Η οικογένεια της Αραξή Απελιάν: Ρίζες, μνήμες και διαδρομές στον χρόνο Εκτύπωση E-mail

Apelian Family

Επιμέλεια-Μετάφραση Άνι Απικιάν
Πηγή: houshamadyan.org

Οι ρίζες της οικογένειας Απελιάν

Η Αραξή Απελιάν-Κολανιάν μας ταξιδεύει στις ρίζες της οικογένειάς της, αποκαλύπτοντας με κάθε λεπτομέρεια όσα της είχαν μεταφέρει οι πρόγονοί της. Μέσα από τις αφηγήσεις της ζωντανεύουν ιστορίες του Μπαλικεσίρ, οι δυσκολίες της γενοκτονίας, η προσφυγιά και η νέα ζωή στη Θεσσαλονίκη. Κάθε όνομα, κάθε γεγονός, κάθε ανάμνηση αποκτά ζωή μέσα από τη δική της αφήγηση, προσφέροντας στον αναγνώστη όχι μόνο μια ιστορική καταγραφή αλλά, και την ανθρώπινη διάσταση μιας οικογενειακής πορείας που περνά από γενιά σε γενιά.

Ο πατέρας της, Αγκόπ Απελιάν (1900-1978), καταγόμενος από το Μπαλικεσίρ, ήταν γιος του Γκαραμπέτ και της Εμπρουή Απελιάν-Αραπιάν (γεννηθείσας το 1872). Ο Γκαραμπέτ ασχολούνταν με τη χρυσοχοΐα και το εμπόριο, διαθέτοντας δύο ή τρία καταστήματα στην πόλη. Με τη γυναίκα του είχαν αποκτήσει τέσσερα παιδιά: τον Γιεπρέμ, τον Αγκόπ (ο πατέρας της Αραξή Απελιάν), τον Σαρκίς και την Αντρινέ. Παρότι η οικογένεια ήταν τουρκόφωνη, τα παιδιά φοίτησαν σε αρμενικά σχολεία και μιλούσαν άπταιστα την αρμενική γλώσσα.

Το 1920 ο ελληνικός στρατός εισέβαλε στο Μπαλικεσίρ και η πόλη πέρασε υπό ελληνική κατοχή. Στη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου, οι ελληνικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, και στις 6 Νοεμβρίου 1922 οι τουρκικές δυνάμεις επέστρεψαν στην περιοχή, φέρνοντας ξανά αναστάτωση στην πόλη.

Πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο πληθυσμός του Μπαλικεσίρ ανερχόταν περίπου σε 15.000-20.000 κατοίκους, με τους Αρμένιους να αριθμούν περίπου 3.500 και τους Έλληνες 1.000-2.000. Οι Αρμένιοι συμμετείχαν ενεργά στη ζωή της κοινότητας και είχαν εκπροσώπηση στο δημοτικό συμβούλιο. Ο Γκαραμπέτ Απελιάν ήταν εξέχον μέλος της αρμενικής κοινότητας του Μπαλικεσίρ και είχε ενεργό ρόλο στη ζωή της.

Κατά τη γενοκτονία του 1915, ο Γκαραμπέτ κατάφερε να σώσει την οικογένειά του στέλνοντάς την στο Ικόνιο, ενώ ο ίδιος, αφού συνελήφθη, εκτελέστηκε μαζί με δύο ακόμη συγγενείς. Στο Ικόνιο, τα μέλη της οικογένειας επέζησαν. Ο Αγκόπ φοίτησε στο τοπικό αμερικανικό σχολείο, αποκτώντας μόρφωση και ελπίδα για το μέλλον.

Το 1922, μέσα στο μεγάλο προσφυγικό κύμα που ακολούθησε την καταστροφή της Σμύρνης, η Εμπρουή επιβιβάστηκε σε πλοίο μαζί με τα παιδιά της και έφτασε στη Θεσσαλονίκη, αναζητώντας εκεί ένα νέο ασφαλές καταφύγιο. Εκείνη την περίοδο η αρμενική κοινότητα της Θεσσαλονίκης αριθμούσε ήδη περί τα 10.000 μέλη.

Η εύρεση κατοικίας ήταν μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις. Πολλοί αναγκάστηκαν να ζήσουν προσωρινά στην αρμενική εκκλησία της Παναγίας, σε καταυλισμούς ή στο κέντρο της πόλης, ενώ οργανώσεις όπως η «Εθνική Πρόνοια» (Ազգային Խնամատարութիւն) φρόντιζαν να προσφέρουν την απαραίτητη βοήθεια στους πρόσφυγες, δημιουργώντας ένα δίχτυ προστασίας και υποστήριξης για τους νεοαφιχθέντες.

Στη Θεσσαλονίκη, ο Αγκόπ και ο θείος του ο Γιεπρέμ συνέχισαν την παράδοση της οικογένειας, ασχολούμενοι με τη χρυσοχοΐα. Η ζωή τους όμως τους επιφύλασσε και άλλες τραγικές στιγμές. Ο Σαρκίς πέθανε νέος από φυματίωση. Η Αντρινέ παντρεύτηκε τον Νερσαμπούχ Κεοστενιάν. Ο ίδιος μαζί με τις δύο αδελφές του ήταν επιζώντες της γενοκτονίας και μάρτυρες των σφαγών που υπέστη η οικογένειά τους. Ο Νερσαμπούχ και η Αντρινέ απέκτησαν τέσσερα παιδιά, τον Τορκόμ, την Τακουή, την Εμπρουή και τον Αγκόπ.

Ο Γιεπρέμ Απελιάν παντρεύτηκε τη Μαρί και έγινε γνωστός για τη θερμή υποστήριξή του προς την κομμουνιστική ιδεολογία, γεγονός που τον έφερνε συχνά σε διαφωνίες με τον αδελφό του Αγκόπ. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, γύρω στο 1946-1947, μεγάλο μέρος της αρμενικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης αποφάσισε να μεταναστεύσει στη Σοβιετική Αρμενία, μεταξύ αυτών και η οικογένεια Κεοστενιάν. Ο Γιεπρέμ και η Μαρί ταξίδεψαν πρώτοι, συνοδευόμενοι από τον μεγαλύτερο γιο του Νερσαμπούχ, τον Τορκόμ.

Λίγο αργότερα, ο Γιεπρέμ έστειλε γράμμα στον Νερσαμπούχ, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά του για τις συνθήκες στη Σοβιετική Αρμενία και συμβουλεύοντας τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας να μη βιαστούν να επαναπατριστούν.

Η ζωή στη Σοβιετική Αρμενία αποδείχτηκε εξαιρετικά δύσκολη. Ο Γιεπρέμ και η Μαρί φιλοξενήθηκαν αρχικά στο σπίτι μιας ντόπιας οικογένειας, αλλά η Μαρί έπεσε σε βαριά κατάθλιψη και η υγεία της επιδεινώθηκε, με αποτέλεσμα να πεθάνει οκτώ μήνες μετά την άφιξή τους. Ο Γιεπρέμ ξαναπαντρεύτηκε με τη Γεράν και εργάστηκε ως προϊστάμενος σε εργαστήριο χρυσοχοΐας στο Γερεβάν, συνεχίζοντας τη ζωή του με δύναμη και επιμονή, παρά τις δυσκολίες που είχε αντιμετωπίσει.

Οι ρίζες της οικογένειας Κεβορκιάν

Οι ρίζες της οικογένειας Κεβορκιάν απλώνονται σε τρεις διαφορετικές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: το Κάμαχα (Κεμάχ), το Ανταπαζάρ και τη Θεσσαλονίκη. Η μητέρα της Αραξή, η Αρμενουή Απελιάν, καταγόταν από αυτή την οικογένεια. Οι γονείς της, ο Μιράν Κεβορκιάν (1881-1937) και η Αραξή Νταντουριάν (1892-1938), μεγάλωσαν σε εποχές συνεχών μετακινήσεων και ανατροπών.

Η Αραξή Νταντουριάν είχε γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη, όμως η οικογένειά της εγκατέλειψε την πόλη τη δεκαετία του 1890 και εγκαταστάθηκε στο Ανταπαζάρ. Από το Ανταπαζάρ προέρχεται και το σχολικό μητρώο του 1898, στο οποίο καταγράφεται η νεαρή Αραξή ως μαθήτρια στο αρμενικό μεικτό σχολείο «Αραμιάν και Καϊανιάντς». Δεν γνωρίζουμε πόσο έμειναν εκεί οι Νταντουριάν, όμως είναι βέβαιο ότι αργότερα επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη, όπου και εγκαταστάθηκαν μόνιμα.

Η ιστορία του Μιράν Κεβορκιάν είναι ακόμη πιο δραματική. Η οικογένειά του καταγόταν από το Κάμαχα, στην περιοχή της Ερζιντσάν, όπου γεννήθηκε και ο ίδιος. Ο πατέρας του, ο Κεβόρκ, είχε δικό του καφεκοπτείο, όπου έψηνε, άλεθε και πουλούσε καφέ στο μικρό του μαγαζί. Το 1895 οι σφαγές σάρωσαν την περιοχή και ο Μιράν έχασε τους γονείς και τους συγγενείς του, μένοντας ορφανός. Εικάζεται ότι μια δυτική ανθρωπιστική οργάνωση ανέλαβε τη φροντίδα του, και μέσω αυτής βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη, ξεκινώντας από την αρχή.

Έτσι, δύο διαδρομές που ξεκίνησαν από διαφορετικά σημεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το Ανταπαζάρ και το Κάμαχα, συναντήθηκαν τελικά στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, ο Μιράν και η Αραξή ένωσαν τις ιστορίες τους, βάζοντας τα θεμέλια της οικογένειας Κεβορκιάν στην Ελλάδα.

Στη Θεσσαλονίκη, ο Μιράν και η Αραξή παντρεύτηκαν και απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Τον Κεβόρκ (1913-1995), τον Γκαρμπίς-Γκαραπέτ (1915-1982), την Αρμενουή (1920-1984) και τον Αρακέλ (1930-2021). Ο Μιράν, όπως ο πατέρας του, ασχολούνταν με την παραγωγή και πώληση καφέ, και μαζί με την Αραξή συμμετείχαν ενεργά στη ζωή της αρμενικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης.

Ο Μιράν ήταν ένας από τους ιδρυτές της αρμενικής εκκλησίας της Παναγίας. Αρχικά, ο ναός στεγαζόταν σε μικρό ξενώνα με τρία δωμάτια, ενώ μεταφερόταν αρκετές φορές σε ενοικιαζόμενα δωμάτια. Το οικόπεδο για την εκκλησία της Παναγίας αγοράστηκε το 1884. Μετά από χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες, οι οθωμανικές αρχές έδωσαν άδεια για την κατασκευή, η οποία ξεκίνησε το 1902 και ολοκληρώθηκε το 1903.
Οι εργασίες κατασκευής της εκκλησίας πραγματοποιήθηκαν με τη συμμετοχή πλήθους Αρμενίων της Θεσσαλονίκης που αφιερώθηκαν με ενθουσιασμό στην υλοποίηση του σχεδίου για την εκκλησία. Ανάμεσά τους ξεχώριζε και ο Μιράν Κεβορκιάν, που συνέβαλε ενεργά στην προσπάθεια. Ο αγιασμός της εκκλησίας τελέστηκε στις 6 Νοεμβρίου 1903.
Ο αρχιτέκτονας Βιταλιάνο Ποσέλι (1838-1918), γνωστός για τα δημόσια κτήρια της Θεσσαλονίκης, ανέλαβε την κατασκευή της εκκλησίας λόγω στενών σχέσεων με μέλη της αρμενικής κοινότητας. Το 1907 δίπλα στην εκκλησία χτίστηκε διώροφο κτήριο με αίθουσα συγκεντρώσεων και γραφεία, όπου αργότερα λειτούργησε το αρμενικό σαββατιανό σχολείο
«Τζαγκότς».
Το 1937 ο Μιράν Κεβορκιάν έφυγε από τη ζωή ύστερα από ασθένεια, σε σχετικά νεαρή ηλικία. Ο θάνατός του συγκλόνισε βαθιά τη σύζυγό του Αραξή, η οποία δεν άντεξε την απώλεια και πέθανε έναν χρόνο αργότερα, το 1938. Η μόλις δεκαεπτά χρονών Αρμενουή ανέλαβε την οικογένεια μετά τον θάνατο των γονιών της και φρόντισε να μορφωθούν σωστά και τα τρία αδέρφια της.
Όλα τα παιδιά φοιτούσαν με συνέπεια στο αρμενικό σχολείο
«Γκιουλαμπί Γκιουλπενκιάν» της Θεσσαλονίκης. Τα τρία αδέρφια ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους στο πανεπιστήμιο, ενώ η Αρμενουή συνέχισε την εκπαίδευσή της στο αμερικανικό κολέγιο «Ανατόλια», στη Θεσσαλονίκη, το οποίο είχε ιδρυθεί από Αμερικανούς ιεραποστόλους στο Μαρζουάν/Μερζιφόν για Αρμένιους και Έλληνες μαθητές. Μετά την καταστροφή της Μικράς Ασίας, το 1924 το ίδρυμα μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη, φιλοξενώντας μεγάλο αριθμό Αρμενίων μαθητών και προσφέροντας πλέον και μαθήματα στα αρμενικά, σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί ζωντανή η γλώσσα και η παράδοση μέσα σε μια κοινότητα που προσπαθούσε να ξανασταθεί στα πόδια της.
Μετά την ολοκλήρωση των σχολικών της σπουδών, η Αρμενουή Κεβορκιάν συμμετείχε ενεργά στη ζωή της αρμενικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, εντασσόμενη στην Οργάνωση Αρωγής Αρμενίων (
Հ.Օ.Մ.-Armenian Relief Society), και συγκεκριμένα στην τοπική επιτροπή Μακεδονίας και Θράκης. Η αφοσίωσή της στην οργάνωση ήταν εμφανής, καθώς για πολλά χρόνια υπηρέτησε και στο περιφερειακό διοικητικό συμβούλιο.
Εξαιρετικά καλή γνώστρια της αρμενικής γλώσσας, τη δεκαετία του 1960 η Αρμενουή ανέλαβε τη διδασκαλία της αρμενικής γλώσσας στο σχολείο
«Σιρανούς Μαλακιάν-Κασπαριάν», που λειτουργούσε δύο φορές την εβδομάδα. Στο σχολείο αυτό προσέφερε τις υπηρεσίες της με αφοσίωση και σε εθελοντική βάση για περισσότερα από τριάντα χρόνια (1960-1990), διατηρώντας ζωντανή τη γλώσσα και την παράδοση μέσα στην κοινότητα.
Η Αρμενουή Κεβορκιάν συμμετείχε επί δεκαετίες στη χορωδία και στην ερασιτεχνική θεατρική ομάδα
«Αταμιάν». Μέσα από την Οργάνωση Αρωγής Αρμενίων γνώρισε τον Αγκόπ Απελιάν. Το ζευγάρι παντρεύτηκε το 1950, και τον επόμενο χρόνο ήρθε στον κόσμο η κόρη τους, η Αραξή. Ο Αγκόπ, όπως και η Αρμενουή, υπήρξε ενεργό μέλος της αρμενικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, συνεχίζοντας με τη σειρά του την παράδοση της συμμετοχής και της προσφοράς.
Ακολουθώντας το παράδειγμα της μητέρας της, η Αραξή Απελιάν, παράλληλα με το ελληνικό σχολείο, φοίτησε και στο αρμενικό σχολείο
«Μαλακιάν-Κασπαριάν», ενώ ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή της στο κολέγιο «Ανατόλια». Σπούδασε αγγλική γλώσσα και φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, και ειδικεύτηκε στη μετάφραση στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης (École de traduction et d’interprétation de l’Université de Genève). Εργάστηκε επί σειρά ετών ως μεταφράστρια συνεδρίων, ενώ παράλληλα ανέπτυξε έντονη δράση στο πλαίσιο της Αρμενικής Εθνικής Επιτροπής Ελλάδος, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη ζωή της ελληνοαρμενικής κοινότητας μέσα από τη συμμετοχή της σε τοπικές, ευρωπαϊκές και κεντρικές επιτροπές για τη δικαίωση του αρμενικού εθνικού ζητήματος. Η Αραξή Απελιάν είναι παντρεμένη με τον Κεβόρκ Κολανιάν και μαζί έχουν αποκτήσει έναν γιο, τον Αράμ.

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"

Kantsaran Banner

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ

typografia


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 172 επισκέπτες συνδεδεμένους

Τελευταία Άρθρα