Άρτο Απαρτιάν Εκτύπωση E-mail

Της Έλενας Κιουρκτσή

Τεύχος: Μάρτιος-Απρίλιος 2010


Εδώ και 28 χρόνια, αυτοαναφλέγεται και αναγεννάται, μπροστά στα αδηφάγα -και ενίοτε γοητευμένα- μάτια όλων μας, υπηρετώντας την τέχνη του ηθοποιού. Βαθειά ευσυγκίνητος, μοναχικός και γενναίος στις «μάχες» του, κουβαλά τις αποσκευές του ανθρώπου που η ειλικρίνειά του, του δίδαξε ήθος και αντίληψη.

Από την πλευρά του πατέρα του, κατάγεται από το Σις της Κιλικίας, σημερινή πόλη Κοζάν. Ο παππούς του από τα Άδανα και η γιαγιά του από το Καρς. Όταν λοιπόν κάποιες φορές  παραπονιέται σε έλληνες φίλους του ότι εκείνοι έχουν το χωριό τους αλλά εκείνος όχι, δύσκολα το καταλαβαίνουν. Είναι σαν κάποτε -πριν καν γεννηθεί- να υπήρξε ένα σημείο αναφοράς για τον Άρτο Απαρτιάν, αλλά πλέον να σβήστηκε από το χάρτη.

 

 

Δεν βάζω τον εαυτό μου μπροστά από το ρόλο


Για­τί σε συ­γκι­νεί τό­σο το χω­ριό που δεν έ­ζη­σες;

Διό­τι ή­θε­λα να έ­χω μια Μά­να στη ζω­ή μου -με την έν­νοια της πα­τρίδας -, και την στε­ρή­θη­κα. Εί­μαι ό­πως έ­να ορ­φα­νό που δεν ξέ­ρει ποιος τον γέν­νη­σε.

Βέ­βαια, γνω­ρί­ζω ό­τι εί­μαι Αρ­μέ­νης, έ­χω πά­ει τρεις φο­ρές στην Αρ­με­νί­α πριν την πε­ρε­στρό­ι­κα, ό­μως δεν εί­ναι το ί­διο. Η Κι­λι­κί­α, ε­κτός α­πό το ό­τι α­πέ­χει πο­λύ α­πό την Αρ­με­νί­α, βρί­σκε­ται πιο κο­ντά στη θά­λασ­σα. Και ε­γώ δεν νό­η­σα ποτέ τον ε­αυ­τό μου να μη βλέ­πει θά­λασ­σα. Πά­ντο­τε στα το­πί­α του μυα­λού μου σε μια γω­νιά υ­πάρ­χει, έ­στω και α­πό μα­κριά. Μου λεί­πει ο τό­πος που κα­τά­γο­μαι και πά­ντο­τε θα νοιώ­θω αυ­τόν τον ξε­ρι­ζω­μό. Για αυ­τό δεν μου α­ρέ­σει να φεύ­γω από το σπί­τι μου εί­τε για πε­ριο­δεί­α αλ­λά και γε­νι­κώς. Εί­ναι το κα­τα­φύ­γιο, η φω­λιά μου, ε­κεί που αι­σθά­νο­μαι α­σφα­λής.

 

Ω­στό­σο γεν­νή­θη­κες και με­γά­λω­σες στην Ελ­λά­δα.

Ό­πως και η μη­τέ­ρα μου. Ο πα­τέ­ρας μου ήρ­θε ε­δώ δυο ε­τών, αλ­λά οι παππού­δες μου ή­ταν α­πό ε­κεί. Δεν κά­να­με ό­μως συ­ζη­τή­σεις, με τη λο­γι­κή ό­τι στο σπί­τι του κρε­μα­σμέ­νου δεν μι­λά­νε για σχοι­νί. Βέ­βαια κά­ποια πράγ­μα­τα μου τα α­νέ­φε­ραν ό­ταν ή­μουν στο νη­πια­γω­γεί­ο και στις πρώ­τες τά­ξεις του δη­μο­τικού- τό­τε που πή­γαι­να στο Αρ­μέ­νι­κο σχο­λεί­ο πριν πά­ω στο Ελ­λη­νι­κό.  Ό­μως κατά βά­θος γνώ­ρι­ζα και στη συ­νέ­χεια ό­λα ήρ­θαν φυ­σι­κά. Ό­ταν για πα­ρά­δειγ­μα στη τρί­τη δη­μο­τι­κού διά­βα­ζα «Αρ­με­νί­ζει το κα­ρά­βι», μπο­ρεί και να έ­βα­ζα τα κλά­μα­τα.

Τι θυ­μά­σαι α­πό τις ε­πι­σκέ­ψεις σου στην Αρ­με­νί­α;

Τό­τε ή­ταν οι Σο­βιε­τι­κοί και μας πα­ρα­κο­λου­θού­σαν σε κά­θε μας βή­μα, γε­γο­νός πο­λύ ε­νο­χλη­τι­κό. Α­πό την άλ­λη εί­δα­με τους συγ­γε­νείς μας, που δεν εί­χαν φύ­γει α­κό­μα για διά­φο­ρα μέ­ρη. Η Αρ­με­νί­α μου έ­μοια­ζε  σαν έ­ναν μα­κρι­νό ε­ξά­δελ­φο.

Το Τζι­τζερ­να­γκαμπέρτ με συ­γκλό­νι­σε και το Ε­τσμια­τζίν, κα­θώς και η πέ­τρα του Ε­ρε­βάν μου προ­κά­λε­σαν συ­γκί­νη­ση. Ω­ραί­α ή­ταν, αλ­λά δεν μπή­κε τί­πο­τα στη θέ­ση του. Ή­ταν το κομ­μά­τι ε­νός παζ­λ αλ­λά α­πό… άλ­λο παι­χνί­δι.

 

Η αρ­μενι­κή κα­τα­γω­γή σου, πό­σο έ­χει συμ­βά­λει στην καλ­λι­τε­χνική σου υ­πό­στα­ση;

Τα ­μά­λα. Α­νέ­κα­θεν μου ά­ρε­σε η τέ­χνη της πα­ρά­στα­σης και της έκ­φρα­σης, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας ως ό­χη­μα τον ί­διο μου τον ε­αυ­τό.

Ο Γιάν­νης Κα­ρα­τζάς ο φιλόλογός μου στο γυμνάσιο, έ­νας εκ­πλη­κτι­κός άν­θρω­πος, κά­πο­τε εί­χε δει μια φω­τογρα­φί­α  μου και μου εί­χε πει «τα μά­τια σου, α­κό­μα και ό­ταν γε­λάς, έ­χουν μια μελαγ­χο­λί­α». Δεν το εί­χα συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει έ­τσι α­κρι­βώς αλ­λά ναι, εί­μαι κατά βά­ση με­λαγ­χο­λι­κός

Α­κό­μα και τις φο­ρές που εί­μαι ευ­τυ­χι­σμέ­νος πά­ντο­τε υ­πάρ­χει μια με­λαγ­χολί­α, νο­μί­ζω δι­καιο­λο­γη­μέ­νη. Για­τί ό­ντας έ­νας α­πό τους «τυ­χε­ρούς» του κό­σμου- προ­ερ­χό­με­νος α­πό έ­ναν α­πό τους τό­σους λα­ούς που έ­χουν υ­πο­φέ­ρει και συνε­χί­ζουν-, η αρ­μενι­κή κα­τα­γω­γή μου ή­ταν μια κα­τάλ­λη­λη πλατ­φόρ­μα πά­νω στην ο­ποί­α μπο­ρού­σε να στη­ρι­χθεί η τέ­χνη του η­θο­ποιού.

 

Πι­στεύ­εις ό­τι σε σχέ­ση με τη με­λαγ­χο­λί­α που σε διέ­πει, υ­πάρ­χει γο­νι­δια­κή μνή­μη ή εί­ναι οι δι­η­γή­σεις της οι­κο­γέ­νειάς σου που σου έ­χτισαν μια μορ­φή βιώ­μα­τος;

Κα­νείς α­πό τους δι­κούς μου δεν μου εμ­φύ­ση­σε μί­σος ή δεν μου δι­ηγή­θη­κε τις σφα­γές. Νο­μί­ζω ό­τι αυ­τή η με­λαγ­χο­λί­α εί­ναι εν μέ­ρει γο­νι­δια­κή αλ­λά συν­δέ­ε­ται και με το πε­ρι­βάλ­λον που με­γα­λώ­νει έ­να ά­το­μο, με τα εν­διαφέ­ρο­ντά του κα­θώς και σε τι κοι­νω­νι­κο-οι­κο­νο­μι­κή τά­ξη βρί­σκε­ται. Ό­λα αυ­τά θε­ω­ρώ ό­τι παί­ζουν ρό­λο για το πώς τε­λι­κά εν­σω­μα­τώ­νεις τις ό­ποιες κα­τα­στάσεις. Ο πα­τέ­ρας μου, μου εί­χε πει πως ο παπ­πούς μου ο Χα­ρου­τιούν που δεν γνώρι­σα, ή­ταν πα­ρα­μυ­θάς. Μά­λι­στα ο Πα­σάς του χω­ριού τον εί­χε σώ­σει, για­τί έ­λεγε πα­ρα­μύ­θια με συ­νέ­χειες στην πλα­τεί­α ό­που μα­ζευό­ταν ο κό­σμος, κά­τι σαν τις «Χί­λιες και Μια Νύ­χτες».

Ο­πό­τε πι­στεύ­ω ό­τι έ­χω κά­ποια γο­νι­δια­κά ψήγ­μα­τα και α­πό ε­κεί.

Το πιο ση­μα­ντι­κό ό­μως εί­ναι πως η  αρ­μενι­κή πί­κρα που κου­βα­λά­ω μέ­σα μου, με έ­χει κά­νει πά­ρα πο­λύ τί­μιο στη ζω­ή μου, σε ο­ποια­δή­πο­τε εκ­δή­λω­ση και κοι­νωνι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά. Αυ­τός εί­ναι και ο λό­γος που δεν μου α­ρέ­σουν οι πα­ρέ­ες καθώς και το να λέ­ω τα ί­δια πράγ­μα­τα, μό­νο και μό­νο για­τί πρέ­πει να βγω και να συ­να­να­στρα­φώ κό­σμο. Συ­χνά με χα­ρα­κτη­ρί­ζουν στρα­βό­ξυ­λο, αλ­λά δεν εί­μαι.

Α­πλά δεν μπο­ρώ να ε­πα­να­λαμ­βά­νο­μαι και να λέ­ω ψέ­μα­τα.

 

Η προ­ϋ­πό­θε­ση των συ­να­να­στρο­φών εί­ναι τα …ψέ­μα­τα;

Ε, αυ­τό έ­χω πα­ρα­τη­ρή­σει τό­σα χρό­νια. Αν θέ­λα­με να ε­πι­κοι­νω­νή­σου­με α­λη­θι­νά θα έ­πρε­πε να συ­να­ντιό­μα­στε με αν­θρώ­πους που γου­στά­ρου­με και να μη μι­λά­με.

Για­τί ό­ταν μι­λά­με, συ­νή­θως γκρι­νιά­ζου­με- ο­πό­τε δεν βγαί­νει τί­πο­τα.

Α­πό την άλ­λη, υ­πάρ­χουν και ε­κεί­νοι που δη­λώ­νουν «τι να κά­νου­με, ας υ­πο­μέ­νου­με».

Και οι δυο αυ­τές συ­μπε­ρι­φο­ρές δεν μου ται­ριά­ζουν. Ε­πι­πλέ­ον δεν εί­μαι της  συλ­λο­γι­κής συ­νταύ­τι­σης  του τύ­που ε­λά­τε να φτιά­ξου­με ο­μά­δα και να ε­πα­ναστα­τι­κο­ποι­η­θού­με.

Μου α­ρέ­σει να ε­φαρ­μό­ζω τις πρέ­που­σες αλ­λα­γές και υ­περ­βά­σεις, α­πό το πρώ­το κύτ­τα­ρο του δι­κού μου ε­αυ­τού. Δη­λα­δή προ­σπα­θώ­ντας να γί­νω ό­σο το δυ­να­τόν κα­λύ­τε­ρος α­πέ­να­ντι στο σύ­νο­λο, χτί­ζω κά­τι που μέ­νει.

Α­πό τη μια εν­δια­φέ­ρε­σαι για το σύ­νο­λο, ό­μως α­πό την άλ­λη δεν το ε­μπι­στεύ­ε­σαι, για αυ­τό και το α­πορ­ρί­πτεις.

Το ό­τι δεν το ε­μπι­στεύ­ο­μαι δεν ση­μαί­νει πως δεν εν­δια­φέ­ρο­μαι. Ε­πι­πλέ­ον, στο θέ­α­τρο μό­νο για κα­λό μπο­ρούν να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν οι προ­σω­πικοί δαί­μο­νες.

Αυ­τό ση­μαί­νει πως μπο­ρείς να α­ντι­στρέ­ψεις την αρ­νη­τι­κή ε­νέρ­γεια που παρά­γουν και να την με­τα­τρέ­ψεις σε θε­τι­κή - κά­τι άλ­λω­στε που σε σχέ­ση με τα φορτί­α , βρί­σκει σύμ­φω­νη τη Φυ­σι­κή. Και ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο το ε­ξα­σκείς, άλ­λο τό­σο βο­η­θάς το «φά­ντα­σμα» του ρό­λου να ε­γκα­τα­στα­θεί μέ­σα σου και να χρη­σι­μοποι­ή­σει το σώ­μα σου. Τρόπο­ν τι­νά, εί­ναι έ­να «στοί­χειω­μα».

 

Στη δου­λειά του η­θο­ποιού, υ­φί­στα­ται η «τε­χνη­τή» μνή­μη του ρόλου;

Ναι. Α­δειά­ζεις α­πό ό­σα σε προσ­διο­ρί­ζουν και έ­τσι δη­μιουρ­γείς μια τε­χνη­τή μνή­μη του χα­ρα­κτή­ρα που α­να­λαμ­βά­νεις να υ­πο­δυ­θείς. Κά­πο­τε έ­λε­γα «ο πό­νος σου χτυ­πά­ει στο αί­μα μου». Δη­λα­δή κά­νω πέρα τον ε­αυ­τό μου, για να νοιώ­σω ε­σέ­να.

Έ­τσι ό­ταν ξυ­πνά­ω, ξυ­πνά­ει μα­ζί μου και ο «άλ­λος», αυ­τός του ρό­λου.

Τον κου­βα­λά­ω πα­ντού, ό­τι και να κά­νω, οι α­τά­κες του με συ­νο­δεύ­ουν σε ό­λη τη διάρ­κεια των πα­ρα­στά­σε­ων. Για αυ­τό και ό­ταν κά­νω θέ­α­τρο α­πέ­χω α­πό τον έ­ξω κό­σμο. Διό­τι οι πλη­ρο­φο­ρί­ες που ό­λοι προ­σλαμ­βά­νου­με εί­ναι διαρ­κείς, α­ποθη­κεύ­ο­νται στον «σκλη­ρό» και α­συ­νεί­δη­τα  ε­πε­ξερ­γά­ζο­νται α­πό το μυα­λό.

Ό­μως ε­γώ πρέ­πει να μεί­νω α­νε­πη­ρέ­α­στος για­τί έ­χω να φρο­ντί­σω τον «άλ­λον». Προ­σω­πι­κά πο­τέ δεν βά­ζω τον ε­αυ­τό μου μπρο­στά α­πό το ρό­λο. Βρί­σκο­μαι πί­σω α­πό αυ­τόν.

 

Προ­τι­μάς το θέ­α­τρο α­πό τον  κι­νη­μα­το­γρά­φο;

Εί­ναι γο­η­τευ­τι­κό να α­να­κα­λύ­πτεις και­νούρ­για «ερ­γα­λεί­α», αλ­λά υ­πάρ­χουν πε­ρι­πτώ­σεις που ε­σύ πρέ­πει να το ε­φεύ­ρεις το νέ­ο ερ­γα­λεί­ο γιατί δεν το έ­χεις.

Αυ­τά μου α­ρέ­σουν και με χα­ρο­ποιούν πα­ρό­τι με κου­ρά­ζουν πο­λύ. Το προ­τε­λευταί­ο έρ­γο που έ­παι­ξα, ή­ταν το «Μά­θη­μα» του Ιο­νέ­σκο, το ο­ποί­ο ή­ταν ά­κρως α­παι­τη­τι­κό και δεν μου προ­σέ­φε­ρε  οι­κο­νο­μι­κές α­πο­λα­βές. Πα­ρό­λα αυ­τά με γέ­μισε ι­κα­νο­ποί­η­ση. Πά­ντως πιο ξε­κού­ρα­στος για ε­μέ­να εί­ναι ο κι­νη­μα­το­γρά­φος. Μπο­ρεί να δου­λέ­ψω συ­νε­χές δω­δε­κά­ω­ρο και να έ­χω μό­νο σω­μα­τι­κή κού­ρα­ση. Όμως το θέ­α­τρο εί­ναι πο­λύ πιο δύ­σκο­λο. Σαν το φρέ­σκο, που α­πό τη στιγ­μή που το περ­νάς στον τοί­χο δεν μπο­ρείς να το διορ­θώ­σεις. Είναι «ζω­ντα­νό», ά­με­σο. Διό­τι έ­χεις διαρ­κώς αν­θρώ­πους που εξ αρ­χής πρέ­πει να τους δη­λώ­σεις ό­τι δεν πρό­κει­ται να τους κα­πε­λώ­σεις α­πό θέ­ση ι­σχύ­ος ε­πει­δή εί­σαι ο φω­τι­σμέ­νος που θα πα­ρα­κο­λου­θή­σουν, ού­τε ό­μως ό­τι θα εί­σαι και κα­τώ­τε­ρός τους.  Ε­πι­πλέ­ον για μέ­να ο ρό­λος στο θέ­α­τρο εί­ναι σαν να πρέ­πει να κα­τα­δυ­θώ στην Ά­βυσ­σο, να πιά­σω άμ­μο και να α­να­δυ­θώ.

Η τη­λε­ό­ρα­ση α­πό την άλ­λη εί­ναι α­κό­μα πιο κο­πια­στι­κή για αυ­τό και η­θο­ποιοί α­να­μα­σούν τους ρό­λους τους. Με άλ­λα λό­για παίρ­νουν τις ί­διες εκ­φρά­σεις και ξε­κι­νούν πά­ντα με τη φρά­ση «να σου πω…». Προ­σω­πι­κά το α­πο­καλού­με­νο γυα­λί δεν με εν­δια­φέ­ρει ού­τε καν ως θε­α­τή. Άλ­λω­στε τα σή­ριαλ γυ­ρίζο­νται για να παίρ­νουν τα κα­νά­λια δια­φη­μί­σεις.

 

Προ­ε­τοι­μά­ζεις και­νούρ­γιες «εμ­φα­νί­σεις»;

Πρό­κει­ται να συμ­με­τά­σχω σε μια ται­νί­α μι­κρού μή­κους που θα ανα­φέ­ρε­ται στα τε­λευ­ταί­α η­με­ρο­λό­για του Μπά­ρο­ουζ και την ερ­χό­με­νη χρο­νιά θα παί­ξω στην Τρι­σεύ­γε­νη του Πα­λα­μά στο Ε­θνι­κό.

 

Υ­πάρ­χουν ρό­λοι που σου έ­χουν μεί­νει α­νε­ξί­τη­λοι;

Ό­λους τους έ­χω σαν παι­διά μου. Ό­μως έ­νας έ­χει α­φή­σει την σφρα­γίδα του μέ­σα μου και αυ­τό για­τί εί­ναι σχε­δόν θε­ϊ­κός. Ο  Τει­ρε­σί­ας, και της Αντι­γό­νης και του Οι­δί­πο­δα Τύ­ραν­νου. Μά­λι­στα πρέ­πει να εί­μαι α­πό τους ε­λάχι­στους που έ­χω παί­ξει Τει­ρε­σί­α τρεις φο­ρές. Πρό­κει­ται για έ­ναν πο­λύ ορ­γισμέ­νο άν­θρω­πο, που διαρ­κώς τα ψέλ­νει και στον Κρέ­ο­ντα και στον Οι­δί­πο­δα, πριν κα­τα­λή­ξουν τα πά­ντα σε κα­τα­στρο­φή.

Θυ­μά­μαι σε κά­ποια α­πό τις πα­ρα­στάσεις- ό­ταν ο Κρέ­ο­ντας κλαί­ει το γιο του που αυ­το­κτό­νη­σε- που α­κού­στη­κε μια κυ­ρί­α α­πό το κοι­νό να λέ­ει «ναι , τώ­ρα το σκέ­φτη­κες!» Τε­λι­κά εί­ναι τρο­μακτι­κό να λες α­λή­θειες και να μη σε α­κού­νε. Ό­πως και τό­τε έ­τσι και τώ­ρα. Ό­ποιος αρ­χί­ζει και μι­λά­ει, του φω­νά­ζουν «σκά­σε θα σε ε­ξο­ντώ­σω». Μα να λες α­λή­θειες και για αυ­τό να σε πο­λε­μούν…

 

Συμ­βαί­νει α­πό κα­τα­βο­λής κό­σμου.

Δεν α­ντι­λέ­γω. Για πα­ρά­δειγ­μα η φο­βε­ρή κρί­ση στην Ελ­λά­δα, δεν προ­έ­κυ­ψε α­πό τη μια μέ­ρα στην άλ­λη. Υ­πήρ­χαν σα­φή προ­ει­δο­ποι­η­τι­κά ση­μά­δια, που πο­τέ ό­μως κα­νείς α­πό τους πο­λί­τες δεν έ­λα­βε υ­πόψη του- και ας έ­βγαι­ναν σπου­δαί­οι άν­θρω­ποι και βα­ρού­σαν κα­μπα­νά­ρες και όχι κα­μπα­νά­κια. Ή­ταν ο­λο­φά­νε­ρο ό­τι πη­γαί­να­με κα­τά δια­ό­λου. Κα­νείς δεν έ­κανε τί­πο­τα, ού­τε τό­τε έ­νοια­ζε το λα­ό ού­τε και τώ­ρα τον νοιά­ζει. Και οι πο­λιτι­κοί για­τί να α­νη­συ­χή­σουν α­φού έ­χουν την ί­δια ι­διο­συ­γκρα­σί­α με την πλειο­ψη­φί­α.

Αυ­τή που τους α­να­δει­κνύ­ει δια­χει­ρι­στές της μοί­ρα της. Για αυ­τό δεν θέ­λω να μι­λά­ω και προ­τι­μώ να εκ­φρά­ζο­μαι μέ­σα α­πό τη δου­λειά μου που είναι δη­μό­σια. Μέ­σα α­πό αυ­τή, μου πα­ρέ­χε­ται η δυ­να­τό­τη­τα να με­τα­φέ­ρω τα μη­νύμα­τα που θε­ω­ρώ υ­γι­ή. Διό­τι κά­θε ω­ραί­ος ρό­λος προ­σφέ­ρε­ται για κά­τι τέ­τοιο και έ­χει να δώ­σει πολ­λά σε ό­ποιον τον πα­ρα­κο­λου­θεί αλ­λά και τον υ­πο­δύ­ε­ται. Και δεν χρειά­ζε­ται να εί­ναι κά­ποιος χα­ρα­κτή­ρας που θέ­λει να δι­δά­ξει τον κό­σμο κλπ.

Πο­λύ με­γά­λοι η­θο­ποιοί ό­τι ρό­λο και να υ­πο­δυ­θούν, μό­νο και μό­νο η αι­σθη­τι­κή του παι­ξί­μα­τός τους πα­ρα­πέ­μπει στο ό­τι υ­πάρ­χει και η ο­μορ­φιά στη ζω­ή και πρέ­πει να α­ντι­λη­φθού­με το πώς θα τη τρυ­γή­σου­με. Ό­μως, κα­νείς δεν νοιά­ζε­ται ε­πί τοις ου­σί­ας για αυ­τό.

 

Η ε­πιρ­ρο­ή της Τέ­χνης, κα­τά πό­σο μπο­ρεί να ε­πη­ρε­ά­σει και να α­φυπνί­σει συ­νει­δή­σεις;

Δεν νο­μί­ζω ό­τι μπο­ρεί να το κά­νει. Για πα­ρά­δειγ­μα έ­χει συ­στα­θεί έ­να κοι­νό σι­νε­φίλ , θε­α­τρο­φίλ, ει­κα­στι­κο­φίλ κλπ. και ζουν σε έ­να ροζ, παρ­φου­μα­ρι­σμέ­νο σύν­νε­φο και λέ­νε «αχ τι ω­ραί­α που ε­μείς βλέ­που­με και κα­τα­λαβαί­νου­με αυ­τή τη τέ­χνη ε­νώ άλ­λοι δεν μπο­ρούν». Δή­θεν κα­τα­στά­σεις που εκ­προ­σω­πού­νται α­πό τά­χα μου ε­ναλ­λα­κτι­κούς. Αλ­λά και οι πο­λι­τι­κοί τα ί­δια κάνουν. Εν­δια­φέ­ρο­νται για το φαί­νε­σθαι και ό­χι στο να α­φυ­πνι­στούν. Ε­πι­διώ­κουν να δεί­ξουν ό­τι κα­τέ­χουν και προ­ω­θούν πο­λι­τι­σμό , ο­πό­τε εύ­λο­γα τα πά­ντα κα­τα­λή­γουν σε συ­μπε­ρι­φο­ρές και νο­ο­τρο­πί­ες «βι­τρί­νας».

 

Πρό­σφα­τα συμ­με­τεί­χες και στη ται­νί­α «Guilt» του Βα­σί­λη Μα­ζω­μέ­νου, που α­φο­ρού­σε το Κυ­πρια­κό.

Ο ρό­λος μου ή­ταν ε­νός άγ­γλου στρα­τιω­τι­κού που έ­χει ξε­μεί­νει στην Κύ­προ και έ­χει έ­να μη­χά­νη­μα με το ο­ποί­ο βα­σα­νί­ζει τους ντό­πιους. Πι­στεύ­ει πο­λύ σε αυ­τό ό­πως και στα ι­δε­ώ­δη της Με­γά­λης Βρε­τα­νί­ας, το να εί­ναι δηλα­δή πε­λώ­ρια και ι­σχυ­ρή.

Αν ε­ξαι­ρέ­σει κα­νείς το τι πι­στεύ­ει αυ­τός ο άν­θρω­πος, η έν­νοια της πί­στης του εί­ναι η ί­δια με ο­ποιο­δή­πο­τε άλ­λου π.χ. ε­νός φο­ντα­με­ντα­λι­στή ι­σλα­μι­στή, ε­νός χρι­στια­νού ορ­θό­δο­ξου, εί­τε ε­νός φα­σί­στα, α­ναρ­χι­κού, κομ­μου­νι­στή κλπ.

Η ε­νέρ­γεια που χρειά­ζε­ται κα­νείς στο να πι­στεύ­ει, ή­ταν που με εν­διέ­φε­ρε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Αυ­τό εί­ναι και η πρό­κλη­ση. Εί­ναι θε­α­μα­τι­κό να πα­ρα­τη­ρείς τον αν­θρώ­πι­νο νου που πι­στεύ­ει πο­λύ σε κά­τι- για­τί το ά­το­μο θε­ω­ρεί αυ­τό το «κάτι»σπου­δαί­ο και κα­τά ε­πέ­κτα­ση μέ­σα α­πό αυ­τό, τον ί­διο του τον ε­αυ­τό.

 

Το Αρ­μενι­κό ζή­τη­μα πό­σο ό­μο­ρο εί­ναι με το Κυ­πρια­κό;

Εί­ναι τε­λεί­ως δια­φο­ρε­τι­κά πράγ­μα­τα. Δεν εί­ναι μό­νο o εκ­πα­τρι­σμός για τους Αρ­με­νίους, α­κό­μα και τα ε­δά­φη «ε­ξα­φα­νί­στη­καν», κά­τι που δεν συνέ­βη στην Κύ­προ.

Ό­πως και η Αρ­με­νι­κή Δια­σπο­ρά ως α­πο­τέ­λε­σμα της Γε­νο­κτο­νί­ας. Το Αρ­με­νι­κό και το Κυ­πρια­κό ζή­τη­μα, α­πλά δεν συ­γκρί­νο­νται με­τα­ξύ τους.

 

Πώς θα σχο­λί­α­ζες το μο­νο­πώ­λιο καλ­λι­τε­χνών στην Ελ­λά­δα;

Σε αυ­τή τη χώ­ρα έ­χου­με τη τά­ση να λα­τρεύ­ου­με και να υ­μνού­με κάποιον μέ­χρι τε­λι­κής πτώ­σης. Για πα­ρά­δειγ­μα τα ιε­ρά τέ­ρα­τα στο θέ­α­τρο εί­ναι ο Μι­νω­τής, ο Χορ­ν και η Πα­ξι­νού, ό­μως υ­πήρ­ξαν και δε­κά­δες άλ­λοι ε­ξί­σου εκπλη­κτι­κοί η­θο­ποιοί που δεν έ­χουν α­να­φερ­θεί που­θε­νά. Το ί­διο με τη μου­σική. Πλέ­ον α­νοί­γεις το ψυ­γεί­ο σου και α­κούς Θε­ο­δω­ρά­κη. Α­πο­ρώ πως και ο ί­διος δεν το κα­τα­λα­βαί­νει. Εί­ναι σαν το σω­λη­νά­ριο της ο­δο­ντό­πα­στας που το βλέ­πεις ό­τι έ­χει τε­λειώ­σει και ό­μως το ζου­λάς για να βγά­λει και το ε­λά­χι­στο που μπο­ρεί να έ­χει.

Έ­τσι, μέ­χρι ε­ξα­ντλή­σε­ως.

 

Υ­πάρ­χουν μου­σι­κές που σε «συ­νο­δεύ­ουν» και α­νοί­γουν διά­λο­γο μα­ζί σου;

Το μου­σι­κό μου φά­σμα εί­ναι ι­διαί­τε­ρα ευ­ρύ και ε­κτεί­νε­ται α­πό τους δι­κούς μας, τους System Of A Down που μου τους έ­μα­θε ο γιος μου (ό­ταν μου είπε ό­τι εί­ναι Αρ­μέ­νιοι εν­θου­σιά­στη­κα) φτά­νο­ντας μέ­χρι τον «Γκρε­μό» του Χατζι­δά­κι με τον Ορ­φέ­α Κρε­ού­ζη. Γε­νι­κά, και metal μπο­ρώ να α­κού­σω αλ­λά μου α­ρέ­σει και η κλα­σι­κή μου­σι­κή, τα blues  ή υ­πάρ­χουν και μέ­ρες που δεν θέ­λω να α­κούσω κα­θό­λου μου­σι­κή. Α­πό την άλ­λη, ο πα­τέ­ρας μου ή­ταν ορ­γα­νο­ποιός. Α­σχο­λή­θηκα με αυ­τή τη δου­λειά για δυο χρό­νια πριν πά­ω στη δρα­μα­τι­κή σχο­λή, αλ­λά πέραν τού­του τί­πο­τε άλ­λο.

Τρα­γου­δά­ω και παί­ζω κι­θά­ρα, ό­χι ό­μως ε­παγ­γελ­μα­τικά.

 

Τα «σκυ­λά­δι­κα» εί­ναι ε­κτός της αι­σθη­τι­κής σου;

Μια ε­πο­χή εί­χαν έρ­θει έ­τσι τα πράγ­μα­τα που δού­λευα τόρ­νο σε ένα χυ­τή­ριο στου Ρέ­ντη. Κα­τα­λα­βαί­νεις τώ­ρα, χώ­μα κά­τω, μη­χα­νή­μα­τα, τρώ­γα­με και κά­τι πε­λώ­ρια σά­ντου­ιτ­ς με ο­με­λέ­τες, λου­κά­νι­κα και ό­τι βά­λει ο νους σου και υ­πήρ­χε έ­να πα­μπά­λαιο ρα­διό­φω­νο που κά­θε μέ­ρα έ­πια­ναν τον ί­διο σταθ­μό.

Α­πό ε­κεί ά­κου­σα το «Ο­δη­γώ και σε σκέ­φτο­μαι και εί­ναι αυ­τό ε­πι­κίν­δυ­νο».

Ό­λη η κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα ή­ταν έ­τσι, ο­πό­τε με εί­χε ε­ξι­τά­ρει το ά­σμα . Α­φού πή­γα και το α­γό­ρα­σα σε βι­νύ­λιο-τό­τε δεν υ­πήρ­χαν τα σι­ντί. Μά­λι­στα έ­να ζευ­γά­ρι μπρο­στά μου που εί­χε ε­πι­λέ­ξει Ά­στορ Πια­τσό­λα, γύ­ρι­σε και με κοί­τα­ξε με περι­φρο­νη­τι­κό ύ­φος, σαν να εί­χα πά­νω μου λά­σπη.

 

Η τέ­χνη εί­ναι και μια κα­λή συ­ντρο­φιά στις μο­να­χι­κές σκέ­ψεις;

Πράγ­μα­τι. Διό­τι αι­σθά­νε­σαι ό­τι βρί­σκεις έ­ναν πραγ­μα­τι­κό σύ­ντρο­φο, έ­ναν ει­λι­κρι­νή φί­λο και ό­τι δεν εί­σαι μό­νος σου-α­κό­μη και ε­άν αυ­τόν τον «συ­νο­δοι­πό­ρο» δεν τον έ­χεις γνω­ρί­σει, δει ή αγ­γί­ξει πο­τέ σου.

 

Συντριβή για την απροσδόκητη απώλεια

Άφωνοι μείναμε όλοι στο άκουσμα της είδησης του πρόωρου χαμού του ηθοποιού Άρτο Απαρτιάν. Ήταν φίλος του περιοδικού μας και εμείς θαυμαστές της συνεπούς πορείας του, περήφανοι για εκείνον. Καλλιεργημένος, με ευρύτατη παιδεία, άνθρωπος σκεπτόμενος, με προβληματισμό αλλά και με πηγαίο χιούμορ, ξεχώρισε για το ταλέντο, τη χαρακτηριστική φωνή, την καθαρή άρθρωση, το μέτρο στις ερμηνείες του. Απόδειξη του μεγάλου ταλέντου του: υπηρέτησε επάξια όλα τα είδη θεάτρου, το αρχαίο, κλασικό, σύγχρονο δράμα και την κωμωδία. Έπαιξε κυρίως δευτεραγωνιστικούς ρόλους, κλέβοντας συχνά την παράσταση με την ερμηνεία του στην Επίδαυρο ή στο θεατρικό σανίδι.

Απόφοιτος της δραματικής σχολής του Πέλου Κατσέλη, έπαιξε αναρίθμητους ρόλους κυρίως στο θέατρο, αλλά και στον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Σημαντική διάκριση στην καλλιτεχνική του πορεία υπήρξε το Βραβείο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου FIPRESCI στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το 2007, για τη συμμετοχή του στην ταινία «Επιστροφή» του Βασίλη Δούβλη.

Πολλές φορές πρόσφερε την πολύτιμη βοήθειά του στις θεατρικές παραστάσεις του πολιτιστικού συλλόγου «Χαμασκαΐν», αναλαμβάνοντας τη σκηνοθεσία των ερασιτεχνικών παραστάσεων και μεταμορφώνοντας κατά γενική ομολογία τους ηθοποιούς και την παράσταση με τις εύστοχες και ευφυείς παρεμβάσεις και οδηγίες του.

Τον αγαπήσαμε και τον καμαρώσαμε πολύ, γιατί υπήρξε γνήσιος, συνεπής, ουσιαστικός, καθόλου τυχαίος άνθρωπος. Συλλυπητήρια στην οικογένεια και τους φίλους του.

 


Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 55 επισκέπτες συνδεδεμένους