοι, απεμπολούσαν τα εδαφικά κυριαρχικά δικαιώματά τους στη νέα Τουρκία.

Μπορούμε να διαχωρίσουμε τους Αρμένιους αφιχθέντες σε δύο μεγάλες κατηγορίες βάσει κοινωνιολογικών κριτηρίων: οι ολιγομελείς ή ευρύτερες οικογένειες εντάσσονται στη μία κατηγορία, ενώ στην άλλη περιλαμβάνονται τα ορφανά που έπρεπε να τεθούν υπό την εποπτεία των δομών των ορφανοτροφείων (Κέρκυρα, Αθήνα, Θράκη και Μακεδονία). Ο ρόλος του οργανισμού «American Near East Relief», με τη μεθοδευμένη διοχέτευση των ορφανών αρμενόπουλων ως φθηνού εργατικού δυναμικού σε αγροκτήματα κυρίως της Βόρειας Ελλάδας, ήταν σημαντικός, αλλά παράλληλα οδηγούσε στην απομόνωσή τους από τους συμπατριώτες τους, καθώς διασκορπίζονταν σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.

Οι νεοφερμένοι διαμοιράζονται περιφερειακά στις αρμενικές συνοικίες που ήδη υπάρχουν στη Βόρεια Ελλάδα ή εγκαθίστανται στις προσφυγικές συνοικίες που πρόσφατα δημιουργήθηκαν ειδικά για αυτούς στο Φιξ και στην Αθήνα, οι οποίες φέρουν την ονομασία «Χαϊνότς», δηλαδή την ίδια που είχε η αρμενική συνοικία της Σμύρνης. Το 1932 καταμετρώνται 4.000 Αρμένιοι. Τα μικρά σπίτια τους περισσότερο μοιάζουν με παράγκες όπου κυριαρχούσε η μιζέρια. Ήταν, ωστόσο, ο τόπος όπου αναπτύχθηκε επίσης μια υποτυπώδης μικρο-οικονομία, με βιοτεχνίες, εργαστήρια, μαγαζάκια, ακόμη και συλλογικές εκπαιδευτικές υποδομές, με σχολεία που το 1930 αριθμούσαν περί τα 1.500 παιδιά.

Σύγκριση των κοινοτήτων, Ελλάδα και αλλού

     Στις αρχές της δεκαετίας του ’30, οι Αρμένιοι της ελληνικής Θράκης είχαν ήδη ενσωματωθεί στην τοπική οικονομία, παρόλο που οι συνθήκες διαβίωσής τους παρέμεναν φτωχικές. Το ιδανικό της επιτυχίας για τους Αρμένιους της Θράκης ήταν να φτιάξουν μια δική τους εμπορική επιχείρηση, να έχουν το δικό τους μαγαζί. Αυτός ο διακαής πόθος για επαγγελματική ανεξαρτησία δεν διέφερε καθόλου από τον ταυτόσημο στόχο που επιδίωκαν αντίστοιχα οι συμπατριώτες τους στη Γαλλία, σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγε η ανθρωπολόγος Μαρτινέ Χοβανεσιάν σε προάστιο των Παρισίων και έχει καταγραφεί στο βιβλίο της Leliencommunautaire. TroisgénérationsdArméniens (Ο κοινοτικός δεσμός. Τρεις γενιές Αρμενίων, Παρίσι, 1992).

Μια διαφορετική οπτική έχει αποτυπώσει η δημοσιογράφος Μαρτινέ Χοβανεσιάν στο Orer yev jamer (Μέρες και ώρες, Παρίσι, 1958). Αν και δεν πρόκειται για μια κοινωνιολογική ανάλυση ενός ειδικού, η δημοσιογραφική οξυδέρκειά του υποδεικνύει μια θεμελιώδη διαφορά ανάμεσα στις δύο κοινωνίες υποδοχής. Παρότι τόπος εξορίας, η Ελλάδα, και κυρίως η Βόρεια Ελλάδα, παραμένει ένα έδαφος σε σχετική συνέχεια με το οθωμανικό παρελθόν. Ο Σαβάρς Μισακιάν δεν αισθάνεται αμέσως την αφομοιωτική πίεση, μια πίεση αναπόφευκτη για μια χώρα που θέλει ωστόσο να προβάλει τον οικουμενικό χαρακτήρα της, όπως είναι η περίπτωση της Γαλλίας. Στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1930, η ελληνική κοινωνία δεν ζητά από τους Αρμένιους πρόσφυγες να γίνουν Έλληνες, ακόμη κι αν η κυβέρνηση μπήκε στον πειρασμό να διατυπώσει μια τέτοια πρόταση. Ωστόσο, με το πέρασμα του χρόνου, η κοινωνία τούς οδηγεί προς μια συμμόρφωση με τις τοπικές νόρμες, αλλά το σκεπτικό δεν είναι το ίδιο. Ως εκ τούτου, υπάρχει η εκτίμηση ότι η διαδικασία της ενεργούς συμμετοχής στην τοπική κοινωνία γίνεται σε διαφορετική χρονικότητα συγκριτικά με τη Γαλλία, αλλά κυρίως με διαφορετικές προϋποθέσεις, που εμπεριέχουν, λόγου χάριν, το θρησκευτικό κομμάτι. Σήμερα, οι διαφορές αυτές είναι ακόμα διακριτές και αντιληπτές και στις δύο χώρες.

Στην εύστοχη και διανθισμένη κριτική του, ο Μισακιάν, καταγράφοντας τον θαυμασμό του για τη δυναμικότητα του σχολικού έργου, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Λίγο ενδιαφέρει αν η εκφορά του λόγου έχει κάποιες μικρές ατέλειες, λίγο ενδιαφέρει αν η προφορά είναι σπαστή και εμφανώς επηρεασμένη από τα ελληνικά».

Η μη αφομοιωτική κοινωνία είναι αρκούντως ελκυστική και ίσως εν αγνοία της ανοιχτή σε ανατροποποιήσεις της καθομιλουμένης γλώσσας των αρμενικών. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν προβαίνει σε τακτικές περιορισμού ή σε οποιουσδήποτε φραγμούς, σε αντίθεση με τη γαλλική κοινωνία. Αυτές οι επισημάνσεις παραμένουν επίκαιρες μέχρι σήμερα: Οι Αρμένιοι της Ελλάδας είναι κατά γενίκευση δίγλωσσοι, διαχειριζόμενοι σε υψηλό επίπεδο —ενίοτε ασύμμετρα— και τα αρμενικά και τα ελληνικά, ενώ οι δίγλωσσοι Αρμένιοι της Γαλλίας αποτελούν εξαίρεση.

Η αρμενική κοινωνικότητα το 1932

     Εξέχουσα ιστορική σημασία έχουν οι αναφορές του Σαβάρς Μισακιάν για την κοινωνική ζωή του αρμενικού πληθυσμού. Αυτή η ιδιαίτερη αρμενική κοινωνική ζωή δεν είναι ευρύτερα γνωστή στο εξωτερικό, και βαίνει φθίνουσα, περιοριζόμενη σε λίγα πλέον άτομα, τουτέστιν σε 10.000 Αρμένιους της Ελλάδας και σε άλλους 10.000 Αρμένιους προερχόμενους, ως επί το πλείστον, από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

Κατ’ αρχάς, στην Ελλάδα βρίσκει κανείς στοιχεία συνέχειας με την οθωμανική κοινωνία: παραδείγματος χάριν, στην Κομοτηνή (Γκιουμουλτζίνα), μια πόλη με ισχυρό τουρκόφωνο και μουσουλμανικό πληθυσμό μέχρι τις μέρες μας, οι κατοικίες αναπτύσσονται κατά ομάδες γύρω από μία και μόνο συνοικία, ακριβώς όπως ήταν το σύνηθες στην ύστερη οθωμανική εποχή. Η εγγύτητα των σπιτιών επέτρεπε την άμεση πρόσβαση στην προφορική επικοινωνία των κατοίκων από το ένα κτήριο στο άλλο και συνεπώς την ταχύτατη διάδοση των νέων της κοινότητας που λάμβαναν χώρα σε πραγματικό, βιωματικό και ουδόλως φαντασιακό χρόνο. Συγκαλούσαν επίσης συγκεντρώσεις και διάφορες μαζώξεις. Με αυτό τον τρόπο, εγκαθιδρυόταν μια διαφορετική χρονικότητα για το μη αρμενικό περιβάλλον, αποκομμένο de facto από αυτό το δίκτυο επικοινωνίας.

Ο Μισακιάν προσπαθεί να σκιαγραφήσει και να φωτίσει κάθε φαινόμενο που αξιολογεί ως θετικό. Σε μια όχι και τόσο ευνοϊκή εποχή επισκέπτεται τις αρμενικές αποικίες και επιχειρεί να συγκρίνει την ισχύουσα ελληνική δυναμικότητα με τη σχετική ατονία που συναντά στη Γαλλία. Ιδιαίτερα, εξυμνεί την έντονη δραστηριοποίηση και το σχολικό έργο που συνάντησε στη Μακεδονία-Θράκη, και παροτρύνει τους Αρμένιους της Γαλλίας να πράξουν το ίδιο. Ο Αρμένιος ερευνητικός δημοσιογράφος εντοπίζει στο αρμενικό σχολείο σωτήριες αρετές, παρά τις δυσμενείς συνθήκες που συναπαντώνται σε πόλεις που βρίσκονται στην άκρη του κόσμου της ελληνικής επικράτειας, όπως η Αλεξανδρούπολη, η Ξάνθη, η Κομοτηνή. Αυτό που ο Μισακιάν δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται είναι ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται σε πολιτισμική συνέχεια με τον οθωμανικό κόσμο και ότι, δικαίως ή αδίκως, κάθε αναγνωρισμένη ομάδα αυτή καθαυτή έχει εν τέλει το δικαίωμα να επιφορτίζεται με ορισμένες από τις δικές της υποθέσεις. Με αυτή τη ρύθμιση δημιουργείται, ή τουλάχιστον παγιώνεται, η έννοια ενός τομέα γύρω από τον οποίο συσπειρώνεται μια συγκεκριμένη ομάδα. Η κοινωνική αναγνώριση είναι επίσης μια αποδιδόμενη ένδειξη προέλευσης (ascription).

Η συλλογική ζωή διοργανώνεται σε κοινωνικές λέσχες και πολιτιστικά κλαμπ (αγκούμπ), που διαθέτουν βιβλιοθήκη και αίθουσα συνεδριάσεων και τα οποία αποτελούν στα προσφυγικά μέρη ένα εκ των ων ουκ άνευ χαρακτηριστικό. Τέτοιου είδους υποδομές υπάρχουν ακόμη ανεξάλειπτες στο Χαλέπι και στη Βηρυτό. Συναντάμε, επίσης, μια σημαντική αρμενική βιβλιοθήκη στην Ξάνθη, όχι μόνο για τα δεδομένα της Ελλάδας αλλά ακόμη και για το σύνολο των αρμενικών παροικιών (καγούτ). Αυτή η βιβλιοθήκη, που αποτελεί κληρονομιά της Θράκης —εξυπακούεται της Ανατολικής— εκκενώθηκε αναγκαστικά και βιαστικά, αλλά διαφυλάχθηκε με αμέριστη στοργή και σήμερα διαθέτει πάνω από 1.000 τόμους στα αρμενικά. Τι απέγιναν, όμως, οι πλούσιες αρμενικές βιβλιοθήκες; Εξ όσων γνωρίζω, σήμερα λειτουργεί μόνο αυτή της Θεσσαλονίκης, καμία στην Αθήνα, ούτε στις μικρές πόλεις της Θράκης.

Οι λέσχες έχουν πλέον προσδεθεί στα πολιτικά κόμματα. Τασνακτσουτιούν εναντίον Αζανταγκάν Ραμγκαβάρ, συν έναν τρίτο πόλο κομμουνιστικού προσανατολισμού. Έτσι, κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα σημάδια διαφοροποίησης των Αρμενίων της Ελλάδας, γεγονός που, κατά την πένα του Μισακιάν, έχτισε τον μισητό εθνικό διαχωρισμό. Είναι ένας αρμενικός πολιτισμικός τόπος που επιμένει μόνο να διατυμπανίζει και να διεκδικεί την ενότητα, αποδοκιμάζοντας τη διάσπαση σε καταστάσεις όπου η διαφορετικότητα απόψεων και συμφερόντων αντιμετωπίζεται ως αδυναμία που απειλεί την ομάδα στο σύνολό της. Βέβαια, αυτός ο λόγος της πάση θυσία ενότητας αντιφάσκει με το πνεύμα της δημοκρατίας. Θα ήταν εντελώς απλοϊκή η σκέψη ότι ενδεχομένως οι χριστιανοί της Ανατολής έχουν μια πιο ισχυρή προδιάθεση σε αυτό τον τύπο πολιτικής κουλτούρας απ’ ό,τι οι μη χριστιανοί γείτονές τους, σε Ελλάδα και αλλού. Επιγραμματικά, αυτή η αρμενική κοινωνικότητα που ο Μισακιάν σκιαγράφησε υφίσταται ακόμη, σε Ελλάδα, Συρία και Λίβανο.

Τέτοιου είδους πολιτισμικά στοιχεία γίνονται ευσχήμως διακριτά και οικεία σε οποιονδήποτε βυθιστεί στην πλούσια ιστορία του κοινοτικού σύμπαντος των Αρμενίων της λεβαντίνικης Μ. Ανατολής, από τις αλλοτινές εποχές μέχρι και τις τωρινές.

Η παρουσία της Ελλάδας

     Ο Αρμένιος και η Αρμένισσα αποτελούν ένα κεντρικό μοτίβο της λαϊκής κουλτούρας εκείνης της εποχής στην Ελλάδα. Μια διαδικασία εξωτισμού λαμβάνει χώρα, προσδίδοντας σε όλες τις Αρμένισσες το προφίλ μιας ιδιαιτέρως επιθυμητής γυναίκας.

Η θεματολογία αυτή αποτελεί συνέχεια της εποχής των αστικών τραγουδιών της ύστερης οθωμανικής περιόδου, με τα ρεμπέτικα αυτή τη φορά να παίρνουν τη σκυτάλη. Η Ρόζα Εσκενάζυ, μία από τις πιο εμβληματικές τραγουδίστριες του ρεμπέτικου, ξεκινά την καριέρα της από ένα θεατρικό μπουλούκι με Αρμένισσες καλλιτέχνιδες. Αρκετά αργότερα, η ταινία Ρεμπέτικο τοποθετεί την Αρμένισσα ως την ερωτική και καλλιτεχνική ανταγωνίστρια της βασικής πρωταγωνίστριας, που φυσικά είναι ορθόδοξη, Ελληνίδα και προσφυγοπούλα από τη Σμύρνη.

Η δεκαετία του 1930

     Η κρίση του 1929 επηρέασε με τον πιο αδυσώπητο τρόπο την Ελλάδα. Η ήδη εύθραυστη οικονομική και κοινωνική ισορροπία τέθηκε υπό σκληρή δοκιμασία. Η Ελλάδα πλήττεται σφοδρά από την κρίση του καπιταλισμού. Ο Μισακιάν σημειώνει την επιβράδυνση του προηγούμενου ρεύματος ανοικοδόμησης στην Αθήνα εξαιτίας της κατάρρευσης της ισοτιμίας της δραχμής έναντι της στερλίνας. Η φτώχεια στην Ελλάδα πλήττει κυρίως τους πρόσφατα αφιχθέντες, και μεταξύ αυτών τους λιγότερο προνομιούχους, εκείνους που έχουν λιγότερα δικαιώματα από τους άλλους. Συνεπώς, οι Αρμένιοι, ως πιο ευάλωτοι, είναι τα πρώτα θύματα. Η κατάρρευση της οικονομίας του καπνού συμπαρασύρει στα τάρταρα τους αγροτικούς μισθούς, οδηγώντας στην ανεργία το αγροτικό εργατικό δυναμικό, που σε μεγάλο βαθμό στελεχωνόταν από ορφανά αρμενόπουλα. Η απόγνωση και η εξαθλίωση οδηγούν τους Αρμένιους στα μεγάλα αστικά κέντρα και στη μετανάστευση. Η ελληνική κοινωνία και οι διοικητικές αρχές καταπιάνονται πλέον με τα προβλήματα του ελληνορθόδοξου προσφυγικού πληθυσμού, αλλάζοντας στάση απέναντι στους Αρμένιους κατά τη δεκαετία του 1930. Εάν επρόκειτο να αποξηλώσουν έναν προσφυγικό καταυλισμό, ξεκινούσαν από τον αρμενικό. Ο Σαβάρς Μισακιάν παραθέτει τέτοιες αποκαρδιωτικές αποδείξεις από την επίσκεψή του στον κατεστραμμένο αρμενικό καταυλισμό Harman köy, κοντά στη Θεσσαλονίκη. Κατ’ αντιστοιχία, η Μαρτινέ Χοβανεσιάν κάνει παρόμοιες παρατηρήσεις σχετικά με τον αρμενικό προσφυγικό πληθυσμό στη Γαλλία, ο οποίος επίσης τη δεκαετία του ’30 προσκρούει στον ρατσισμό των Γάλλων εργατών.

Διαφεύγοντας προς την Αρμενία του Καυκάσου

     Μέσα σε αυτές τις συνθήκες θεσμικής παράβασης καθήκοντος από τις ελληνικές αρχές, το «νερκάχτ», δηλαδή ο επαναπατρισμός που οργανώθηκε με χαλαρή απάθεια από τις σοβιετικές αρχές, φάνηκε σε ορισμένους σαν μια χαραμάδα ελπίδας. Ήταν, όμως, περισσότερο μια εκκένωση προς μια άγνωστη χώρα. Ο Μισακιάν έχει ανάμεικτα αισθήματα καταγράφοντας συστηματικά και λεπτομερώς το φαινόμενο αυτό. Από τη μία πλευρά είναι η μιζέρια και η ένδεια των συμπατριωτών του, από την άλλη διατηρεί τις επιφυλάξεις του σχετικά με τις προθέσεις περί πραγματικής αρμενικής αυτονομίας. Το σοβιετικό καθεστώς εξαρχής έδειξε δείγματα γραφής στην πρώτη επέτειο ανεξαρτησίας και μνήμης της Γενοκτονίας, παρεμβαίνοντας στο τελετουργικό μνήμης, στο «σκαχαντές» (εκδήλωση πένθιμου χαρακτήρα).

Το «νερκάχτ» του Μεσοπολέμου αφορά συνολικά πολλές αρμενικές εστίες, 42.000 άτομα, ενώ σε δεύτερο χρόνο, μετά τον πόλεμο, γίνεται πιο μαζικό, όταν 102.000 άρχισαν να οδεύουν προς τη νικηφόρα ΕΣΣΔ. Η καταστροφή της Ελλάδας από τη ναζιστική Κατοχή και ο εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα σε πολιτικές φατρίες ώθησαν στην αναχώρηση χιλιάδες Αρμένιους, με κατεύθυνση τη νεοσυσταθείσα Αρμενία του Καυκάσου. Αυτό το δεύτερο μεταναστευτικό κύμα θα στοιχίσει τη διαφυγή σχεδόν του μισού αρμενικού πληθυσμού της Ελλάδας.

 Διασπορά και αβεβαιότητα

     Στοιχεία της κουλτούρας της Διασποράς αρχίζουν να αναπτύσσονται. Στη μελέτη των εθνικών αναπαραστάσεων προκαλούν εντύπωση οι προσδοκίες των Αρμενίων της Ελλάδας, που έχουν διευρυμένο το εθνικό σημείο αναφοράς της Αρμενίας, με τους συμπατριώτες τους διασκορπισμένους στα πέρατα της γης. Η Αρμενία βρίσκεται πλέον παντού όπου υπάρχουν Αρμένιοι. Έτσι, η κοινοτική αρωγή και συνδρομή μπορεί να προέλθει από τα απανταχού μέλη της αρμενικής αντιπροσωπείας του Κυανού Σταυρού.

Επίσης και οι ίδιοι διαρκώς επανεξετάζουν καινούργια σχέδια μετοίκησης και επανεγκατάστασης σε μέρη με περισσότερο ευοίωνες προοπτικές, αναπτύσσοντας συχνές και πυκνές διασυνδέσεις και επαναξιολογώντας νέες πληροφορίες.

     Η αναζήτηση οικονομικής ευμάρειας πάει παράλληλα με μια μόνιμη έγνοια για το ρίσκο απώλειας της αρμενικής «ταυτότητας», με ό,τι αυτή συμπεριλαμβάνει: μετάδοση της γλώσσας, ιστορικές γνώσεις, τραγούδια κ.ά. Μέγα και διαρκές ζητούμενο παραμένει το πώς να διατηρήσουν στενούς δεσμούς μεταξύ τους ενάντια στις φυγόκεντρες δυνάμεις που με διαφορετικό τρόπο υπονομεύουν την ταυτότητα και συνοχή τους τώρα που «δεν υπάρχει το γιαταγάνι και το ικρίωμα».

*Εισήγηση από δημοσιευμένα πρακτικά του συνεδρίου με τίτλο «Οι πρόσφυγες στην Ευρώπη από τον 16ο έως τον 20ό αιώνα». Κέντρο Ιστορίας των Κοινωνιών, των Επιστημών και των Συγκρούσεων, Amiens, 23-24 Μαρτίου 2007.

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 13 επισκέπτες συνδεδεμένους