Δημήτρης Πιατάς Εκτύπωση E-mail

Από την Έλενα Κιουρκτσή

Τεύχος Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2010

 

Είναι κρίμα να υπογράφεις μια συνέντευξη με έναν τόσο θετικό και δημιουργικό άνθρωπο όπως τον Δημήτρη Πιατά, υπό το βάρος της απώλειας ενός σημαντικού συναδέλφου του. Θυμάμαι το περασμένο καλοκαίρι τον Άρτο Απαρτιάν να μου λέει «μια συνέντευξη με τον Δημήτρη είναι πολιτισμός». Και έτσι μεσολάβησε στο να γίνει. Τα χαμόγελα των τριών μας περίσσευαν εκείνο το ζεστό απόγευμα στο καφέ των Αμπελοκήπων. Ακόμα και τα μελαγχολικά μάτια του Άρτο έλαμπαν με έναν πρωτόγνωρο ενθουσιασμό. Μοιάζαμε με ένα παρεάκι που είχε την οικειότητα μιας ξεχωριστής θέρμης, παρότι …αυτοσχέδιο για τις ανάγκες αυτής της συνέντευξης.

Δυο βδομάδες αργότερα ο Άρτο πέρασε στην άλλη πλευρά. Ακούγοντας το ηχητικό ντοκουμέντο εκείνης της συγκινητικής συνάντησης, το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό είναι η δυναμική του Δημήτρη Πιάτα που ήρεμα ζητωκραύγαζε: «ότι άγριο και άδικο κι αν ζήσαμε σε αυτό τον τόπο, κάποιοι όπως ό Άρτο και εγώ κρατάμε γερά, γιατί έχουμε το πείσμα να υπάρχουμε κόντρα σε όσους ενοχλούνται από αυτό». Με άλλα λόγια, η κουβέντα που ακολουθεί είναι με τον Δημήτρη Πιατά αλλά αφιερώνεται στον άνθρωπο, φίλο και καλλιτέχνη Άρτο Απαρτιάν που άθελά του μας πίκρανε γιατί βιάστηκε να φύγει, τόσο ξαφνικά, έτσι νωρίς…

 

 

«Η ομορφιά του Αρμενικού λαού, είναι η περηφάνια του στα δύσκολα»

 

Η ενασχόλησή σας με την ηθοποιία πώς ξεκίνησε;

Δεν μπορώ να πω πώς ακριβώς. Υπήρξα ένα ήσυχο και ιδιαίτερα σεμνό παιδί, θεωρώντας τον εαυτό μου όχι και τόσο θαρραλέο τύπο. Απλώς είχα ευαισθησίες, ήθελα να εκφράζομαι ευρύτερα και ο μόνος τρόπος που ίσως θα μπορούσα να διασωθώ από τη ρουτίνα, την πέριξ ευτέλεια και φθορά ήταν η υποκριτική, είτε παίζοντας, είτε παρακολουθώντας παραστάσεις ή ονειρευόμενος. Ξέρετε, το να ονειρεύομαι για εμένα έχει πολύ μεγάλη σημασία. Θέλω να πω ότι μ’ αρέσει η καθημερινότητά μου να κουβαλάει κάποια ποίηση, ακόμα και μέσα από ένα φαγητό ή από μια απλή βόλτα. Με ενδιαφέρει η χαρά της ζωής. Με αυτήν την έννοια, συνειδητοποίησα ότι το θέατρο διαθέτει αυτήν την ικανότητα, όχι μόνο να με κάνει να ονειρεύομαι αλλά και τα όνειρα με κάποιον τρόπο να πραγματώνονται, να μορφοποιούνται και ταυτόχρονα μετέχοντας σε όλα αυτά να μπορώ να βιοπορίζομαι. Οπότε ξαφνικά η ηθοποιία έγινε και επάγγελμα. Ωστόσο το όνειρό μου παραμένει το να συνεχίσω να έχω όνειρα.

Ήταν το 2001 που ανεβάσατε στην Αρμενία το «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ. Υπήρχε κάποιος λόγος που επιλέξατε το συγκεκριμένο έργο;

Έχοντας ήδη ανεβάσει με μεγάλη επιτυχία στο «Πολύτεχνο» - έναν μικρό θεατρικό χώρο που διατηρούσα στην οδό Μαυρομιχάλη - το έργο «Λα Νόννα» του Ρομπέρτο Κόσα, αποφασίσαμε με τον Κωνσταντίνο Τζούμα, έναν από τους καλύτερους συνεργάτες μου, το επόμενο έργο μας να είναι Μπέκετ και συγκεκριμένα το «Περιμένοντας τον Γκοντό». Ο λόγος που επιλέξαμε αυτό το έργο είχε συμβολικό χαρακτήρα, αφού σκοπεύαμε να το ανεβάσουμε τη βραδιά που θα άλλαζε η χιλιετία. Με αυτό τον τρόπο θέλαμε να γιορτάσουμε το τέλος ενός κόσμου που πέθαινε και τον ερχομό ενός καινούργιου. Άλλωστε το 2000 όριζε πλέον μια άλλη πραγματικότητα, τόσο αριθμητικά όσο και ουσιαστικά.

 

Και πώς από το «Πολύτεχνο» ο Μπέκετ… βρέθηκε στο Ερεβάν;

Αυτή η ιστορία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ανεβάσαμε, λοιπόν, την παράσταση την παραμονή της πρωτοχρονιάς όπως υπολογίζαμε, και επειδή προκάλεσε αίσθηση την εντάξαμε σε ένα ρεπερτόριο παραστάσεων που θα κάναμε τη σαιζόν 2000-2001. Κάποια στιγμή επισκέφτηκαν την Ελλάδα ως επίσημοι προσκεκλημένοι ο τότε πρόεδρος της Αρμενίας μαζί με τον υπουργό Πολιτισμού και επειδή ο δεύτερος είχε λίγο ελεύθερο χρόνο θέλησε να παρακολουθήσει κάποια παράσταση κατά την παραμονή του στην Αθήνα. Συγκυριακά, το μόνο θεατρικό έργο που του ήταν γνωστό ήταν το «Περιμένοντας τον Γκοντό». Έτσι, χωρίς να το γνωρίζουμε, ήρθε και είδε την παράστασή μας η οποία τον ενθουσίασε. Όταν υπογράφηκε η διακρατική συμφωνία για τα πολιτιστικά θέματα μεταξύ Ελλάδας και Αρμενίας, εξέφρασε στο ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού την επιθυμία να παίξουμε το εν λόγω έργο στην Αρμενία.

 

Οπότε έτσι ταξιδέψατε με το έργο του Μπέκετ στο Ερεβάν;

Μακάρι να ήταν τόσο απλό. Για να αντιληφθείτε το γελοίο της όλης ιστορίας, το υπουργείο Πολιτισμού της Αρμενίας έστειλε με αριθμό πρωτοκόλλου στο αντίστοιχο ελληνικό την πρόταση – να παίξουμε δηλαδή το έργο του Μπέκετ στα πλαίσια των πολιτιστικών ανταλλαγών – και ο υπάλληλος ο οποίος την παρέλαβε για λόγους ρουτίνας την έστειλε με φαξ και στην εταιρία μου. Θεωρώντας ότι είναι πολύ μεγάλη μου τιμή, το ανακοίνωσα στο θέατρο πεπεισμένος πως σε μια τέτοια πρόταση δεν θα υπήρχε κάποια ένσταση ή όποια άλλη αντίρρηση από το εδώ υπουργείο. Όταν λοιπόν ήρθα σε επαφή μαζί τους, πιθανόν επειδή δεν ήμουν αρεστός σε κάποιους, μου δήλωσαν ότι κάποιο λάθος έχει γίνει και ότι δεν έχουν λάβει γνώση αυτής της πρότασης, αφού κατά τα λεγόμενά τους δεν υπήρξε ποτέ. Επιπλέον, είχαν αλλάξει τον αριθμό πρωτοκόλλου και τον είχαν βάλει σε μια άλλη πρόταση, γεγονός που αποδεικνύει ότι οι λαμογιές έχουν παρελθόν σε αυτό τον τόπο.

 

Ενδεχομένως, ήθελαν να προωθήσουν συντεχνιακά κάποιους άλλους;

Δεν μπορώ να ξέρω ποιους θα στέλνανε αλλά προφανώς όχι εμένα και όχι το συγκεκριμένο έργο. Προσωπικά δήλωσα ότι θα δημιουργήσω σκάνδαλο, θεωρώντας απαράδεκτη μια τέτοια συμπεριφορά. Μάλιστα από το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού, για να με εκδικηθούν, αρνούνταν να μου καλύψουν τα έξοδα, δηλώνοντας ότι επειδή η Αρμενία δεν είναι χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακόμα και αν υπήρχε μια επίσημη πρόταση δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί.

Αυτό που κανονικά ισχύει είναι ότι όταν γίνεται επίσημη πρόταση από μια χώρα της Ε.Ε. στην Ελλάδα, τότε αυτομάτως τίθεται υπό την αιγίδα του υπουργείου Πολιτισμού της χώρας που κάνει την πρόταση και το αντίστοιχο ισχύει για τη χώρα μας προς μια άλλη χώρα της Ε.Ε. Αλλά αυτό στην πράξη σπανίως εφαρμόζεται. Εγώ, όμως, δεν ανέβαζα μια μεγάλη αττική κωμωδία αλλά το «Περιμένοντας τον Γκοντό» που σημαίνει ότι το κόστος ήταν πάρα πολύ χαμηλό, άρα μπορούσα να το αυτοχρηματοδοτήσω. Έτσι, δήλωσα ότι θα κάνω χρήση της επίσημης πρόσκλησης και θα εκπροσωπήσω τον τόπο μου με δικά μου έξοδα. Καθότι εκείνη την περίοδο ανέβαζα τον «Μικρό Ήρωα» και είχα μπει σε μια διαδικασία αναζήτησης χορηγών, ανακάλυψα ότι ο ΟΤΕ δραστηριοποιείται στην Αρμενία ως «ΑΡΜΕΝΤΕΛ» και ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα να μου καλύψει τα έξοδα διαμονής - αναφερόμαστε, βέβαια, σε αστεία ποσά καθότι η διαφορά του νομίσματος είναι τεράστια. Με αφορμή αυτό το ρεζιλίκι του ελληνικού υπουργείου επικοινώνησα άμεσα με το υπουργείο Πολιτισμού της Αρμενίας εκφράζοντας την επιθυμία να ανεβάσω την παράσταση στο Ερεβάν με δική μου πρωτοβουλία, χωρίς να έχω καμία σχέση με το επίσημο ελληνικό κράτος. Έτσι, φτάσαμε στην Αρμενία όπου πλέον αρχίζει η προσωπική μου εμπειρία από μια χώρα η οποία ήδη εκείνη την περίοδο ήταν απομονωμένη και αντιμετώπιζε μεγάλο οικονομικό πρόβλημα.

 

Προφανώς η παράσταση ανέβηκε στα ελληνικά.

Φυσικά. Το έργο είναι πάρα πολύ γνωστό. Υπ’ όψιν ότι η παράσταση που παίχτηκε στην Αρμενία δεν είχε υπέρτιτλους, αλλά είχε ατμόσφαιρα, μια φοβερή δυναμική. Εξάλλου, ο λόγος του Μπέκετ δεν είναι σύνθετος, είναι απλός, χωρίς όμως να είναι απλοϊκός. Έχει πολλές ανάσες - παύσεις και κραυγές. Νομίζω ότι έχει την πολυτέλεια να επικοινωνεί ανεξάρτητα από γλώσσα, φτάνει να ξέρεις περίπου την υπόθεση. Εξάλλου, όταν εμείς πηγαίνουμε στο εξωτερικό και βλέπουμε ξενόγλωσσες παραστάσεις, μπορούμε να καταλάβουμε εάν είναι καλές ή όχι και από τις ερμηνείες.

 

Οι παραστάσεις στο Ερεβάν είχαν επιτυχία;

Υπήρξε αρκετή προβολή από τον τύπο, από το υπουργείο Πολιτισμού της Αρμενίας και από την τηλεόραση. Εμφανίστηκα σε αντίστοιχες πρωινές εκπομπές - ελληνικής λογικής υποψιάζομαι. Κάναμε δύο παραστάσεις. Ήτανε γεμάτες και οι δύο, γεγονός εντυπωσιακό γιατί είχε εισιτήριο, δεν ήταν δωρεάν. Η δεύτερη παράσταση είχε πάρα πολλούς Έλληνες, η πρώτη όμως ήταν με ντόπιους. Είχε προηγηθεί ένας ρώσικος θίασος ενάμιση μήνα πριν που είχε παρουσιάσει τον Μπέκετ αλλά τα εύσημα τα κερδίσαμε εμείς, η χώρα μας. Είναι ωραίο λοιπόν να ξεφεύγουμε λίγο από τα σύνορα και από την ελληνοφρένεια που μας διακατέχει, διότι εξαγώγιμο προϊόν δεν είναι απαραίτητα οτιδήποτε ελληνικό, όπως ο Αριστοφάνης και οι τραγικοί ποιητές, αλλά μπορεί να είναι και κάτι σύγχρονο. Εκτός συνόρων καλό είναι να έχεις την αυτοπεποίθηση που σου αρμόζει ως ηθοποιός και δεν είναι ανάγκη να είναι φολκλόρ αυτό που «εξάγεις».

 

Η Αρμενία που γνώρισα

 

Τι εντυπώσεις αποκομίσατε από εκείνο το ταξίδι;

Θεωρώ συγκλονιστικό χώρες οι οποίες αντιμετωπίζουν οικονομικό πρόβλημα να δίνουν αξία στην έννοια της κουλτούρας και του πολιτισμού. Είναι το μόνο πράγμα που σε κάνει πλούσιο σε μια γενικότερα άσχημη κατάσταση. Επιπλέον, είναι συγκινητική η αξιοπρέπεια ενός λαού όταν φοράει φθαρμένα ρούχα αλλά είναι καθαρά. Το υψηλό επίπεδο της παιδείας και της μουσικής σε αφήνουν άναυδο. Βρεθήκαμε στο δρόμο εγώ, ο Κωνσταντίνος Τζούμας και κάποιοι άλλοι. Ήμασταν τουρίστες και μάλιστα τελείως έξω από τα νερά μας. Από τον τρόπο ντυσίματος φαινόμασταν λες και ήμασταν πλούσιοι, οπότε ήταν λογικό να μας πλησιάσει μια ζητιάνα για να ζητήσει χρήματα. Ε, λοιπόν, βρέθηκε ένας άγνωστος άνθρωπος ο οποίος της έδωσε λεφτά για να σταματήσει να ενοχλεί εμάς τους ξένους. Συγκινήθηκα πάρα πολύ.

Όταν στη χώρα που ζω οι επαίτες είναι σε κάθε γωνία και προσπαθούν να πάρουν χρήματα με οποιονδήποτε τρόπο - κάτι που ενοχλεί πάρα πολύ την αισθητική μου - είναι λογικό να ξαφνιαστώ όταν συναντώ την αντίδραση ενός πολίτη του Ερεβάν που θέλει να πληρώσει τη ζητιάνα για να μην εκτεθεί η χώρα του. Επίσης, ένα γεγονός που με εντυπωσίασε - και που δεν το βλέπουμε στην Ελλάδα - συνέβη όταν βρέθηκα καλεσμένος στα μεγάλα και πανάκριβα νυχτερινά μαγαζιά του Ερεβάν με τους εξαιρετικούς μουσικούς, εκεί όπου συχνάζουν οι πλούσιοι.

Κάποια στιγμή λοιπόν, το πρόγραμμα διακόπηκε και εμφανίστηκε ένας Αρμένης, ο οποίος άρχισε να απαγγέλει ποιήματα για την Αρμενία και το Αραράτ. Για μένα μπορεί να μη σημαίνει κάτι, αλλά αντιλαμβάνομαι το δράμα και την πίκρα αυτού του λαού. Ακόμα κι αν επρόκειτο περί μόδας, το βρίσκω εξαιρετικά σημαντικό και συγκινητικό.

Δεν ξέρω αν συνεχίζεται ακόμη αυτή η «συνήθεια» που είχα την τύχη να βιώσω στο Ερεβάν του 2001, αλλά σίγουρα αποτελεί μια ξεχωριστή εμπειρία. Είναι σαν να είσαι σε ένα νυχτερινό κέντρο της Ιεράς Οδού και ξαφνικά να διακόπτει κάποιος τη μουσική για να απαγγείλει Ελύτη.

 

Τι άλλο θυμόσαστε από την επίσκεψή σας στην Αρμενία;

Ως τουρίστας που βρέθηκα εκεί για μια βδομάδα, θεωρώ εξαιρετικά εντυπωσιακό ότι τα παζάρια είναι γεμάτα πίνακες ζωγραφικής στους οποίους το κυρίαρχο στοιχείο είναι το Αραράτ.

Αντιλήφθηκα το συμβολισμό και ομολογώ πως συγκινήθηκα. Αντίστοιχα συναισθήματα είχα όταν πρωτοπήγα στη Λευκωσία και αντίκρισα στα βουνά ζωγραφισμένη την τουρκική σημαία. Το ίδιο στενάχωρο μου ήταν.

Πιο πριν είχατε κάποια σχέση με την Αρμενία ή την αρμενική κουλτούρα;

Θέλω να είμαι ειλικρινής. Καμία. Μόνο με την κουζίνα. Λατρεμένο το λεχματζούν. Σας ζητώ συγγνώμη, αλλά μόνο με αυτό. Ξέρω κάποια πράγματα από το σχολείο, αλλά για παράδειγμα δεν είμαι γνώστης της γενοκτονίας.

 

Θα ξαναπηγαίνατε στην Αρμενία;

Σαφώς. Είμαι περίεργος να δω τι έχει αλλάξει και την εξέλιξη της χώρας από τότε που την επισκέφτηκα.

 

Η τέχνη… τέχνας κατεργάζεται!

 

Θεωρείται ότι ο καλλιτέχνης εκπροσωπεί τη χώρα καταγωγής του;

Θα το θέσω ως εξής. Όπως είναι αντιληπτό, σε σχέση με το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού έχω πολύ άσχημες εντυπώσεις. Αυτοί που υποτίθεται βρίσκονται σε κέντρα λήψης αποφάσεων για να υπηρετούν τον πολιτισμό μόνο υπηρέτες δεν είναι. Ταβερνιάρηδες ίσως, στην καλύτερη περίπτωση μετρ, με την έννοια της νέας «Γερουλάνειας» εκδοχής. Από την άλλη, έχω ξαναπεράσει τα σύνορα της Ελλάδας για να εκπροσωπήσω τη χώρα μου. Ήταν για την παράσταση «Ο Καλός Στρατιώτης Σβέικ» σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη στο Σαράγεβο, μετά τον πόλεμο, το 1996. Βρέθηκα εκεί με δικά μου χρήματα και με την «μαγκιά» του Έλληνα. Όλοι νόμιζαν ότι με είχε στείλει το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού, αλλά εγώ είχα πάει μόνος μου. Στο τέλος, όμως, λόγω της επιτυχίας, μεταμέλησε όλο το κατεστημένο του υπουργείου που δεν επέτρεπε σε ηθοποιούς, και δη κωμικούς, να εκπροσωπήσουν τη χώρα τους. Βλέπετε, μας αρνούνται να είμαστε κάτι καλύτερο ή σοβαρότερο, γιατί ίσως ενοχλούμε. Κατά τη γνώμη τους ανήκα στη στερεοτυπική κατηγορία των λαϊκών κωμικών. Εν πάση περιπτώσει, κάθε φορά που περνάω τα σύνορα θεωρώ ότι εκπροσωπώ την Ελλάδα. Είναι εκείνες οι φορές που όλα τα φαιδρά και ανόητα του τόπου μου μικραίνουν και απαιτείται μια άλλου είδους σοβαρότητα. Άλλωστε, είναι αναπόφευκτο όποιος πάει σε άλλη χώρα να εκπροσωπεί τον τόπο του, τ’ όνομά του και τη σημαία του. Δεν είναι κακό. Το θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό και πολύ όμορφο, ειδικά αν έχει σχέση με την τέχνη, την προσφορά. Από την άλλη, θα μπορούσε κανείς να πει ότι κακό είναι και να εξάγεται άθλια τέχνη. Αυτό όμως στην πράξη αποφεύγεται, διότι η διαδικασία της εξαγωγής τέχνης είναι αξιοκρατική. Επίσης, δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα τώρα που βρίσκεται σε περίοδο εσωτερικής κρίσης δεν κάνει εξαγωγές. Πέραν τούτου, υπάρχει σαφής εσωστρέφεια, δεν δέχεται ξένους καλλιτέχνες, διότι έτσι θα υπάρξει σύγκριση και η διαφορά θα είναι συντριπτική. Είναι ένα είδος καλλιτεχνικού «σαμποτάζ». Ακούγεται αστείο, αλλά θα περίμενε κανείς ότι λόγω της παγκοσμιοποίησης εμείς οι καλλιτέχνες - Έλληνες και ξένοι - θα ερχόμασταν σε επαφή και θα γνωριζόμασταν μεταξύ μας, θα ανταλλάσσαμε ιδέες κλπ. Στην Ευρώπη τουλάχιστον αυτό είναι αυτονόητο. Στην Ελλάδα δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Η παγκοσμιοποίηση έχει σχέση μόνο με την οικονομία και με τις off-shore εταιρίες, όχι με την τέχνη. Η τέχνη παρέμεινε ψιλικατζίδικο εντός χώρας που απαγορεύεται να μετακινηθεί από τη θέση του.

 

Πώς θα χαρακτηρίζατε το ελληνικό θεατρόφιλο κοινό;

Δεν εκπροσωπώ το κοινό, εγώ είμαι από την απέναντι όχθη της όλης ιστορίας. Θέλω να πω ότι όπως αναφέρεται ο φίλος μου ο Τζούμας στο κοινό ως «κενό» - παίζοντας με τις λέξεις «κοινό» και «κενό» - έτσι κι εγώ πιστεύω πως ο κόσμος δεν έχει προσωπική ταυτότητα αλλά άγεται και φέρεται από δημοσιεύματα και τηλεοπτικές λογικές. Παρόλα αυτά, υπάρχει ένας βασικός πυρήνας ανθρώπων που παρακολουθούν τα πράγματα και ενδιαφέρονται. Ασφαλώς υπάρχουν κι εκείνοι που είναι δήθεν και ασχολούνται μόνο με ό,τι είναι στη μόδα. Αυτό που είναι σημαντικό για μένα είναι ότι το θέατρο είναι λαϊκό είδος και απευθύνεται όχι μόνο σ’ ένα συγκεκριμένο κόσμο αλλά σε όλους. Θεωρώ ότι θα ήταν λάθος να υποτιμήσω την παρουσία οποιουδήποτε ανθρώπου που θυσιάζει την έξοδό του ή την ανάπαυσή του ή τον καναπέ του για να βγει έξω και να παρακολουθήσει μια παράσταση.

 

Πιστεύετε ότι οι παραστάσεις διαμορφώνουν την αισθητική του κοινού;

Ασφαλώς. Το κοινό δεν έχει άποψη, είναι μια μάζα και διαμορφώνεται από τα περιοδικά και τις τηλεοράσεις. Είναι σαν τους ψηφοφόρους. Το πιο ξεκάθαρο κοινό είναι το ποδοσφαιρικό, δεν αλλάζει ομάδα ποτέ. Όλα τα υπόλοιπα, είτε πρόκειται για το εκλογικό σώμα είτε για το θεατρόφιλο κοινό είτε οτιδήποτε άλλο, συνεχώς αλλάζει και μεταλλάσσεται. Το θέμα είναι ένας καλλιτέχνης ή ένας σκηνοθέτης ή ένας παραγωγός να μπορεί να πιάσει την αύρα της στιγμής. Η Ελλάδα είναι συντηρητική και σεμνότυφη χώρα, ενώ θεωρητικά θα έπρεπε να έχει ανοιχτούς ορίζοντες. Άλλωστε, διαθέτει την ευλογία ενός καθάριου ουρανού. Κατά βάση, όμως, κουβαλά ένας είδος προγονοπληξίας και συντηρητισμού, που αντανακλάται και στην τέχνη. Έτσι, το αποτέλεσμα δεν είναι τίμιο αλλά νόθο. Με άλλα λόγια, αν κάτι δεν είναι απόλυτα σεμνό ή πρωτοποριακό είναι δήθεν και θολό.

 

Στα άμεσα σχέδιά σας, τι καινούργιο υπάρχει ;

Κατ’ αρχάς δεν μπορώ να σταματήσω να εργάζομαι, για λόγους επιβίωσης αλλά και ύπαρξης. Ωστόσο, έχω πλέον την πολυτέλεια να μπορώ να επιλέγω. Μπορεί βέβαια να έρθω σε σύγκρουση και να κλείσουν κάποιες πόρτες ή και να κάνω και λάθη, αλλά πιστεύω πως οφείλουμε να αντιστεκόμαστε και να μην αποδεχόμαστε κάποια πράγματα άκριτα. Φέτος από το Φεβρουάριο θα είμαι στην κεντρική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη για τις ανάγκες του έργου «Η Τριλογία του Παραθερισμού» του Γκολντόνι.

 

Σαράντα χρόνια πορεία είναι πολύ δύσκολη με αυτά τα δεδομένα. Τι έχετε κρατήσει και τι θα αφήνατε πίσω σας;

Θα άφηνα πίσω όλη την ευτέλεια της καθημερινότητας του τόπου και της δουλειάς μου. Θα κράταγα όμως όλο το ταξίδι, γιατί ήταν -και παραμένει- εξαιρετικό, και ναι, δεν θα το άλλαζα με τίποτα. Ένας λόγος που μου άρεσε πολύ που κάναμε αυτή τη συνέντευξη είναι γιατί αποτέλεσε το ερέθισμα να θυμηθώ πόσο ωραία πέρασα στο Ερεβάν. Κι ενώ θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται για μια παλιά ασήμαντη ιστορία, τελικά παραμένει μια πολύ ωραία ανάμνηση, αυθεντική πηγή ευχάριστων συναισθημάτων. Ίσως γιατί έχει περισσότερο ενδιαφέρον ένας έλληνας ηθοποιός που παίζει Μπέκετ στο Ερεβάν της Αρμενίας και όχι στην Αγγλία, τη χώρα του συγγραφέα.

 

Για τον φίλο Άρτο Απαρτιάν

 

Η αιτία για αυτή τη συνέντευξη ήταν ο συνάδελφος και φίλος Άρτο Απαρτιάν, τον οποίο συνάντησα πέρσι στο θέατρο «Γκλόρια» όπου έπαιζα το «Στραβόξυλο» του Ψαθά ενώ εκείνος ετοίμαζε ένα έργο του στα αρμενικά. Συζητώντας την επίσκεψή μου στο Ερεβάν πριν από μερικά χρόνια, όταν παρουσίασα εκεί το «Περιμένοντας τον Γκοντό», γεννήθηκε η ιδέα για αυτή τη συνέντευξη. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε με την παρουσία του σε ένα καφέ στους Αμπελοκήπους και έμελλε να είναι η τελευταία μας συνάντηση - δεκαπέντε μέρες μετά ο Άρτο μάς αποχαιρέτησε τόσο γρήγορα και αναπάντεχα. Η συζήτηση για μια ενδεχόμενη συνεργασία σε ένα νέο ανέβασμα του «Περιμένοντας τον Γκοντό» απέκτησε μια περίεργη μεταφυσική διάσταση. Όπως γράφει και ο Μπέκετ: «ο άνθρωπος γεννιέται καβάλα στον τάφο… ο νεκροθάφτης ετοιμάζει τα εργαλεία του…». Για τον Άρτο ο νεκροθάφτης ήταν έτοιμος ενώ η συνέντευξη μόλις ξεκινούσε…

Δημήτρης Πιατάς

Αθήνα, 5 Δεκεμβρίου 2010


Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 46 επισκέπτες συνδεδεμένους