Ανατολία, χθες και σήμερα στο δρόμο για Κιλικία… Εκτύπωση

 

Της Κουήν Μινασιάν

Oκτώβριός - Δεκέμβριός 2012 τεύχος 75

 

 

Τα­ξι­δεύ­ου­με α­τε­λεί­ω­τες ώ­ρες. Η δια­δρο­μή α­πό Πι­νάρ­μπα­σι για Χα­τζίν με το πούλ­μαν περ­νά με συ­ζη­τή­σεις και τραγού­δια. Εί­μαστε δυο μέ­ρες μα­ζί, κι ό­μως η συ­ντρο­φικό­τη­τα εί­ναι το δυ­να­τό­τε­ρο συ­ναί­σθη­μα που μας χα­ρα­κτη­ρί­ζει ό­λους.Ε­πί έ­ξι ώ­ρες δια­σχί­ζου­με την ε­πι­βλη­τι­κή κα­τα­πρά­σι­νη ο­ρο­σει­ρά του Ταύ­ρου. Γα­λή­νιες λί­μνες, α­φρι­σμέ­να πο­τά­μια, α­γριε­μέ­νοι κα­ταρ­ρά­κτες. Διαπι­στώ­νου­με πως το σα­ρά­κι που έ­τρω­γε τα μέ­σα των παπ­πού­δων μας δεν ή­ταν μόνο ο χα­μός της γης και των συγ­γε­νών τους. Εί­χαν α­πο­λέ­σει τον πα­ρά­δει­σο. Έ­ναν πα­ρά­δει­σο που μπαί­νει κι αυ­τός σή­με­ρα στον χο­ρό της α­νά­πτυ­ξης. Ε­πι­χω­ματώ­σεις, μπε­τά, μπουλ­ντό­ζες γδέρ­νουν τη γη, βιά­ζουν την ζω­ο­φό­ρο­ Μη­τέ­ρα ό­λων μας. Τε­ρα­τώ­δη φράγ­μα­τα κό­βουν τη ρο­ή των α­νέ­με­λων πο­τα­μών. Δε­κά­δες στρέμμα­τα αιω­νό­βιων δα­σών χά­νο­νται κα­θη­με­ρι­νά στο βω­μό της α­νά­πτυ­ξης. Μο­να­δικό αι­σιό­δο­ξο μή­νυ­μα α­πο­τε­λεί η δρά­ση μι­κρών αλ­λά δυ­να­μι­κών πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κών ορ­γα­νώ­σε­ων που ο­νο­μά­ζουν αυ­τά τα έρ­γα «τα­φό­πλα­κες στο μέλ­λον»!

Στη δια­δρο­μή προς την Κι­λι­κί­α ο Λε­βόν Ε­ρα­σλάν, ο τε­λευ­ταί­ος Αρ­μέ­νιος που ζει στα Ά­δα­να, μάς εί­πε πολ­λά πρά­μα­τα για την ι­στο­ρί­α, τα αρ­μενι­κά χω­ριά και τα α­πόρ­θη­τα ο­χυ­ρά της πε­ριο­χής.

Κά­ποια στιγ­μή, φτά­σα­με στο κά­στρο του Χατζίν. Α­γέ­ρω­χο, μο­να­χι­κό, στην κο­ρυ­φή μιας χα­ρά­δρας. Η πόρ­τα για το Σις και τις εύ­φο­ρες πε­διά­δες της Κι­λι­κί­ας, που το κλει­δί της χά­θη­κε. Οι μι­σοί κά­τοικοι διέ­φυ­γαν προς την Μέ­ση Α­να­το­λή, ε­νώ οι υ­πό­λοι­ποι θυ­σιά­στη­καν υ­πέρ πίστε­ως και πα­τρί­δος, τε­λευ­ταί­οι α­γω­νι­στές σε μια ά­νι­ση μά­χη. Οι κά­τοι­κοί του σή­με­ρα, σε α­ντί­θε­ση με τους τό­τε φι­λό­ξε­νους Χα­τζι­ντσί, μας έ­κλει­σαν πόρτες και πα­τζού­ρια. Ού­τε νε­ρό δεν ή­πια­με και με το στό­μα στε­γνό και πι­κραμέ­νο συ­νε­χί­σα­με μέ­σω Φε­κέ (Βαχ­κά) προς Σις.

 

Σις (Κο­ζάν): Βα­σι­λι­κή πρω­τεύ­ου­σα και πα­τριαρ­χι­κή έ­δρα…

 

Στους του­ρι­στι­κούς ο­δη­γούς της πό­λης δεν υ­πάρ­χει λέ­ξη για τους Αρ­μέ­νιους και το βα­σί­λειό τους. Α­να­φέ­ρουν ο­ρι­σμέ­να πα­λά­τια-κά­στρα κά­ποιων βα­σι­λιά­δων, έ­τσι γε­νι­κώς κι α­ο­ρί­στως. Και για τους βυ­ζα­ντι­νούς, κά­τι μι­σό­λο­γα. Εμείς α­νε­βή­κα­με σε τρί­α, α­πό τα 57 συ­νο­λι­κά ρω­μα­ϊ­κά, ελ­λη­νι­στι­κά, βυ­ζα­ντι­νά, αρμενι­κά κά­στρα. Με­τά την πρω­ι­νή α­νά­βα­ση στο βα­σι­λι­κό κά­στρο του Σις και λί­γο αρ­γό­τε­ρα σ’ αυ­τό του Λε­βόν (Γι­λαν­λί Κα­λέ ή Ο­τσα­πέρ­τ) και, πα­ρά την α­φό­ρητη ζέ­στη, μέ­ρα με­ση­μέ­ρι σκαρ­φα­λώ­σα­με στο με­γα­λύ­τε­ρο κά­στρο, στο Α­να­βαρ­ζά. Προ­σπε­ρά­σα­με τους συ­λη­μέ­νους βα­σι­λι­κούς τά­φους και τα ε­ρεί­πια του πε­ντα­ό­ρο­φου άλ­λο­τε α­νά­κτο­ρου. Με­τά την ά­σκε­πη πλέ­ον εκ­κλη­σιά του Το­ρός Σρποτ­ς Ζορα­βα­ράτ­ς, φτά­σα­με στο πιο ψη­λό φυ­λά­κιο.

Ε­κεί, ψη­λά, στο Α­να­βαρ­ζά στά­θη­κα κι α­να­ρω­τή­θη­κα. Για τους δι­κούς μου ή­ταν αδια­νό­η­το έ­να τέ­τοιο τα­ξί­δι. Ε­κεί­νοι έ­ζη­σαν κι έ­φυ­γαν χτυ­πη­μέ­νοι α­πό τον πό­νο της νο­σταλ­γί­ας. Μα ε­γώ, ε­μείς, τι γυ­ρεύ­ου­με ε­δώ; Γί­νε­ται να φτά­νου­με εδώ μό­νο α­πό τις α­φη­γή­σεις τους; Κλη­ρο­νο­μεί­ται ά­ρα­γε η νο­σταλ­γί­α; Μή­πως απο­τυ­πώ­νε­ται στα γο­νί­δια η α­νά­γκη για α­να­ζή­τη­ση της δι­καιο­σύ­νης; Εί­ναι μετα­φυ­σι­κή η σκέ­ψη, πως μας κα­λούν οι ά­τα­φοι νε­κροί, ζη­τώ­ντας μας μια χού­φτα χώ­μα και μια προ­σευ­χή;

Οι συ­νο­δοι­πό­ροι μου εί­χαν πέ­σει κι αυ­τοί σε πε­ρι­συλ­λο­γή. Ο Βρα­ζι­λιά­νος Νο­ρά­ιρ μας κοι­τού­σε α­πό το ψη­λό­τε­ρο πα­ρά­θυ­ρο του ο­χυ­ρού με μά­τια που ‘βγαζαν σπί­θες. Στε­κό­ταν α­κρι­βώς πά­νω α­πό μια αρ­μενι­κή ε­πι­γρα­φή. Ό­λοι, ε­κτός από τον φύ­λα­κα, βαλ­θή­κα­με να δια­βά­ζου­με τις πα­ρα­κα­τα­θή­κες που μας έ­χουν αφή­σει οι πα­λιοί...

Ό­σοι α­νε­βή­κα­με στο κά­στρο, ί­σα που προ­λά­βα­με, με­τά α­πό μια πο­λύ ε­πί­πο­νη κά-θο­δο, να γνω­ρί­σου­με την για­γιά Χα­τούμ χα­νούμ, ε­ξι­σλα­μι­σμέ­νη εγ­γο­νή της οι­κο­γέ­νειας Μελ­κο­νιάν α­πό το Τα­λάς.

Το σπί­τι της και η αυ­λή της εί­ναι αυ­θεντι­κός αρ­χαιο­λο­γι­κός χώ­ρος, γε­μά­τος πο­λύ­τι­μα εκ­θέ­μα­τα: α­γάλ­μα­τα, κο­λό­νες, αγ­γεί­α, ελ­λη­νι­κές και ρω­μα­ϊ­κές ε­πι­γρα­φές κι έ­να τε­ρά­στιο υ­πέ­ρο­χο ψη­φιδω­τό, σε πο­λύ κα­λή κα­τά­στα­ση. Ζουν μ’ αυ­τά, α­κου­μπά­νε πά­νω τους το δι­σκά­κι με το τσά­ι, κά­θο­νται κιό­λας ό­ταν κου­ρα­στούν α­πό την ορ­θο­στα­σί­α. Οι τρεις πλαστι­κές κα­ρέ­κλες δεν φτά­νουν για την πο­λυ­πλη­θή της οι­κο­γέ­νεια. Πα­ρό­λα αυτά έ­χει και μέ­ιλ και προ­σω­πι­κή ι­στο­σε­λί­δα. Ο Σαρ­κίς αγ­πα­ρίκ, α­πό την πρώ­τη μέ­ρα, μας εί­χε α­να­φέ­ρει ό­τι αυ­τό θα εί­ναι το τε­λευ­ταί­ο του τα­ξί­δι, ό­τι με­γάλω­σε και βά­ρυ­νε πια, έ­φτα­σε 76 ε­τών. Δυ­σκο­λεύ­τη­κε, λοι­πόν, την ώ­ρα του α­πο­χω­ρισμού με τη χα­νούμ:

- Φεύ­γου­με τώ­ρα Χα­τούμ κου­ι­ρίκ (α­δερ­φή). Δεν ξέ­ρω αν θα σε ξα­να­δώ, μα λέ­ω κα­λή α­ντά­μω­ση, ό­που κι αν εί­ναι αυ­τό...

-Έ­λα τώ­ρα, τι εί­ναι αυ­τά που λες; Θα μι­λά­με μέ­σω σκά­ιπ! εί­πε γε­λώ­ντας η για­γιά.

 

Ά­δα­να: ε­κεί που οι με­γά­λες δυ­νά­μεις έ­νι­ψαν τας χεί­ρας τους

 

Ε­κεί­νη τη μέ­ρα, στις 23 Ιου­νί­ου 2012, ο συ­ρια­κός στρα­τός εί­χε κα­ταρ­ρί­ψει έ­να τουρ­κι­κό πο­λε­μι­κό α­ε­ρο­πλά­νο που πε­τού­σε, λέ­ει, α­νι­χνευ­τι­κά πά­νω α­πό τη Συρί­α. Ο νε­α­ρός πι­λό­τος εί­χε βρει φρι­κτό θά­να­το, γι’ αυ­τό ε­πι­κρα­τού­σε αρ­κε­τή ανα­στά­τω­ση στα Ά­δα­να. Το γε­γο­νός ό­τι οι πα­ρα­βιά­σεις του ε­να­έ­ριου χώ­ρου γει­το­νι­κών χω­ρών γί­νο­νται συ­στη­μα­τι­κά α­πό την ό­ποια ε­ξου­σί­α της Τουρ­κί­ας, ε­ξέ­πλη­ξε με­ρι­κούς συ­νο­δοι­πό­ρους μου. Ι­δέ­α δεν εί­χαν ό­τι αυ­τό συμ­βαί­νει ακό­μα κα­θη­με­ρι­νά και στην Ελ­λά­δα.

Μπο­ρεί να μην μπο­ρέ­σα­με να ε­πι­σκε­φτού­με την κα­ρα­μαν­λί­δι­κη εκ­κλη­σί­α του Α­γί­ου Νι­κο­λά­ου που εί­ναι πια Λα­ο­γρα­φι­κό Μου­σεί­ο, ού­τε το α­πό­γευ­μα, ού­τε την ε­πο­μέ­νη, πρω­ί Κυ­ρια­κής, στα­θή­κα­με ό­μως στις ό­χθες του ή­συ­χου πο­τα­μού που δια­σχί­ζει την πό­λη και α­γνα­ντέ­ψα­με το πα­νάρ­χαιο γε­φύ­ρι με τις 12 κα­μά­ρες. Πε­ρά­σα­με κι α­πό τον σι­δη­ρο­δρο­μι­κό σταθ­μό, ε­κεί ό­που υ­πό την ε­πο­πτεί­α των συμ­μά­χων (μας;) Άγ­γλων και Γάλ­λων, φόρ­τω­ναν οι Τούρ­κοι ό­σους Αρ­μέ­νιους, Έλλη­νες, Ασ­σύ­ριους δια­σώ­θη­καν α­πό τις σφα­γές. Προ­ο­ρι­σμός τους ο… α­φα­νι­σμός.

Το γνώ­ρι­ζαν αυ­τό οι με­γά­λες δυ­νά­μεις, μα έ­νι­πταν τας χεί­ρας τους. Αρ­κεί που έ­φευ­γαν σώ­α τα πρό­βα­τα α­πό αυ­τούς, κι ας πα­ρα­δί­δο­νταν στο στό­μα του λύκου. Πω­λεί­ται αρ­χαί­ος λα­ός σε πο­λύ συμ­φέ­ρου­σα τι­μή: τα πε­τρέ­λαια της Ο­θωμα­νι­κής Με­σο­πο­τα­μί­ας, του Ι­ράκ σή­με­ρα.

Α­φού ευ­χα­ρι­στή­σα­με κι α­πο­χαι­ρε­τί­σα­με τον α­ξια­γά­πη­το Λε­βόν Ε­ρα­σλάν, λάτρη της ελ­λη­νι­κής μου­σι­κής (η μά­να του εί­χε και ελ­λη­νι­κές ρί­ζες και του τραγου­δού­σε ελ­λη­νι­κά), την ξε­νά­γη­σή μας α­νέ­λα­βε ο Τζεμ Τσα­πα­ριάν, γέν­νη­μα θρέμ­μα Μου­σα­λερ­τσί. Πρό­κει­ται για νέ­ο που α­σχο­λεί­ται με ό­λα ό­σα α­φο­ρούν το χω­ριό του και τους Αρ­μέ­νιους της πε­ριο­χής. Μα­ζί του κι­νή­σα­με για το λι­μάνι της Α­γιάς (Γιου­μουρ­τα­λούκ) με το ό­μορ­φο νη­σά­κι­ κά­στρο. Α­πέ­να­ντι η κα­τε­χόμε­νη Κύ­προς.

Την ε­πο­μέ­νη το πρω­ί, μετά από μιά σύντομη επίσκεψη στην Αλεξανδέττα (Ισκεντερούν), πήγαμε στα έ­ξι χω­ριά του Μου­σά Λερ (Ό­ρος του Μω­υ­σή). Το έ­βδο­μο, το Κε­σάπ, βρί­σκε­ται στη Συ­ρί­α. Το γαλλι­κό προ­τε­κτο­ρά­το της Α­ντιό­χειας πε­ρι­ήλ­θε υ­πό τουρ­κι­κή κα­το­χή μό­λις το 1939. Τό­τε, στους Αρ­μέ­νιους μπή­κε για δεύ­τε­ρη φο­ρά μετά το 1915 το δί­λημ­μα. Για τους μεν (Τα­σνάκ) αυ­τό ή­ταν: «Να υ­πο­τα­χθού­με; Πο­τέ! Κα­λύ­τε­ρα να ξε­νι­τευ­τού­με». Για τους δε (Χε­ντσάκ): «Ν’ α­φή­σου­με τη γη μας, τα πα­τρο­γο­νικά μας χώ­μα­τα; Πο­τέ! Θα το πα­λέ­ψου­με ε­δώ, ό­πως μπο­ρού­με!». Πέ­ντε α­πό τα χω­ριά, τα Χι­τερ­μπάκ (Ι­ντέρ), Μπι­τιάς, Βε­ρίν Ταγ, Γιο­γού­νο­λουκ και Κα­βού­σια ά­δειασαν και οι πλη­θυ­σμοί τους με­τα­φέρ­θη­καν στο Λί­βα­νο, στο Α­ντζάρ. Στο έ­να, ό­μως, στο Βα­κίφ, 50 οι­κο­γέ­νειες α­πο­φά­σι­σαν να μεί­νουν. Πριν φτά­σου­με ε­κεί, σταμα­τή­σα­με στο Ι­ντέρ, στο χω­ριό της Α­ρα­ξή Πα­μπου­κιάν Ι­πρε­τζιάν. Θυ­μό­μουν καλά τις πε­ρι­γρα­φές της κι έ­τσι κα­τά­φε­ρα να βρω το σπί­τι ό­που γεν­νή­θη­κε λίγο πριν η οι­κο­γέ­νειά της ξε­νι­τευ­τεί το ’39. Στέ­κει πράγ­μα­τι α­κό­μα, πα­ρά το ό­τι οι νέ­οι του κά­τοι­κοι, δεν φαί­νε­ται να έ­κα­ναν κα­μιά ερ­γα­σί­α συ­ντή­ρη­σης. Ακό­μη έ­νας τό­πος προ­σκυ­νή­μα­τος.

 

Νη­σά­κι στον ω­κε­α­νό…

 

Στο Βα­κι­φκιό­ι ο νε­α­ρός πα­πάς του χω­ριού μάς υ­πο­δέ­χτη­κε στην εκ­κλη­σιά της Πα­να­γί­ας, κι α­φού προ­σευ­χη­θή­κα­με ό­λοι μα­ζί, οι κά­τοι­κοι μάς φί­λε­ψαν γλυκά του κου­τα­λιού και φρέ­σκους χυ­μούς. Το χω­ριό έ­χει δύ­ο ι­διαι­τε­ρό­τη­τες. Καταρ­χάς, ό­λοι τους εί­ναι γη­γε­νείς Αρ­μέ­νιοι (που μι­λούν με­τα­ξύ άλ­λων και την ι­διό­μορ­φη διά­λε­κτό τους). Ε­πί­σης, η α­γρο­τι­κή πα­ρα­γω­γή τους βα­σίζε­ται ε­ξο­λο­κλή­ρου στη βιο­λο­γι­κή καλ­λιέρ­γεια. Τα παι­διά τού χω­ριού τρώ­νε τα φρού­τα ά­φο­βα, κα­τευ­θεί­αν α­πό τα δέ­ντρα. Άλ­λη γεύ­ση! Ε­κεί ή­ταν και η μό­νη πε­ριο­χή που εί­δα­με α­μπέ­λια. Το κρα­σί και η ρα­κή τους ε­ξαι­ρε­τι­κά! Οι γυναί­κες του χω­ριού έ­χουν ι­δρύ­σει τον Γυ­ναι­κεί­ο Α­γρο­τι­κό Συ­νε­ται­ρι­σμό Βακίφ, ό­που φτιά­χνουν γλυ­κά του κου­τα­λιού, λι­κέρ, μαρ­με­λά­δες, σι­ρό­πι φρού­των, σα­πού­νια και κρέ­μες. Στο μι­κρό τους πε­ρί­πτε­ρο βρί­σκει κα­νείς βό­τα­να, τραχα­νά, πλι­γού­ρι, α­κό­μη και κε­ντή­μα­τα, δα­ντέ­λες, υ­φα­ντά. Ο Μπε­ντρός αγ­πα­ρίκ μας κά­λε­σε για μια ρα­κή στο σπί­τι του. Η μη­τέ­ρα του δεν ά­φη­σε λε­πτό α­πό τα χέρια της το ερ­γό­χει­ρό της. «Τι φτιά­χνεις, μα­ϊ­ρίκ, προί­κα για τις εγ­γό­νες σου;» ρω­τή­σα­με. «Ό­λα πά­νε στο Συ­νε­ται­ρι­σμό μας, αυ­τή εί­ναι η προί­κα ό­λων!», α­ποκρί­θη­κε.

Ε­πι­σκε­φτή­κα­με και τον Α­βε­ντίς αγ­πα­ρίκ, 97 ε­τών σή­με­ρα. Γεν­νή­θη­κε ε­κεί­νο το κα­λο­καί­ρι του 1915, ό­ταν πο­λιορ­κη­μέ­νοι α­πό τους Τούρ­κους εί­χαν α­να­γκα­στεί όλοι οι Μου­σα­λερ­τσί να κα­τα­φύ­γουν για 40 μέ­ρες ψη­λά στο βου­νό του Μω­υ­σή*. Ο παπάς βάλ­θη­κε να βα­φτί­σει το μω­ρό α­μέ­σως με το που γεν­νή­θη­κε, μην τυ­χόν συμ­βεί κά­τι κα­κό και το παι­δί πά­ει α­βά­φτι­στο. Την ώ­ρα που θα έ­λε­γε ο νο­νός το όνο­μα, α­κού­σα­νε φω­νές: «Α­βε­ντίς, α­βε­ντίς (χα­ράς ευαγ­γέ­λια, κα­λά νέ­α, Ευάγ­γε­λος), φά­νη­καν τα γαλ­λι­κά πλοί­α, σω­θή­κα­με». Ο πα­πάς χω­ρίς δεύ­τε­ρη κου­βέ­ντα, βού­τη­ξε το μω­ρό στη κολυμβήθρα και εί­πε: «...και το ό­νο­μα αυ­τού Α­βε­ντίς».

Μα­ζευ­τή­κα­με γύ­ρω α­πό το κρε­βά­τι του, δε­δο­μέ­νου ό­τι εί­ναι κα­τά­κοι­τος. Τραγου­δή­σα­με μα­ζί του τα τρα­γού­δια της Κι­λι­κί­ας και πα­λιές αρ­μενι­κές με­λωδί­ες. Μας δι­η­γή­θη­κε τις πε­ρι­πέ­τειές του, ή­ταν ό­μως πο­λύ στε­νο­χω­ρη­μέ­νος. Στις 23 Ιου­νί­ου, Σαβ­βά­το α­πό­γευ­μα θα γι­νό­ταν ο γά­μος του εγ­γο­νού του. Είχαν κά­νει πολ­λές προ­ε­τοι­μα­σί­ες, εί­χαν προ­σκα­λέ­σει πο­λύ κό­σμο ακόμη και από τον Καναδά. Το με­ση­μέ­ρι της ίδιας μέρας όμως, ήρ­θε φιρ­μά­νι α­πό το αρ­με­νι­κό Πα­τριαρ­χεί­ο της Πό­λης, να α­κυ­ρω­θεί η τε­λε­τή. Έκ­πλη­κτοι οι ά­με­σοι συγ­γε­νείς προ­σπά­θησαν να μά­θουν τους λό­γους. Ου­δέν σχό­λιον. «Θα το κα­τα­λα­βαί­να­με αν μας ε­ξη­γού­σαν τους λό­γους. Ξέ­ρου­με πού ζού­με. Μα αυ­τό το «α­πο­φα­σί­ζο­μεν και δια­τάσ­σο­μεν», δεν το ση­κώ­νου­με!». Ποιος εί­δε τον Α­βε­ντίς αγ­πα­ρίκ και δεν τον φο­βήθη­κε!

Ο α­πο­χω­ρι­σμός ή­ταν δύ­σκο­λος, μα α­να­γκαί­ος. Δια­σκορ­πι­στή­κα­με και πά­λι, αυτοί αλ­λού, ε­μείς αλ­λού.

Α­πό τη Βρα­ζι­λί­α ως το Βλα­δι­βο­στόκ έ­να… κα­ρυ­δό­τσουφλο εί­ναι που μας κρα­τά­ει ε­νω­μέ­νους. Τώ­ρα που η Τουρ­κί­α δεί­χνει διά­θε­ση εκδη­μο­κρα­τι­σμού, τώ­ρα που έ­να με­γά­λο μέ­ρος του λα­ού της α­παι­τεί την α­λή­θεια, τώ­ρα που θα μπο­ρού­σε να α­να­κτη­θεί το χα­μέ­νο έ­δα­φος σε ό­τι α­φο­ρά τα δι­καιώ­μα­τα και τις διεκ­δι­κή­σεις (νό­μος για τα βα­κού­φια, θυ­ρα­νοί­ξια εκ­κλη­σιών, κρυ­φο­χρι­στια­νοί, αν­θρώ­πι­να δι­καιώ­μα­τα, γε­νο­κτο­νί­α...), δεν μπο­ρεί να μας οδη­γούν ε­φη­συ­χα­σμέ­νοι ποι­μέ­νες. Ας φω­τί­ζουν ε­πι­τέ­λους την πλεύ­ση μας η εγρή­γορ­ση κι η υ­πευ­θυ­νό­τη­τα.

Διό­τι ο­ρι­σμέ­νες φο­ρές, οι ύ­φα­λοι εί­ναι πιο ε­πικίν­δυ­νοι α­πό τα με­γά­λα κύ­μα­τα…

* Βλέ­πε: Α­πό το Μου­σά Λερ στην Κοκ­κι­νιά - τεύ­χος Ιού­λιος-Σε­πτέμ­βριος 2010 ή στο δια­δί­κτυο.