Βαραζτάντ Χαμπαρτσουμιάν Εκτύπωση

Στον Ρι­κάρ­ντο Γερ­γκα­νιάν

«Aρμενικά» Απρίλιος - Ιούνιος 2014. Τεύχος 81

“Το χα­τσκάρ εί­ναι η σφρα­γί­δα

του Θε­ού πά­νω στην πέ­τρα”

Ο Βα­ραζ­τά­ντ Χα­μπαρ­τσου­μιάν γεν­νή­θη­κε το 1960 στο Ερε­βάν, ό­που ζει μέ­χρι σή­με­ρα. Εί­ναι πα­ντρε­μέ­νος και πα­τέ­ρας πέ­ντε παι­διών. Η ε­να­σχό­λη­σή του με την τέ­χνη του χα­τσκάρ ξε­κι­νά α­πό το 1988. Αν ε­ξαι­ρέ­σου­με τις εκ­κλη­σί­ες της Αρ­με­νί­ας και του Αρ­τσάχ, τα έρ­γα του εί­ναι δια­σκορ­πι­σμέ­να σε πολ­λές χώ­ρες ό­πως Η­ΠΑ, Ε­νω­μέ­να Α­ρα­βι­κά Ε­μι­ρά­τα, Κα­να­δάς, Ι­ταλί­α, Βέλ­γιο, Ολ­λαν­δί­α, Γαλ­λί­α, Ελ­βε­τί­α, Ελ­λά­δα, Τουρ­κί­α, Ρω­σί­α και Ου­κρα­νί­α. Έ­χει βρα­βευ­τεί στο Αρ­τσάχ, στην Αρ­με­νί­α και στη Βε­νε­τί­α.

Το να δεις έ­να χα­τσκάρ (σταυ­ρό­πε­τρα) στην Αρ­με­νί­α εί­ναι ί­σως το πιο συ­νη­θισμέ­νο πράγ­μα. Υ­πάρ­χουν πα­ντού, γνή­σια και αντί­γρα­φα.
Το να δεις, ό­μως, έ­να ε­ντε­λώς υπαί­θριο ερ­γαστή­ρι χα­τσκάρ σε έ­να δρό­μο στο κέ­ντρο του Ερε­βάν, εί­ναι κά­τι που δεν το πε­ρι­μέ­νεις…
Περ­πα­τώ­ντας στην ο­δό Α­ρα­μί (που φέρει το ό­νο­μα του ι­δρυ­τή της πρώ­της Δη­μο­κρα­τί­ας της Αρ­με­νί­ας το 1918, Α­ράμ Μα­νου­κιάν) στη δια­σταύ­ρω­ση με την Γιεζ­νίκ Κογ­πα­τσί, δια­κό­σια μό­λις μέ­τρα α­πό την πε­ρί­φη­μη και πα­νέ­μορ­φη κε­ντρι­κή πλα­τεί­α της Δη­μο­κρα­τί­ας- ξαφ­νι­κά βρε­θή­κα­με μπρο­στά του. Στην αρ­χή δεν α­ντι­λη­φθή­κα­με ό­τι ε­πρό­κει­το για ερ­γα­στή­ρι: α­πλά κά­ποια χα­τσκάρ δε­ξιά και α­ρι­στε­ρά μας τρά­βη­ξαν την προσο­χή.
Την ε­πο­μέ­νη μέ­ρα βρή­κα­με ε­κεί τρεις - τέσ­σε­ρις νέ­ους που πά­λευαν μέ­σα στη σκό­νη και με διά­φο­ρα ερ­γα­λεί­α την πέ­τρα που θα γι­νό­τα­νε χατσκάρ. Έ­νας α­πό αυ­τούς, ο Χα­μπαρ­τσούμ, χα­μο­γελα­στός, μας χαι­ρέ­τη­σε. «Ε­δώ φτιά­χνουμε τα χα­τσκάρ μας. Ε­λά­τε να τα δεί­τε». Κυ­ριο­λε­κτι­κά πά­νω στο δρό­μο, χω­ρίς πόρτες και πα­ρά­θυ­ρα, με έ­να α­πλό μου­σα­μά α­πό πά­νω για προ­στα­σί­α και κά­τι ξύ­λι­να δο­κά­ρια στα πλα­ϊ­νά, η πα­λιά τέ­χνη του χατσκάρ α­πλω­νό­ταν μπρο­στά στα μά­τια μας, στα μά­τια ό­λων των πε­ρα­στι­κών.
«Ο βαρ­μπέτ (μά­στο­ρας) εί­ναι ο πα­τέ­ρας μου, ε­μείς εί­μα­στε μαθη­τές του», ε­ξή­γη­σε ο ει­κο­σά­χρο­νος. Δύ­ο μέ­ρες με­τά, κα­θό­μα­σταν μπρο­στά στον Βαραζ­τά­ντ Χα­μπαρ­τσου­μιάν, διά­ση­μο μά­στο­ρα χα­τσκάρ, βρα­βευ­μέ­νο το 2010 με το χρυ­σό με­τάλ­λιο του Υ­πουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμού της Αρ­με­νί­ας και συ­ζη­τά­με πί­νο­ντας έναν κα­φέ «σο­βο­ρα­κάν» (κα­νο­νικό -το α­ντί­στοι­χο του ελ­λη­νι­κού), σε έ­να μα­γα­ζί με γε­ωρ­για­νή κου­ζί­να, λί­γα μέ­τρα μα­κριά α­πό το ερ­γα­στή­ρι και το σπί­τι του.

Μι­λά­ει αρ­γά και στα­θε­ρά, ε­νώ ο κα­πνός του τσι­γά­ρου υ­ψώ­νε­ται και περ­νά­ει μπρο­στά α­πό τα με­γά­λα και εκ­φραστι­κά του μά­τια. Δια­κρί­νεις α­μέ­σως την α­φοσί­ω­ση και το πά­θος για τη δου­λειά του, αλ­λά και κά­ποιο πό­νο στα λό­για και τη φω­νή του.

«Η ε­πι­θυ­μί­α να φτιά­χνει κα­νείς χα­τσκάρ στην Αρ­με­νί­α βρί­σκεται μέ­σα στον άν­θρω­πο, μέ­σα του γεν­νιέται η α­νά­γκη να το κά­νει, δεν εί­ναι α­πλά γλυ­πτι­κή. Γι’ αυ­τό το έ­χουν κά­νει άν­θρω­πο δια­φο­ρε­τι­κών ει­δι­κο­τή­των. Ο κά­θε Αρ­μέ­νιος έ­χει την ε­πι­θυ­μί­α να κά­νει έ­στω έ­να… Το χα­τσκάρ εί­ναι για μας η σφρα­γί­δα του Θε­ού πά­νω στην πέ­τρα, σε έ­ναν τό­πο σφρα­γι­σμέ­νο α­πό πέ­τρα».

Ζη­τά­με πε­ραι­τέ­ρω εξη­γήσεις για τη ση­μα­σί­α των χα­τσκάρ. Για το θρη­σκευ­τι­κό κομ­μά­τι και για την ψυ­χο­σύν­θε­ση του αρ­με­νι­κού λα­ού.

«Με­ρι­κές φο­ρές το χα­τσκάρ α­ντι­κα­θι­στά τον κλη­ρι­κό: ο Αρ­μέ­νιος μπο­ρεί να ντρα­πεί να ε­ξο­μο­λο­γη­θεί στον ιε­ρέ­α, θα ε­ξο­μο­λο­γη­θεί ό­μως μπρο­στά στο χα­τσκάρ. Για το λα­ό μας εί­ναι η πέ­τρα που με­σο­λα­βεί με­τα­ξύ Θε­ού και αν­θρώ­που».

Ο λό­γος του πα­ρα­μέ­νει δυ­να­μικός. Δεν προ­σπα­θεί να σου κά­νει κή­ρυγ­μα. Α­πλά νιώ­θει βα­θιά αυ­τά που λέ­ει.

«Δεν κά­νου­με γλυ­πτά με τον Χρι­στό σταυ­ρω­μέ­νο πά­νω στην πέ­τρα. Ο σταυ­ρός εί­ναι η α­πόδειξη της νί­κης του Χρι­στού. Το χα­τσκάρ εκφρά­ζει το δρό­μο προς τον πα­ρά­δει­σο. Και κα­νέ­να χατσκάρ δεν εί­ναι πα­νο­μοιό­τυ­πο, ό­πως η ζω­ή του κα­θε­νός που εί­ναι δια­φο­ρε­τι­κή. Το χα­τσκάρ εί­ναι η προ­σευ­χή των προ­γό­νων μας. Εί­ναι το πρό­σω­πό μας, η μοί­ρα μας, ο δρό­μος που βα­δί­σα­με και το βλέμ­μα της ψυ­χής μας».

Για το πό­τε ξε­κί­νη­σε αυ­τή η τέ­χνη και πό­τε έ­φτα­σε στο α­πό­γειό της, ο Βαρ­μπέντ μας ε­ξή­γη­σε:

«Από τα στοι­χεί­α που έ­φτα­σαν ως ε­μάς, τα πρώτα χα­τσκάρ δη­μιουρ­γή­θη­καν τον τέ­ταρ­το αιώ­να. Εί­ναι α­πλά, χω­ρίς πο­λύ ε­πε­ξερ­γασί­α, με έ­να σταυ­ρό μό­νο σκα­λι­σμέ­νο πά­νω στην πέ­τρα. Α­πό τον έ­βδο­μο αιώ­να, τα έρ­γα ο­μορ­φαί­νουν και παίρ­νουν πιο σύν­θε­τη μορ­φή, ε­νώ το α­πο­κο­ρύ­φω­μα εί­ναι το δω­δέ­κα­το αιώνα με τους γνωστούς γλύ­πτες Μο­μίκ και Μπο­γός».

Α­πο­ρού­με: το δω­δέ­κα­το αιώ­να, ό­ταν οι Μογγόλοι εί­χαν κα­τα­λά­βει τη χώ­ρα μας;

«Ναι. Μέ­χρι και οι Μογ­γό­λοι μα­γεύ­τη­καν α­πό την ο­μορ­φιά τους και μας πή­ρα­νε το χα­τσκάρ του Μπο­γός α­πό το μο­να­στή­ρι του Κο­σα­βάν­κ! Με­τά το ε­πέ­στρε­ψαν… Τα χα­τσκάρ έ­χουν ιδιαί­τε­ρη δύ­να­μη. Υ­πάρ­χει έ­να στο Κε­γάρ­τ, μπρο­στά στο οποί­ο μπο­ρώ να στέ­κο­μαι ώ­ρες και να το κοι­τά­ω…».

Ό­λοι θυ­μό­μα­στε την κα­τα­στρο­φι­κή μα­νί­α με την ο­ποί­α, χρό­νια πριν, ο α­ζε­ρι­κός στρατός ε­ξα­φά­νι­σε α­πό προ­σώ­που γης έ­να ο­λό­κληρο αρ­με­νι­κό νε­κροτα­φεί­ο στο Τζου­γά του Να­χι­τσε­βάν. Τό­τε κα­τα­γρά­φη­κε η με­γα­λύ­τε­ρη μα­ζι­κή κα­τα­στρο­φή χατσκάρ, γύ­ρω στα δέ­κα χι­λιά­δες κομ­μά­τια…

«Ο σκο­πός τους ή­ταν ξε­κά­θα­ρος: να ε­ξα­φα­νί­σουν ο­τι­δή­πο­τε α­πο­δει­κνύ­ει ό­τι πρό­κει­ται για αρ­με­νι­κό έ­δα­φος. Το ί­διο έ­χουν κά­νει στο Μπα­κού και σε άλ­λα νε­κρο­τα­φεί­α Ρώ­σων και Ευ­ρω­παί­ων. Θέ­λουν να ε­ξαφα­νί­σουν τα α­πο­τυ­πώ­μα­τα… Ευ­τυ­χώς, κα­τα­φέ­ραμε να σώ­σου­με α­ντί­γρα­φα α­πό τα κα­λύ­τε­ρα χα­τσκάρ του Τζου­γά, πά­νω α­πό 35, που σή­μερα εί­ναι το­πο­θε­τη­μέ­να σε αυ­λές εκ­κλη­σιών, ε­νώ με­ρι­κά α­πό αυ­τά τα έ­χου­με στεί­λει στη δια­σπο­ρά».

Οι νέ­οι α­σχο­λού­νται σή­με­ρα με την τέ­χνη του χατσκάρ; Έ­χει συ­νέ­χεια στην πρά­ξη;

«Ε­δώ και 10 -15 χρό­νια πα­λεύ­ω για να πεί­σω ό­τι πρέ­πει να έ­χου­με έ­να σχο­λεί­ο για τα νέ­α παι­διά. Για να μά­θουν οι νέ­οι του­λά­χι­στον να ζω­γρα­φί­ζουν τα μο­τί­βα. Χρειά­ζε­ται υ­πο­στή­ρι­ξη α­πό την πο­λι­τεί­α ή από την ι­διω­τι­κή πλευ­ρά. Έρχο­νται τα παι­διά σε μέ­να και μου ζη­τά­νε να μά­θουν την τέ­χνη. Ο χώ­ρος ό­μως του ερ­γα­στη­ρί­ου δεν ε­παρ­κεί, εί­ναι μό­νο 35 τε­τρα­γω­νι­κά. Και δε θε­ω­ρώ σω­στό να βά­λου­με τα παι­διά α­πό τό­σο νω­ρίς μέ­σα στις πέ­τρες και τη σκό­νη. Πρέ­πει, πρώ­τα απ’ ό­λα, να μά­θουν να ζω­γρα­φί­ζουν. Αν χα­θεί η τέ­χνη του χα­τσκάρ, θα χα­θεί έ­να μέ­ρος της ταυ­τό­τη­τάς μας».