Γιάννης Ντονικιάν Εκτύπωση

 

Στον Oβαννές Γαζαριάν

Απρίλιος - Ιούνιος 2013 τεύχος 77

 

Σε τι μοιά­ζουν η θρη­σκεί­α και το πο­δό­σφαι­ρο; Στην α­φο­σί­ω­ση που ε­πι­δει­κνύ­ουν οι πολ­λοί πι­στοί τους και στη δυ­σπι­στί­α πολ­λών δια­νο­ου­μέ­νων α­πέ­να­ντί τους. Oι συ­ντη­ρη­τι­κοί δια­νο­ού­με­νοι βα­σί­ζουν την α­πο­στρο­φή τους στη βε­βαιό­τη­τα, ό­τι η ει­δω­λο­λα­τρί­α της μπά­λας εί­ναι η πρό­λη­ψη που α­ξί­ζει στο λα­ό και α­να­δει­κνύ­ε­ται μέ­σα α­πό αυ­τή την τα­πει­νή ευ­χα­ρί­στη­ση, ε­νώ α­πό την άλ­λη οι προ­ο­δευ­τι­κοί δια­νο­ού­με­νοι α­πορ­ρί­πτουν το πο­δό­σφαι­ρο, για­τί ευ­νου­χί­ζει τις μά­ζες και α­πο­προ­σα­να­το­λί­ζει το δυ­να­μι­σμό τους. Α­σχέ­τως αν συμ­φω­νού­με ή δια­φω­νού­με με αυ­τούς τους κυ­ρί­ους δεν μπο­ρού­με πα­ρά να δε­χτού­με ό­τι, η α­γω­νι­στι­κή πε­ρί­ο­δος 2012-2013 σί­γου­ρα θα μεί­νει χα­ραγ­μέ­νη στη μνή­μη των πο­δο­σφαι­ρό­φι­λων της πα­ροι­κί­ας μας, κα­θώς και οι δυο ο­μά­δες της κέρ­δι­σαν την ά­νο­δο στην ε­πό­με­νη κα­τη­γο­ρί­α. Και αν για την Αρ­με­νι­κή του Πει­ραιά αυ­τό εί­ναι κά­τι που έ­χει συμ­βεί αρ­κε­τές φο­ρές στο πα­ρελ­θόν, έ­χο­ντας μά­λι­στα συμ­με­το­χή και στην υ­ψη­λό­τε­ρη κα­τη­γο­ρί­α του Πει­ραιά, για την Αρ­με­νι­κή Α­θη­νών ή­ταν μό­λις η τρί­τη ά­νο­δός της και μά­λι­στα η πρώ­τη σαν πρω­τα­θλή­τρια. Στον τε­λευ­ταί­ο α­γώ­να της, πα­ρου­σί­α 1000 πε­ρί­που φι­λά­θλων, είδαμε με συ­γκί­νη­ση τους έλ­λη­νες παί­χτες της ο­μά­δας με­τά α­πό κά­θε γκολ -έ­ξι συ­νο­λι­κά- να φυ­λά­νε το μαύ­ρο πε­ρι­βρα­χιό­νιο που φο­ρού­σε η ο­μά­δα στο μα­νί­κι, α­πο­τί­νοντας το δι­κό τους φό­ρο τι­μής στα θύ­μα­τα της γε­νο­κτο­νί­ας, μιας γε­νο­κτο­νί­ας που αν δεν έ­παι­ζαν στην Αρ­με­νι­κή θα ή­ταν κά­τι που εί­τε δεν θα γνώ­ρι­ζαν εί­τε θα το εί­χαν «κά­που» α­κού­σει. Α­ναρω­τιέμαι αν πρέ­πει κά­ποιοι να α­να­θε­ω­ρή­σουν τις πε­πα­λαιω­μέ­νες α­πό­ψεις τους πε­ρί συμ­με­το­χής «χού­ιν» παι­χτών στην ο­μά­δα…. Ό­πως και να έ­χει πά­ντως ο αρ­χι­στρά­τη­γος της φε­τι­νής ε­πι­τυ­χί­ας ή­ταν ο προ­πο­νη­τής της ο­μά­δας Γιάν­νης Ντο­νι­κιάν, ο ο­ποί­ος στην πα­ρα­κά­τω συ­νέ­ντευ­ξη θα μοι­ρα­στεί μα­ζί μας κά­ποιες α­πό τις α­πό­ψεις του για το πο­δό­σφαι­ρο και την Αρ­με­νι­κή.

 

“Kα­τα­φέ­ρα­με να βά­λου­με πά­νω απ’ ό­λα την ο­μά­δα”

 

Πες μας λί­γα λό­για για τη δια­δρο­μή σου στο πο­δό­σφαι­ρο.

Ξε­κί­νη­σα το 1984 στα ε­φη­βι­κά του Α­.Ο. Δάφ­νης και με­τά α­πό τέσ­σε­ρα χρό­νια το 1988 πέ­ρα­σα στην α­ντρι­κή ο­μά­δα ό­που και έ­μει­να μέ­χρι το 2002. Τη χρο­νιά ε­κεί­νη πή­ρα με­τα­γρα­φή στην Αρ­με­νι­κή και ευ­τύ­χη­σα να εί­μαι στην ο­μά­δα ό­ταν πή­ρε για πρώ­τη φο­ρά την ά­νο­δο το 2003. Έ­μει­να στην Αρ­με­νι­κή μέ­χρι το 2007 ο­πό­τε και «κρέ­μα­σα τα πα­πού­τσια μου», ό­πως λέ­με στο πο­δό­σφαι­ρο.

Πώς αι­σθα­νό­σουν ό­ταν έ­παι­ζες α­ντί­πα­λος με την Αρ­με­νι­κή;

Έ­χω παί­ξει μό­νο δύ­ο φο­ρές α­ντί­πα­λός της ε­πει­δή τύ­χαι­νε συ­νή­θως να εί­μα­στε σε δια­φο­ρε­τι­κές κα­τη­γο­ρί­ες ή σε δια­φο­ρε­τι­κούς ο­μί­λους. Ο­πωσ­δή­πο­τε δεν εί­χα ού­τε το πά­θος ού­τε το φα­να­τι­σμό ό­πως ε­να­ντί­ον άλ­λων ο­μά­δων, ή­μα­σταν και τρί­α παι­διά στη Δάφ­νη με αρ­με­νι­κή κα­τα­γω­γή, εί­χαν και κα­λές σχέ­σεις οι δύ­ο ο­μά­δες ο­πό­τε ή­ταν πά­ντα ευ­χά­ρι­στα παι­χνί­δια. Άλ­λω­στε, ε­γώ αρ­κε­τό και­ρό πριν φύ­γω α­πό τη Δάφ­νη το εί­χα δε­δο­μέ­νο ό­τι θα παί­ξω και θα τε­λειώ­σω στην Αρ­με­νι­κή, ε­πει­δή ή­θε­λα να τι­μή­σω το ό­νο­μα και την κα­τα­γω­γή μου.

Η προ­πο­νη­τι­κή πώς προ­έ­κυ­ψε;

Κα­ταρ­χάς πρέ­πει να πω ό­τι σαν πο­δο­σφαι­ρι­στής εί­χα την ευ­και­ρί­α και το προ­νό­μιο να έ­χω προ­πο­νη­τές σπου­δαί­ους αν­θρώ­πους του πο­δο­σφαί­ρου ό­πως του Τσέ­βο (Ε­θνι­κός), Στε­φά­νου (Νί­κη Βό­λου), Πα­λά­ντζας (Ε­θνι­κή Ελ­λά­δος), Πίσ­σας (Α­πόλ­λω­νας), Κου­μα­ριάς (Ο­λυ­μπια­κός- Ά­ρης), Σπη­λιώ­της (Α­θη­να­ϊ­κός), Χλη­νός, Ντα­ού­δης, Κυ­ρια­ζής, Στυ­λια­νού. Πή­ρα α­πό ό­λους κά­τι κι άρ­χι­σα να ε­μπλου­τί­ζω τις ε­μπει­ρί­ες μου. Για δυο χρό­νια δού­λε­ψα στις α­κα­δη­μί­ες της Αρ­με­νι­κής και την πε­ρί­ο­δο 2010-11 βο­η­θός προ­πο­νη­τή στην α­ντρι­κή ο­μά­δα. Πέρ­σι ξε­κί­νη­σα πά­λι σαν βο­η­θός και με­τά την πα­ραί­τη­ση του προ­πο­νη­τή α­νέ­λα­βα ε­γώ πρώ­τος προ­πο­νη­τής.

Έ­χεις τις ί­διες α­πό­ψεις για το πο­δό­σφαι­ρο τώ­ρα σαν προ­πο­νη­τής και άλ­λο­τε σαν παί­χτης;

Η φι­λο­σο­φί­α αυ­τή κα­θαυ­τή δεν αλ­λά­ζει. Πά­ντα μου ά­ρε­σε το ε­πι­θε­τι­κό πο­δό­σφαι­ρο και ό­ταν έ­παι­ζα αλ­λά και τώ­ρα που προ­πο­νώ. Θέ­λω να ρι­σκά­ρω - άλ­λο­τε η ε­πί­θε­ση α­πό μό­νη της ε­μπε­ριέ­χει ρί­σκο - και να προ­σφέ­ρω το θέ­α­μα που α­πο­ζη­τούν οι φί­λα­θλοι, πά­ντα βέ­βαια σε συν­δυα­σμό με το α­πο­τέ­λε­σμα. Η δια­φο­ρά πο­δο­σφαι­ρι­στή και προ­πο­νη­τή εί­ναι πως ό­ταν ή­μουν πο­δο­σφαι­ρι­στής με α­πα­σχο­λού­σε η στιγ­μή που εί­χα την μπά­λα ή που πε­ρί­με­να να τη δε­χτώ. Πα­ρα­τη­ρού­σα τους συ­μπαί­κτες μου και προ­σπα­θού­σα να πά­ρω τις α­πο­φά­σεις μου σε λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα α­νά­λο­γα με την κα­τά­στα­ση. Σαν προ­πο­νη­τής έ­χω μια πιο γε­νι­κή ά­πο­ψη. Με α­πα­σχο­λεί αν εί­μα­στε ορ­γα­νω­μέ­νοι, να έ­χου­με κα­λή α­νά­πτυ­ξη σαν ο­μά­δα μέ­σα στο γή­πε­δο, οι γραμ­μές της ά­μυ­νας του κέ­ντρου και της ε­πί­θε­σης να εί­ναι σε σω­στή α­πό­στα­ση και οι παί­χτες να κά­νουν αυ­τά που τους έ­χω ζη­τή­σει. Ό­ταν δε τα κά­νουν με πιο ω­ραί­ο τρό­πο και α­πό αυ­τόν που τους έ­χω πει, εί­ναι για ε­μέ­να η με­γα­λύ­τε­ρη ευ­χα­ρί­στη­ση και πι­στεύ­ω ό­τι ε­κεί ο πο­δο­σφαι­ρι­στής δεί­χνει την κλά­ση του.

Α­πο­κά­λυ­ψέ μας το μυ­στι­κό της φε­τι­νής τό­σο ε­πι­τυ­χη­μέ­νης χρο­νιάς.

Ό­πως ξέ­ρουν ό­λοι ό­σοι έ­χουν α­σχο­λη­θεί με την Αρ­με­νι­κή και α­πό τα πα­λαιό­τε­ρα χρό­νια, η ο­μά­δα μας πά­ντα εί­χε πο­δο­σφαι­ρι­στές με κα­λό χα­ρα­κτή­ρα κά­τι που διέ­κρι­νε κα­νείς α­κό­μα και ό­ταν ή­ταν α­ντί­πα­λοί της. Αυ­τό που κα­τα­φέ­ρα­με φέ­τος ή­ταν να συν­δυά­σου­με τον κα­λό χα­ρα­κτή­ρα με την πο­δο­σφαι­ρι­κή α­ξί­α των παι­κτών μας, κά­τι που εί­χε ως α­πο­τέ­λε­σμα να βά­λου­με ποιό­τη­τα στην ο­μά­δα. Η α­διά­λει­πτη πα­ρου­σί­α των παι­διών στις προ­πο­νή­σεις, κά­τι που εί­ναι πο­λύ βα­σι­κό για έ­να σο­βα­ρό σω­μα­τεί­ο που θέ­λει να πρω­τα­γω­νι­στεί, μα­ζί με το ό­τι κα­τα­φέ­ρα­με να βά­λου­με πά­νω απ’ ό­λα την ο­μά­δα και να α­φή­σου­με στην ά­κρη, α­το­μι­κι­σμούς και ε­γω­ι­σμούς ό­πως και η τε­ρά­στια θέ­λη­ση α­πό ό­λους για να πε­τύ­χου­με τους στό­χους που εί­χα­με βά­λει α­πό την αρ­χή της χρο­νιάς, πι­στεύ­ω ό­τι ή­ταν τα συ­στα­τι­κά που μας ο­δή­γη­σαν στην κα­τά­κτη­ση του πρω­τα­θλή­μα­τος.

Θα ή­θε­λες να προ­σθέ­σεις κά­τι τε­λευ­ταί­ο;

Ναι, θα ή­θε­λα να πω για τις α­κα­δη­μί­ες ό­τι γί­νε­ται μια πο­λύ κα­λή δου­λειά η ο­ποί­α ή­δη έ­χει αρ­χί­σει να α­πο­δί­δει καρ­πούς κα­θώς φέ­τος εί­χα­με δύ­ο παί­χτες, οι ο­ποί­οι στε­λέ­χω­σαν την α­ντρι­κή ο­μά­δα και πι­στεύ­ω ό­τι σε λί­γα χρό­νια θα μπο­ρού­με να στη­ρι­ζό­μα­στε στα δι­κά μας παι­διά, κά­τι που εί­ναι το ζη­τού­με­νο σε ό­λες τις ε­ρα­σι­τε­χνι­κές ο­μά­δες και ει­δι­κό­τε­ρα στην Αρ­με­νι­κή με τις ι­διαι­τε­ρό­τη­τες που έ­χει. Τέ­λος θα ή­θε­λα να ευ­χα­ρι­στή­σω μέ­σα α­πό την καρ­διά μου τη διοί­κη­ση για την ε­μπι­στο­σύ­νη που μου έ­δει­ξε αυ­τά τα δύ­ο χρό­νια, τα ο­ποί­α θέ­λω να πι­στεύ­ω ό­τι κι ε­γώ α­πό με­ριάς μου έ­κα­να ό­τι ή­ταν δυ­να­τόν για να τους δι­καιώ­σω για την ε­πι­λο­γή τους, ό­πως ε­πί­σης να τους ευ­χα­ρι­στή­σω και για την α­μέ­ρι­στη συ­μπα­ρά­στα­ση που μας πα­ρεί­χαν καθ’ ό­λη τη διάρ­κεια της χρο­νιάς.