Αράμ Κεροβπιάν Εκτύπωση E-mail

Ο Αράμ Κεροβπιάν γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και σπούδασε. Μετά την αποφοίτησή του από το τμήμα Πολιτικών Μηχανικών, μετακομίζει το 1977 στο Παρίσι και ξεκινά την μουσική του σταδιοδρομία. Συνεργάζεται αρχικά με πολλούς μουσικούς, κυρίως από την Μέση Ανατολή, και στη συνέχεια εντάσσεται στο «Γκοτσνάκ», μουσικό συγκρότημα αρμενικής παραδοσιακής και λόγιας μουσικής. Εν συνεχεία, ιδρύει το «Αγκν» -κέντρο μελέτης της αρμενικής εκκλησιαστικής μουσικής- και την συνώνυμη χορωδία. Παράλληλα, ολοκληρώνει την διδακτορική του διατριβή στην Μουσικολογία. Από το 1990 είναι ο αρχιψάλτης στην αρμενική εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή στο Παρίσι. Με τη σύζυγό του, την τραγουδίστρια Βιρτζίνια Πάττη, έχουν τρία παιδιά.

kerovpian

Στην Kουήν Μινασιάν
Μάιος- Ιούλιος 2018, τεύχος 97

Πώς ξεκίνησε η ενασχόλησή σου με την μουσική και ιδιαίτερα με την αρμενική εκκλησιαστική μουσική;
Καθώς μεγαλώνω, μου αρέσει όλο και περισσότερο να ανατρέπω τα καθιερωμένα. Η αφετηρία της μουσικής μου πορείας δεν συνδέεται τόσο με την ανακάλυψη του μουσικού μου ταλέντου, όσο με το γεγονός ότι κατά την εφηβεία μου αποφάσισα να εγκαταλείψω τη ζωγραφική, πιθανότητα ως αποτέλεσμα μιας συνηθισμένης -για αυτήν την ηλικία- αναστάτωσης. Από ό,τι φαίνεται ήμουν τυχερός, διότι ασυνείδητα ή ίσως και ενστικτωδώς ένιωσα την ανάγκη να γεμίσω το κενό με εκείνο το κάτι που θα εξισορροπούσε την ταραχώδη εφηβική ψυχή μου. Όσον αφορά την εκκλησιαστική μουσική, η ιστορία μου είναι ακόμα πιο κοινότυπη. Όπως σε πολλές κοινότητες έτσι και στην Κωνσταντινούπολη, τα μικρά αγόρια, τουλάχιστον για ένα διάστημα, πάνε κάθε Κυριακή πρωί στην εκκλησία για να συμμετάσχουν στην λειτουργία ως μικροί ψαλτάδες. Κάποιοι το αγαπούν, άλλοι όχι. Κάποιοι μένουν, άλλοι αποχωρούν. Αλλά αυτός ο κόσμος, ο γεμάτος ήχους, χρώματα, μυρωδιές από λιβάνι και μορφές πρεσβυτέρων ιεροψαλτών, σημαδεύει την ψυχή όλων. Αποχώρησα κι εγώ από την εκκλησία και ασχολήθηκα με την ζωγραφική μου. Ήταν κάπου στη δεκαετία του ‘60. Έτσι έκλεισε η πρώτη φάση. Κάμποσο καιρό αργότερα, όταν αποφάσισα να προσεγγίσω τον κόσμο της μουσικής, έψαξα και βρήκα τον Σαντεττίν Εοκτέναϊ, έναν δεξιοτέχνη στο κανονάκι. Από εκείνον έμαθα, κυρίως μέσω της προφορικής παράδοσης, την κλασική οθωμανική μουσική και τις μελωδίες της, δηλαδή τα μακάμια (μακάμια είναι οι κλίμακες της αραβοπερσικής μουσικής, αντίστοιχα με τους δρόμους του ρεμπέτικου και συγγενικά με τους βυζαντινούς ήχους). Το 1977, με το που εγκαταστάθηκα στο Παρίσι, μου κίνησε την περιέργεια και άρχισα να ερευνώ το πώς και το γιατί διαφορετικοί λαοί εκτελούν ίδιες μελωδίες με διαφορετικό τρόπο. Ήταν φυσικό, αφού το Παρίσι ήταν συγχρόνως και τόπος συνάντησης καλλιτεχνών από διάφορες χώρες. Εκείνη ήταν και η περίοδος που ξεκίνησα να δραστηριοποιούμε ερευνητικά πάνω στη μουσικολογία. Λίγα χρόνια αργότερα, είχα την τύχη να βρω τον δάσκαλό μου, έμπειρο στην αρμενική εκκλησιαστική μουσική, τον Αραμανιάκ Αραμπιάν από το Εσκίσεχιρ, γεννημένο το 1898. Η δεύτερη φάση ξεκίνησε μαζί του, η οποία και συνεχίζεται ακόμη... Και αφού με την σύντροφό μου, την Βιρτζίνια, από την ημέρα που γνωριστήκαμε -κάπου το 1980- εργαζόμαστε πάντα μαζί, ως εκ τούτου και τα παιδιά μας μεγάλωσαν σε αυτό το περιβάλλον. Άρα, το Κεροβπιαναίικο συγκροτεί το ήμισυ της χορωδίας Αγκν...!

Πρόσφατα δημοσιεύτηκε το βιβλίο σου «Φωνή εν Ερήμω». Ομολογώ ειλικρινά πως το βρήκα πολύ ενδιαφέρον και συνάμα συγκλονιστικό. Όσο για τον επίλογο, καθώς τον διάβαζα, με κατέκλυζαν αισθήματα συγκίνησης...
Είναι αξιοσημείωτο το ότι χρησιμοποιείς την λέξη «συγκλονιστικό».
Στο συγκεκριμένο βιβλίο εξετάζω ό,τι αφορά την εκκλησιαστική μουσική του 19ου αιώνα, υπό το φως των νέων τεκμηρίων. Για περισσότερο από έναν αιώνα, τα πράγματα που έχουν ειπωθεί για εκείνη την περίοδο δεν ξεπερνούν μερικές φράσεις, ακόμη και στα μακροσκελή άρθρα! Γιατί; Επειδή εκείνο το «παρελθόν» δεν ταιριάζει με την «εθνική κουλτούρα» που μας επιβλήθηκε. Βλέπεις, το «παρελθόν» έχει Τούρκους, έχει μακάμια, έπειτα είναι ανατολίτικο, άρα, όχι πολιτισμένο... Μα για να οικοδομήσουμε το μέλλον, πρέπει να καταλάβουμε το παρελθόν. Έτσι δεν είναι; Όταν, λοιπόν, οι λεπτομέρειες ξεπηδούν από το κέλυφος, η προσπάθειά μας να κατανοήσουμε το παρελθόν αποκτά πιο υγιείς βάσεις. Τώρα, όσον αφορά τον «συγκινητικό», όπως λες, επίλογο, μερικές φορές σκέφτομαι ότι ίσως το παράκανα, αλλά ...«ὃ γέγραφα, γέγραφα». Εν πάση περιπτώσει, δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, γιατί ενίοτε αδυνατώ να διαχωρίσω την μουσική από την μουσικολογία. Το ένα τρέφει το άλλο πάντοτε, έτσι έχω μάθει να δουλεύω. Όσον αφορά το πεδίο της εκκλησιαστικής μουσικής; Πού ήμασταν ενάμιση αιώνα πριν, πού βρισκόμαστε τώρα; Υπάρχει ένα γεγονός που δεν συζητιέται και μάλιστα είναι σαν να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια, ώστε το θέμα να συγκαλυφθεί. Αυτή είναι η πραγματικότητα, το θάψιμο, δηλαδή, μιας ζωντανής παράδοσης μαζί με τις προφανείς της ιδιομορφίες. Είναι απαράδεκτο να καλυπτόμαστε πίσω από την δικαιολογία της Γενοκτονίας, όσο θεμελιώδης κι αν ήταν ο ρόλος της, ακόμη και με το κριτήριο της «εθνικής» μουσικής. Για να εξηγήσουμε το «πού ήμασταν, πού φτάσαμε», θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Ας πάρουμε το σύστημα ακουστικής καταγραφής των μελωδιών, έτσι όπως το εφάρμοσαν οι Αρμένιοι...

Θα είχε πολύ ενδιαφέρον να μας το εξηγήσεις αυτό, κάπως συνοπτικά, ώστε να γίνει κατανοητό...
Κάπου κατά τον 9ο -10ο αιώνα, στην Ευρώπη αλλά και στον Βυζαντινή επικράτεια άρχισαν να χρησιμοποιούνται μια σειρά από σύμβολα για τις εκκλησιαστικές ψαλμωδίες. Τοποθετούσαν αυτά τα σύμβολα πάνω από τις λέξεις, για να δείξουν διάφορες μορφές τονισμού, μελωδικότητας, χροιάς. Αυτά δεν ήταν βέβαια νότες με την σημερινή έννοια. Ήταν ένα μέσο βοηθητικό για την μνήμη, ώστε να εκφραστούν σωστά οι ψαλμοί. Αυτό το εργαλείο ονομάστηκε Χαζακρουτιούν (γραφή Χαζ) από τους Αρμένιους. Φτάνοντας στον 19ο αιώνα, και παρότι στο μεταξύ είχε εξελιχθεί αρκετά, το Χαζ δεν αρκούσε πια. Τουλάχιστον όχι στις αστικές περιοχές. Το λέω αυτό, γιατί δεν ξέρουμε τι γνώριζαν επ’ αυτού τα απομακρυσμένα, αλλά εν ενεργεία μοναστήρια μας. Την εποχή εκείνη, κανείς δεν ενδιαφερόταν για όλα αυτά. Συν τοις άλλοις υπήρχαν τότε και διάφορες -κυρίως πολιτικές- αιτίες, στις οποίες δεν θα αναφερθώ εδώ. Τέλος πάντων, οι άνθρωποι διάβαζαν τη γραφή Χαζ όπως μπορούσαν και δεν συμφωνούσαν, ασφαλώς, πάντα μεταξύ τους. Η μουσική μεταβίβαση γινόταν αποκλειστικά με την προφορική παράδοση, δηλαδή έτσι όπως συνέβαινε πάντα, αλλά η γραπτή εκείνη μέθοδος δεν μπορούσε πια να την επιβεβαιώσει ή να την εδραιώσει. Ψάχνοντας μια λύση για αυτό το θέμα, τέσσερεις Αρμένιοι μουσικοί δημιουργούν ένα νέο σύστημα. Αρχικά ονομάστηκε «Εκκλησιαστική Μουσική Γραφή», έπειτα «Νέα Αρμενική Μουσική Γραφή». Στο μεταξύ οι Τούρκοι εξακολουθούν ακόμη να την συνδέουν με τον Μπαμπά Χαμπαρτσούμ, αφού ήταν ανάμεσά τους διάσημος μουσικούς και συμμετείχε και στην σύνθεση του νέου συστήματος. Η νέα αυτή μέθοδος βασίστηκε στις αρχές της δυτικής καταγραφής, δηλαδή σε κάθε τόνο αντιστοιχούσε ένα φθογγόσημο. Δεν μπορούσε, όμως, να εκφράσει τις λεπτές αποχρώσεις των ανατολίτικων μελωδιών. Ως εκ τούτου, η ακριβής του ανάγνωση απαιτούσε καλή γνώση των μελωδιών από μνήμης. Αυτό δεν συνιστούσε μειονέκτημα, αφού ήταν ένα βοηθητικό εργαλείο για εκείνους που ήδη ήξεραν τις μελωδίες, ιδιαίτερα για αυτούς που τραγουδούσαν στην εκκλησία, για τους ψάλτες.

Πού ήμασταν, πού φτάσαμε λοιπόν;
Θέλω, χωρίς να μπω σε λεπτομέρειες, να τονίσω το εξής: Και τα δυο συστήματα έχουν δημιουργηθεί και χρησιμοποιηθεί, για να εξυπηρετήσουν καλύτερα την προφορική μετάδοση. Με το να μαθαίνει κανείς νότες, δεν σημαίνει ότι γνωρίζει μουσική, ακριβώς όπως με το να μαθαίνει κανείς το ελληνικό αλφάβητο, δεν σημαίνει ότι γνωρίζει ελληνικά. Και στις δυο περιπτώσεις οι άνθρωποι προσπαθούσαν να καταγράψουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτό που είχαν ήδη μάθει μέσω της προφορικής παράδοσης, γνωρίζοντας ότι κανένα από τα συστήματα μουσικής γραφής δεν μπορούσε να αποδώσει με ακρίβεια τις λεπτές φωνητικές αποχρώσεις των ψαλμών. Και τι κάνουμε τώρα; Όπως και με το Χαζακρουτιούν κατά τον 19ο αιώνα, τώρα εμείς προσπαθούμε να διαβάσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την νέα μουσική γραφή. Αυτά δηλαδή που είχαν καταγραφεί με τις δυνατότητες που είχαν τότε, σήμερα εμείς τα διαβάζουμε όσο καλύτερα μπορούμε. Μέσα από αυτήν την έρευνα γίνεται ακόμη πιο αναμφισβήτητος ο καθοριστικός ρόλος της Γενοκτονίας, που επιτάχυνε και διόγκωσε συνάμα τις ήδη διακριτές απώλειες. Ένας λαός και ο πολιτισμός του αφανίζεται. Τραβώντας και την γη κάτω από τα πόδια όσων επέζησαν, η απώλεια συντελείται με ακόμη πιο γρήγορους ρυθμούς. Η θέση εκείνων, επί Χαζακρουτιούν στις αρχές του 19ου αιώνα, δεν είναι καθόλου ίδια με τη θέση μας. Τότε ζούσαν εκεί, στη Πατρίδα, υπήρχε επικοινωνία, αλληλεπίδραση, και όταν πέθαινε το παλιό, γεννιόταν κάτι νέο, έτσι όπως έγινε και με την ανακάλυψη του νέου συστήματος μουσικής γραφής. Ναι, σήμερα, εκείνη η «Νέα Αρμενική Μουσική Γραφή» δεν είναι δα ένα άγνωστο σύστημα. Υπάρχουν αρκετοί που γνωρίζουν πώς να την διαβάσουν σωστά. Το ζήτημα δεν είναι εκεί. Η μουσική γραφή είναι ένα απλό παράδειγμα, που δείχνει την κατάσταση. Όπως επεσήμανα λίγο πριν, μια παράδοση θάβεται ζωντανή. Εκείνοι που γνωρίζουν τις ψαλμωδίες και που ζυμώθηκαν μέσα από την προφορική παράδοση, εδώ και πολύ καιρό περιθωριοποιούνται και αυτό που μπαίνει στη θέση τους δεν είναι τίποτα άλλο από την υιοθέτηση των εξευρωπαϊσμένων μεθόδων.

Μιλάς, δηλαδή, για την αντιπαράθεση μεταξύ «ξενόφερτου» και «αλλοτριωμένου» σε αντιδιαστολή με το «αυθεντικό» και «παραδοσιακό»;
Αυτό το θέμα δεν θα υφίστατο, αν το δυτικής αντίληψης «εθνικό» δεν το είχαμε αποδεχτεί με τέτοια θέρμη. Ας πάρουμε ακόμη ένα παράδειγμα. Ας πούμε ότι εσύ, όταν ήσουν παιδί, είχες μάθει ένα τραγούδι από τον πατέρα σου. Αυτό το τραγούδι έφτασε μέσω της παράδοσης σε εσένα. Το έχεις ακούσει τόσο πολύ, και μάλιστα σε τέτοιο περιβάλλον, που είναι πια το δικό σου τραγούδι, κομμάτι σου. Κάποιοι «άνωθεν» αποφασίζουν, πως αυτό το τραγούδι δεν ταιριάζει στο «εθνικό μας πνεύμα», άρα δεν είναι δικό σου. Οπότε εσύ, εις το όνομα του «εθνικού», πρέπει να αποδεχτείς ότι το τραγούδι που έμαθες μέσα σ’ εκείνο το περιβάλλον από τον πατέρα σου, εκείνο που έχει σημαδέψει τη μνήμη σου, δεν είναι αυθεντικό, ότι αγαπάς και τραγουδάς ένα «ξενόφερτο» και «αλλοτριωμένο» τραγούδι. Αν σκεφτούμε πόσο πολυάριθμα και πολυποίκιλα μπορεί να είναι ανάλογα ζητήματα στις ζωές όλων μας, βλέπουμε πού οδηγούμαστε με εκείνο το «εθνικό». Είναι ένα λεπτό θέμα, έτσι δεν είναι; Από την άλλη, αν ρωτήσεις τι είναι «αυθεντικό» ή «εθνικό», δεν θα βρεις έστω δυο άτομα που να έχουν την ίδια άποψη... Αν, μάλιστα, προσθέσεις και τον εκφυλισμό που έχουμε υποστεί, μάλλον θα ήταν καλύτερα να χρησιμοποιήσουμε όσο το δυνατόν λιγότερα επίθετα.

Πέρυσι το καλοκαίρι στην Θεσσαλονίκη απολαύσαμε τις παραστάσεις «Μεντέας-Μήδεια» και «Αρμινέ Σίστερ» από την πολωνική θεατρική ομάδα «Ζαρ», στις οποίες συμμετείχες κι εσύ με μέλη της οικογένειάς σου. Παράλληλα, βγήκε στο φως της δημοσιότητας το φιλμ «Εξόριστα τραγούδια», ένα ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε με αφορμή ένα οδοιπορικό που πραγματοποιήσατε με τα μέλη της θεατρικής ομάδας Ζαρ, προς την Ανατολική Τουρκία. Μίλησέ μας για όλα αυτά...
Εδώ και πολλά χρόνια, μέσω των μουσικών εργαστηρίων που συμμετέχουμε, προσπαθούμε να μεταβιβάσουμε τον κόσμο των μελωδιών. Η πλειονότητα των μαθητών μας δεν είναι Αρμένιοι. Εν ολίγοις, ας πούμε ότι οι μαθητές μας είναι κυρίως άτομα απαλλαγμένα από προκαταλήψεις. Έτσι η αλυσίδα μετάδοσης διευρύνεται, φτάνοντας φυσικά και στον κόσμο της τέχνης. Η συνεργασία με την πολωνική θεατρική ομάδα Ζαρ, του ινστιτούτου Γκροτόφσκι, (teatr Zar-Grotowski Institute) δεν ήταν η πρώτη μου, αλλά ομολογώ πως ήταν η πιο εντατική, ανυπόκριτη και βαθειά εμπειρία μου. Είναι μια ιδιαιτερότητα αυτής της ομάδας, το να συνυφαίνουν όλες τις θεατρικές τους παραστάσεις με την μουσική, κυρίως σε ότι αφορά τις χριστιανικές παραδόσεις. Εν συντομία, εκείνοι ήθελαν να δημιουργήσουν ένα θεατρικό έργο για την Γενοκτονία των Αρμενίων. Δεν είχαν σκοπό να «εξηγήσουν» την Γενοκτονία και παράλληλα να δείξουν «τι όμορφη μουσική έχουν οι Αρμένιοι»... Τελικά, φάνηκε πως αυτό που έψαχναν...ήμουν εγώ!

Οι ηθοποιοί τραγουδούσαν αρμένικα στο «Αρμινέ Σίστερ»...!
Ναι, και μάλιστα στα κραπάρ (αρχαία αρμενικά). Δουλέψαμε μαζί κοντά τρία χρόνια, μόνο και μόνο για να νιώσουν τις μελωδίες, να τις εκφράσουν σωστά. Δεν είχα ποτέ μου τόσο σοβαρούς, προσεκτικούς και απαιτητικούς μαθητές. Εκτός από τις παραστάσεις, δώσαμε μαζί και συναυλίες εκκλησιαστικής μουσικής. Μπορώ να παραδεχτώ, πως εν τέλει κάτι κατάφερα να τους μεταδώσω. Θα επιθυμούσα βέβαια και οι Αρμένιοι να έδειχναν τέτοιο ζήλο, αλλά εκτός από όσους αποτελούν τον κύκλο της χορωδίας Αγκν, κανείς άλλος δεν ενδιαφέρεται. Ούτε καν η αρμενική εκκλησία στο Παρίσι, όπου εδώ και 28 χρόνια είμαι αρχιψάλτης. Ας μην ανοίξουμε, όμως, αυτό το θέμα...
Η ιστοσελίδα του Akn: https://akn-chant.org/en/books/tzaynhanabadi

 

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 20 επισκέπτες συνδεδεμένους