| Χάικο Μπαγντάτ - Hayko Bağdat O εξόριστος νοσταλγός της Πόλης |
|
|
|
Κουήν Μινασιάν Γεννήθηκε το 1976 στην Κωνσταντινούπολη, από πατέρα αρμενικής καταγωγής και μητέρα Ρωμιά (Ελληνίδα) της Πόλης. Είναι δημοσιογράφος, συγγραφέας και καμπαρέ περφόρμερ. Δημοτικό σχολείο πήγε στο «Γεσαγιάν» και γυμνάσιο – λύκειο στο «Μιχιταριάν», σε δύο από τα σπουδαιότερα αρμενικά εκπαιδευτικά ιδρύματα της Πόλης. Στη συνέχεια σπούδασε λογοτεχνία και ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Ήταν φίλος και συνοδοιπόρος του Χραντ Ντινκ, η δολοφονία του οποίου το 2007 τον συγκλόνισε αλλά και τον γέμισε με ακόμη μεγαλύτερο πείσμα για αγώνα ενάντια στο άδικο. Η δημοσιογραφική του καριέρα είχε ξεκινήσει το 2002 με τη ραδιοφωνική εκπομπή «Sözde Kalanlar» (αυτοί είναι μόνο λόγια) στο Yaşam Radyo, όπου παρουσίαζε θέματα μειονοτήτων στην Τουρκία. Ήταν ο πρώτος ραδιοφωνικός παρουσιαστής που έκανε ρεπορτάζ για τους Αρμένιους και τους Ρωμιούς στην Τουρκία. Από το 2003 έγραφε στήλες για την αρμενική εφημερίδα «Μαρμαρά» και αργότερα για την ημερήσια τουρκική εφημερίδα «Ταράφ» και το διαδικτυακό «Ντικέν». Είναι συνεχώς ενεργός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με εκατομμύρια ακόλουθους στο X (πρώην Twitter). Έχει εκδώσει αρκετά βιβλία, κάποια με τις προσωπικές του εμπειρίες και άλλα με κοινωνικά ζητήματα, έρευνες και αναλύσεις: «Το Σαλιγκάρι» (2014), «Gollik» (2015),«Η γειτονιά του Κουρτουλούς (Ταταύλα) είναι εντελώς σάπια» (2016), «Haykology» (2016),«Να είσαι Αρμένιος στην Τουρκία» (2023) και «Ήταν ένας νεκρός στο σπίτι σου χθες το βράδυ;» (2024). Τον Μάρτιο του 2015 άρχισε να παρουσιάζει στην Κωνσταντινούπολη ένα σταντ-απ κόμεντι με τίτλο «Salyangoz»* (σαλιγκάρι). Σε αυτό το πρόγραμμα αφηγείται με χιούμορ και πνευματώδη οξυδέρκεια τη ζωή του ως μέλους δύο χριστιανικών μειονοτήτων (Ελληνορθόδοξοι και Αρμένιοι) σε μια αυστηρά μουσουλμανική κοινωνία προσηλωμένη στον εθνικισμό. Η καυστική του σάτιρα ενόχλησε τις τουρκικές αρχές. Μετά την απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία το 2016 απαγορεύτηκαν ή έκλεισαν όλα τα (αντιπολιτευτικά) μέσα όπου εργαζόταν. Επιπλέον, δεν μπορούσε πια να εκδώσει κανένα από τα βιβλία του, ενώ παράλληλα αντιμετώπισε πολυάριθμα εντάλματα σύλληψης και απειλές για τη ζωή του, λόγω της ανοιχτής κριτικής του προς την κυβέρνηση Ερντογάν. Αναγκάστηκε τότε να αυτοεξοριστεί στη Γερμανία, μια πολιτική εξορία… Στο Βερολίνο βρέθηκε με πολλούς άλλους εξόριστους από την Τουρκία, μεταξύ των οποίων ο πολύ γνωστός δημοσιογράφος Τζαν Ντουντάρ (Can Dündar), με τον οποίο συνεργάστηκε στενά. Ο Χάικο Μπαγντάτ συνέχισε να παρουσιάζει το «Salyangoz» διεθνώς. Έδωσε παραστάσεις σε πολλές πόλεις: Νέα Υόρκη, Σαν Φρανσίσκο, Μόντρεαλ, Τορόντο, Παρίσι, Λονδίνο, Βιέννη, Βερολίνο, Άμστερνταμ, Βασιλεία, Κοπεγχάγη, Φρανκφούρτη, Κολωνία, Αμβούργο, Ίνσμπρουκ, Μπίλεφελντ, Ντόρτμουντ. Συνολικά, έχει παρουσιάσει το «Salyangoz» εκατοντάδες φορές, προσελκύοντας δεκάδες χιλιάδες θεατές. Οι παραστάσεις πραγματοποιούνται σε μεγάλες σκηνές, στα τουρκικά, καμιά φορά με ταυτόχρονη μετάφραση. Συνεχίζει να γράφει βιβλία και να παρουσιάζει σταντ-απ κόμεντι. Παράλληλα, κάνει έρευνα για την ανάδειξη της ιστορίας της αρμενικής κοινότητας της Κολωνίας, όπου είναι ενεργό μέλος. Ωστόσο, οι απειλές θανάτου δεν έπαψαν ούτε στο Βερολίνο. Απευθύνθηκε τότε στις γερμανικές αρχές, οι οποίες μετά από έρευνα διαπίστωσαν ότι πράγματι η ζωή του κινδυνεύει, και έτσι τα τελευταία χρόνια βρίσκεται υπό συνεχή αστυνομική προστασία. Να τονίσουμε εδώ ότι δύο φορές σώθηκε την τελευταία στιγμή μετά από ειδοποίηση ότι οι εκτελεστές τον είχαν εντοπίσει… Είναι, βλέπεις, ένας πολιτικοποιημένος Αρμένιος εκ Τουρκίας, με ινάτι, που παραμένει ενεργός αγωνιστής. Με τον Χάικο είχαμε γνωριστεί στην πλατεία Ταξίμ, στις 24 Απριλίου 2012, στις 19:15, όταν μαζί με δεκάδες χιλιάδες κόσμου, επώνυμους και ανώνυμους, τιμούσαμε τη μνήμη της Γενοκτονίας των Αρμενίων στην καρδιά της Τουρκίας. Μου είχε μιλήσει τότε με ενθουσιασμό για την ιστορία των Αρμενίων της Πόλης. Και είχε προσθέσει ότι αυτό που συνέβη μετά τη δολοφονία του Χραντ ήταν σαν αυτό που λέμε στα ελληνικά «ένας στο χώμα, χιλιάδες στον αγώνα». Δεν διαψεύστηκε. Μόνο που εκείνοι οι χιλιάδες αγωνιστές, ή τουλάχιστον οι περισσότεροι εξ αυτών, σήμερα είναι είτε εξόριστοι είτε στις τουρκικές φυλακές, κάποιοι δεκάδες μάλιστα έχουν στο μεταξύ δολοφονηθεί. Πρόσφατα, ο Χάικο επισκέφτηκε την Αθήνα και έδωσε μια σταντ-απ παράσταση γεμάτη χιούμορ και σαρκασμό, γλυκόπικρη αλλά και δραματική, με τον τίτλο «Μήπως η μάνα μου είχε δίκιο;». Μέσα από προσωπικά βιώματα μιλά για τα δικαιώματα των μειονοτήτων, την ελευθερία της έκφρασης και το θέμα της «ταυτότητας» στην τουρκική πολιτική σκηνή, το τι σημαίνει να λες την αλήθεια, να ζεις στα ξένα για χάρη αυτής της αλήθειας και να νιώθεις ταυτόχρονα αγάπη και απώλεια για τη γενέτειρά σου. Ένας εξόριστος νοσταλγός της Πόλης. Με αφορμή αυτή την επίσκεψη συναντηθήκαμε, κουβεντιάσαμε, κάναμε μαζί βόλτες στα Εξάρχεια και στις αρμενικές γειτονιές της Κοκκινιάς, και ανάμεσα σε πολλά άλλα, μου είπε σαρκαστικά: «Είμαι στόχος μίσους, πρώτον επειδή είμαι Αρμένιος στην Τουρκία και δεύτερον λόγω της κριτικής που ασκώ προς την τουρκική κυβέρνηση. Λάμβανα καθημερινά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εκατοντάδες μηνύματα παρενόχλησης, μερικά από τα οποία ήταν σαφώς άμεσες απειλές θανάτου. Αφότου και οι τουρκικές αρχές με απείλησαν και τέθηκα υπό έρευνα, λόγω των δημοσιογραφικών μου αποκαλύψεων, ειδικά μετά την απόπειρα πραξικοπήματος τον Ιούλιο του 2016, έφυγα από την Τουρκία άρον άρον με την οικογένειά μου και εγκαταστάθηκα στο Βερολίνο το 2017. Όταν ήρθα στη Γερμανία νόμιζα πως θα μπορούσα επιτέλους να κοιμάμαι κανονικά τις νύχτες, ήσυχος. Αλλά αλίμονο, και στο Βερολίνο ήμουν στόχος από φανατικούς ή βαλτούς. Μια μεγάλη διαφορά είναι ότι τα μπλε φώτα και οι ήχοι των περιπολικών στους δρόμους τη νύχτα δεν με ανησυχούν πια… Ζω εξόριστος στο Βερολίνο, και συνοδεύομαι από τόσο πολλούς αστυνομικούς που ο κόσμος νομίζει ότι είμαι ο Μπραντ Πιτ». |