Σογομών Μπογοσιάν Εκτύπωση

Στην Aναΐς Καζαντζιάν

Τεύχος: Ιανουάριος-Μάρτιος 2012 

 

 

Καθηγητής και Πρόεδρος στο Τμήμα Χημικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου της Πάτρας

 

 

“Η «α­νά­πτυ­ξη» του ελ­λη­νι­κού πανε­πι­στή­μιου α­κο­λού­θη­σε δυ­στυ­χώς το μο­ντέ­λο «α­νά­πτυ­ξης» της με­τα­πο­λι­τευ­τι­κής Δη­μο­κρα­τί­ας.”

 

Ο Σο­γο­μών Μπο­γοσιάν α­πο­φοί­τη­σε με «ά­ρι­στα» α­πό το τμή­μα Χη­μι­κών Μη­χα­νι­κών του Πα­νε­πι­στημίου της Πά­τρας το 1984, α­πό ό­που πή­ρε και το δι­δα­κτο­ρι­κό του το 1988. Στη διάρ­κεια της εκ­πό­νη­σης της δια­τρι­βής του με­τεκπαι­δεύ­τη­κε στο Πο­λυ­τε­χνεί­ο της Δα­νί­ας στην Κο­πεγ­χά­γη, ε­νώ υ­πήρ­ξε υ­πό­τροφος του Πα­νε­πι­στή­μιου της Πά­τρας, του Ι­δρύ­μα­τος Τε­χνο­λο­γί­ας & Έ­ρευ­νας (ΙΤΕ) και του Ι­δρύ­μα­τος Κα­λού­στ Γκιουλ­μπενκιάν. Στην αρ­χή της κα­ριέ­ρας του ως ε­πι­στή­μο­νας, ερ­γά­στη­κε ως ε­ρευ­νη­τής στο Πο­λυ­τε­χνεί­ο της Νορ­βη­γί­ας στο Τρο­ντχά­ιμ. Διε­τέ­λε­σε Λέ­κτορας (1995-2000), Ε­πί­κου­ρος Κα­θη­γη­τής (2000-2006) και με­τέ­πει­τα Α­να­πλη­ρω­τής Κα­θη­γη­τής (2006-2011) του τμή­μα­τος Χη­μι­κών Μη­χα­νι­κών του Πα­νε­πι­στή­μιου της Πά­τρας, δι­δά­σκοντας τα μα­θή­μα­τα της Χη­μι­κής Θερ­μο­δυ­να­μι­κής και του Τε­χνο­-οι­κο­νο­μι­κού Σχε­δια­σμού Βιο­μη­χα­νιών. Η ε­ρευ­νη­τι­κή του δρα­στη­ριό­τη­τα α­φο­ρά στη με­λέ­τη της μο­ρια­κής δο­μής, της θερ­μο­δυ­να­μι­κής και των ε­φαρ­μο­γών α­νορ­γά­νων ε­νώ­σεων συ­ναρ­μο­γής σε τήγ­μα­τα και α­τμούς α­λά­των με φα­σμα­το­σκο­πι­κές με­θό­δους που βα­σί­ζο­νται στα λέ­ι­ζερ­ς, με έμ­φα­ση στη συ­σχέ­τι­ση μο­ρια­κής δο­μής και ενερ­γό­τη­τας σε κα­τα­λυ­τι­κά συ­στή­μα­τα χη­μι­κών α­ντι­δρά­σε­ων σε ψη­λές θερ­μοκρα­σί­ες. Έ­χει δη­μο­σιεύ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό 65 ερ­γα­σί­ες σε διε­θνή ε­πι­στημο­νι­κά πε­ριο­δι­κά με κρι­τές και έ­χει πραγ­μα­το­ποι­ή­σει πά­νω α­πό 125 πα­ρου­σιάσεις σε ε­πι­στη­μο­νι­κά συ­νέ­δρια. Το δη­μο­σιευ­μέ­νο έρ­γο του έ­χει α­να­φερ­θεί πάνω α­πό 1000 φο­ρές α­πό ξέ­νους ε­ρευ­νη­τές. Τον Ιού­νιο του 2011 ε­κλέ­χτη­κε στη βαθ­μίδα του Κα­θη­γη­τή με γνω­στι­κό α­ντι­κεί­με­νο «Α­νόρ­γα­νη Χη­μεί­α και Φα­σμα­το­σκοπί­α Υ­ψη­λών Θερ­μο­κρα­σιών», ε­νώ α­πό την 1η Σε­πτεμ­βρί­ου 2011 κα­τέ­χει τη θέ­ση του προ­έ­δρου στο τμή­μα Χη­μι­κών Μη­χα­νι­κών της Πο­λυ­τε­χνι­κής Σχο­λής του Πα­νεπι­στή­μιου της Πά­τρας.

 


Πώς α­πο­φα­σί­σα­τε να α­σχο­λη­θεί­τε με αυ­τόν τον το­μέ­α της ε­πι­στή­μης;

Η α­πά­ντη­ση στο ε­ρώ­τη­μά σας α­να­λύ­ε­ται σε δύ­ο ά­ξο­νες, αυ­τόν του ε­ρευ­νη­τι­κού και ε­κεί­νον του δι­δα­κτι­κού έρ­γου. Στο ε­ρευ­νη­τι­κό πε­δί­ο, η α­πο­σα­φή­νι­ση και η κα­τα­νό­η­ση των χη­μι­κών διερ­γα­σιών σε μο­ρια­κό ε­πί­πε­δο, στά­διο α­πα­ραίτη­το για ο­ποια­δή­πο­τε συ­στη­μα­τι­κή πρό­ο­δο στη να­νο­τε­χνο­λο­γί­α κέρ­δι­σε την προ­σο­χή μου α­πό τα πρώ­τα κιό­λας βή­μα­τα της πο­ρεί­ας μου στο χώ­ρο της ε­πι­στή­μης.

Το γε­γο­νός, τώ­ρα, ό­τι ο μη­χα­νι­σμός για την ά­ντλη­ση των σχε­τι­κών πλη­ροφο­ριών βα­σί­ζε­ται στην αλ­λη­λε­πί­δρα­ση της α­κτι­νο­βο­λί­ας με την ύ­λη έ­δω­σε μια συ­ναρ­πα­στι­κή διά­στα­ση στο πρα­κτι­κό μέ­ρος της δου­λειάς μου. Φα­ντα­στείτε ό­τι διεισ­δύ­ε­τε μα­ζί με μια μο­νο­χρω­μα­τι­κή δέ­σμη/α­κτί­να ε­νός laser στα «ά­δυτα» του μι­κρό­κο­σμου. Στην ε­πι­στή­μη, σε ο­ποια­δή­πο­τε ε­πι­στή­μη, δεν νο­μί­ζω ότι μπο­ρείς να προ­χω­ρή­σεις που­θε­νά ε­άν δεν σου α­ρέ­σει πο­λύ αυ­τό που κά­νεις.

Στο δι­δα­κτι­κό μέ­ρος, α­πό τα φοι­τη­τι­κά κιό­λας χρό­νια, εί­χαν κερ­δί­σει την προ­σο­χή μου οι νό­μοι της θερ­μο­δυ­να­μι­κής. Εί­ναι οι νό­μοι που κυ­βερ­νούν το σύ­μπαν. Ό­ταν ήρ­θα σε ε­πα­φή με τη μυ­στη­ρια­κή έν­νοια της ε­ντρο­πί­ας, που μέ­σω του 2ου νό­μου της θερ­μο­δυ­να­μι­κής κα­θο­ρί­ζει ε­άν και για ποιο λό­γο θα συμ­βεί ο­τι­δή­πο­τε (α­πό τη ψύ­ξη ε­νός σώ­μα­τος μέ­χρι τη δια­μόρ­φω­ση λει­τουρ­γιών στο βιο­λο­γι­κό πε­ρι­βάλ­λον ε­νός ε­γκε­φά­λου που θα δώ­σουν το έ­ναυ­σμα για τη δη­μιουρ­γί­α μιας σκέ­ψης) εί­χα σκε­φτεί ό­τι μια α­πό τις με­γα­λύ­τε­ρες προ­κλή­σεις θα ή­ταν να δι­δά­ξω κά­πο­τε αυ­τό το α­ντι­κεί­με­νο και να α­να­πτύ­ξω ε­να σχε­τι­κό σύγ­γραμ­μα.

 

Έ­χο­ντας δι­δά­ξει στο πα­νε­πι­στή­μιο, τι ε­μπει­ρί­ες έ­χε­τε α­πό τους φοι­τη­τές και ποιο εί­ναι το ε­πί­πε­δο της πα­νε­πι­στη­μια­κής κοι­νό­τη­τας στη χώ­ρα μας;

Οι φοι­τη­τές, του­λά­χι­στον αυ­τοί των πο­λυ­τε­χνι­κών σχο­λών με τους ο­ποί­ους έχω έρ­θει σε ε­πα­φή, με έ­χουν εκ­πλή­ξει τό­σο θε­τι­κά ό­σο και αρ­νη­τι­κά.

Πρέ­πει να σας πω (α­να­φε­ρό­με­νος μό­νο στις θε­τι­κές ε­μπει­ρί­ες, διό­τι οι αρ­νη­τι­κές είναι αυ­το­νό­η­τες) ό­τι το ε­πί­πε­δο μιας ση­μα­ντι­κής με­ρί­δας των φοι­τη­τών, ό­χι μό­νο δεν έ­χει τί­πο­τα να ζη­λέ­ψει, αλ­λά και μπο­ρεί να στα­θεί με α­ξιώ­σεις στα κα­λύ­τε­ρα πα­νε­πι­στή­μια του ε­ξω­τε­ρι­κού. Αυ­τό α­πο­δει­κνύ­ε­ται δυ­στυ­χώς με έναν πο­λύ ε­πώ­δυ­νο για την Ελ­λά­δα τρό­πο, μέ­σω της ε­ξα­γω­γής των κα­λύ­τε­ρων επι­στη­μό­νων που δια­πρέ­πουν τό­σο σε α­κα­δη­μα­ϊ­κές θέ­σεις σε πα­νε­πι­στή­μια των Η­ΠΑ και της Ευ­ρώ­πης, ό­σο και σε ξέ­νες ε­ται­ρεί­ες έ­ρευ­νας και τε­χνο­λο­γι­κής α­νά­πτυ­ξης.

Σε α­να­φο­ρά με την πα­νε­πι­στη­μια­κή κοι­νό­τη­τα στην Ελ­λά­δα, η ά­πο­ψή μου εί­ναι ό­τι διέ­πε­ται α­πό μια αλ­λό­κο­τη ε­τε­ρο­γέ­νεια.

Α­φε­νός υ­πάρ­χουν ε­ρευ­νη­τές και πα­νε­πι­στη­μια­κοί δά­σκα­λοι α­φο­σιω­μέ­νοι στο λει­τούρ­γη­μα της πα­ρα­γω­γής και με­τά­δο­σης της ε­πι­στη­μο­νι­κής γνώ­σης, α­φε­τέ­ρου υ­πάρ­χουν μέ­λη με «υ­παλλη­λι­κή νο­ο­τρο­πί­α» που α­μαυ­ρώ­νουν την ει­κό­να των πα­νε­πι­στη­μια­κών δα­σκάλων στα μά­τια της κοι­νω­νί­ας.

Ξέ­ρε­τε, μέ­σα στη δί­νη που βρί­σκε­ται η χώ­ρα, η κοι­νω­νί­α θα πε­ρί­με­νε α­πό τους κα­τά τεκ­μή­ριο πνευ­μα­τι­κούς αν­θρώ­πους να στέ­κο­νται στο ύ­ψος των πε­ρι­στά­σε­ων.

 

Έ­χε­τε δια­πι­στώ­σει κά­ποιες δια­φο­ρές α­πό άλ­λα ευ­ρω­πα­ϊ­κά πα­νε­πι­στή­μια;

Στην Ελ­λά­δα, ο ε­ρευ­νη­τι­κός και α­κα­δη­μα­ϊ­κός ι­στός εί­ναι έ­να έρ­γο μό­χθου - μέ­σα α­πό ι­διαί­τε­ρα α­ντί­ξο­ες συν­θή­κες - χι­λιά­δων ά­ξιων συ­να­δέλ­φων. Στην α­ντί­πε­ρα ό­χθη, πα­θο­γε­νείς κα­τα­στά­σεις που έ­χουν προ­σλά­βει το χα­ρα­κτήρα ε­θι­μι­κού δι­καί­ου (κα­τα­λή­ψεις, βαν­δα­λι­σμοί, κα­τα­στρο­φές πα­νά­κρι­βων υπο­δο­μών κ.λπ.) έ­χουν α­νυ­πο­λό­γι­στες συ­νέ­πειες για το ε­πί­πε­δο του ελ­λη­νι­κού πα­νε­πι­στη­μί­ου. Δυ­στυ­χώς, η ελ­λη­νι­κή πο­λι­τεί­α υ­πο­χρη­μα­το­δο­τεί συ­στη­ματι­κά το πα­νε­πι­στή­μιο και τις προ­σπά­θειες πα­ρα­γω­γής γνώ­σης, πα­ρά το γε­γο­νός της διε­θνούς κα­τα­ξί­ω­σης του α­κα­δη­μα­ϊ­κού χώ­ρου ως μο­χλού κα­θο­ρι­στι­κής ση­μα­σί­ας για την α­νά­πτυ­ξη μιας χώ­ρας και την ευ­η­με­ρί­α του λα­ού της. Αυ­τά που σας α­νέ­φε­ρα συ­νι­στούν και τις βα­σι­κές δια­φο­ρές α­πό τα ευ­ρω­πα­ϊ­κά πα­νεπι­στή­μια. Έ­να στοι­χεί­ο που μου προ­ξε­νού­σε πά­ντα ε­ντύ­πω­ση ό­ταν έ­κα­να τις συ­γκρί­σεις μου με τις ε­μπει­ρί­ες α­πό τις «θη­τεί­ες» μου στις σκαν­δι­να­βι­κές χώ­ρες (Δα­νί­α, Νορ­βη­γί­α) εί­ναι η πο­λύ με­γά­λη α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα που ε­πι­φέρει η κα­λή ορ­γά­νω­ση και η έλ­λει­ψη α­ντίρ­ρο­πων κα­τα­στά­σε­ων σαν αυ­τών που τα­λα­νί­ζουν το ελ­λη­νι­κό πα­νε­πι­στή­μιο.

 

Κα­τά τη γνώ­μη σας υ­φί­στα­ται ο δη­μό­σιος χα­ρα­κτή­ρας της παι­δεί­ας στην Ελ­λάδα;

Ο δη­μό­σιος χα­ρα­κτή­ρας υ­φί­στα­ται και ε­νώ θα έ­πρε­πε να ε­ξα­σφα­λί­ζει έ­ναν δημο­κρα­τι­κό α­κα­δη­μα­ϊ­κό χώ­ρο δο­μη­μέ­νο πά­νω σε α­ξί­ες ό­πως η ποιό­τη­τα, η α­ξιοκρα­τί­α και η α­ρι­στεί­α, εί­ναι εν μέ­ρει υ­πεύ­θυ­νος για τις πα­θο­γέ­νειες και τις α­γκυ­λώ­σεις που διέ­πουν το ελ­λη­νι­κό πα­νε­πι­στή­μιο. Η γνώ­μη μου εί­ναι ότι ο ν.1268/82 (ο πρώ­τος πε­ρι­βό­η­τος «Νό­μος Πλαί­σιο») ή­ταν υ­πεύ­θυ­νος για το «ά­νοιγμα της Κερ­κό­πορ­τας» και την ά­λω­ση του ελ­λη­νι­κού πα­νε­πι­στη­μί­ου α­πό με­τριό­τη­τες και ο­πα­δούς της ήσ­σο­νος προ­σπά­θειας. Στον α­ντί­πο­δα, μέ­σα στη συ­γκυ­ρί­α των πρό­σφα­των τα­ρα­χών (βλ. μα­κρο­χρό­νιες κα­τα­λή­ψεις ή/και «κλει­δώ­ματα» των Α­ΕΙ ε­πί υ­πουρ­γί­ας Γιαν­νά­κου, κα­θώς και οι πρό­σφα­τες τα­ρα­χές ε­πί υπουρ­γί­ας Δια­μα­ντο­πού­λου), με α­θό­ρυ­βο αλ­λά συ­στη­μα­τι­κό τρό­πο ει­σχω­ρούν στον χώ­ρο της με­τα­λυ­κεια­κής εκ­παί­δευ­σης και κα­τάρ­τι­σης ι­διω­τι­κές ε­πι­χειρή­σεις («κολ­λέ­για») με διά­φο­ρες μορ­φές.

 

Έ­χε­τε κά­ποιες σκέ­ψεις πως θα μπο­ρού­σε να βελ­τιω­θεί η α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τητα και η λει­τουρ­γί­α στα πα­νε­πι­στη­μια­κά ι­δρύ­μα­τα;

Η «α­νά­πτυ­ξη» (με και χω­ρίς ει­σα­γω­γι­κά) του με­τα­πο­λι­τευ­τι­κού ελ­λη­νι­κού πανε­πι­στή­μιου α­κο­λού­θη­σε δυ­στυ­χώς το μο­ντέ­λο «α­νά­πτυ­ξης» της με­τα­πο­λι­τευ­τι­κής Δη­μο­κρα­τί­ας. Έ­τσι, το ελ­λη­νι­κό πα­νε­πι­στή­μιο δο­μή­θη­κε πά­νω σε δύ­ο πυ­λώ­νες, αυ­τόν του λα­ϊ­κι­σμού και ε­κεί­νον της πα­ρο­χο­λο­γί­ας. Α­κο­λου­θώ­ντας το «κά­θε πό­λη και στά­διο, κά­θε χω­ριό και γυ­μνα­στή­ριο» ο­δή­γη­σε στην ί­δρυση πα­νε­πι­στη­μια­κών σχο­λών-ε­κτρω­μά­των α­πα­ντα­χού μέ­σα στη χώ­ρα, ό­που χι­λιάδες φοι­τη­τές στε­γά­ζουν τα μά­ταια ό­νει­ρά τους για κά­ποιο ι­σχυ­ρό πτυ­χί­ο και κα­θη­γη­τές-ε­πι­σκέ­πτες α­μαυ­ρώ­νουν το κύ­ρος και την α­ξιο­πι­στί­α των πα­νεπι­στη­μια­κών δα­σκά­λων. Θα πρέ­πει να μειω­θεί δρα­στι­κά ο α­ριθ­μός των ει­σα­γομέ­νων φοι­τη­τών. Δεν μπο­ρεί η Ελ­λά­δα να «πα­ρά­γει» 340 χη­μι­κούς μη­χα­νι­κούς κάθε χρό­νο, ό­ταν, π.χ. η Δα­νί­α πα­ρά­γει 35. Η πο­λι­τι­κή αυ­τή ε­ρή­μω­σε την ελ­λη­νι­κή ύπαι­θρο και έ­πλη­ξε καί­ρια την α­γρο­τι­κή και κτη­νο­τρο­φι­κή α­νά­πτυ­ξη, τον το­πικό του­ρι­σμό και α­φά­νι­σε το τε­χνι­κό ερ­γα­τι­κό δυ­να­μι­κό της χώ­ρας. Πα­νε­πι­στη­μια­κές σχο­λές και τμή­μα­τα πρέ­πει να α­ξιο­λο­γη­θούν. Κά­ποια πρέ­πει να κλείσουν, άλ­λα μπο­ρούν να συγ­χω­νευ­θούν.

 

Η αρ­με­νι­κή κα­τα­γω­γή έ­παι­ξε κά­ποιο ρό­λο στη μέ­χρι τώ­ρα πο­ρεί­α σας ως ε­πιστή­μο­να και ως άν­θρω­πο;

Η αρ­με­νι­κή κα­τα­γω­γή μου ό­χι μό­νο έ­παι­ξε κά­ποιο ρό­λο, αλ­λά ση­μά­δε­ψε την πορεί­α μου τό­σο ως άν­θρω­πο ό­σο και ως ε­πι­στή­μο­να. Σε κά­θε στά­διο, σε κά­θε βήμα, εκ­προ­σω­πού­σα θέ­λο­ντας και μη το έ­θνος μας.

Σε δια­δρο­μές με συν­θή­κες α­ντί­ξο­ες α­να­κά­λυ­πτα μέ­σα μου τα γο­νί­δια της ε­πι­βί­ω­σης που μου κλη­ρο­δό­τη­σαν οι πρό­γο­νοί μου. Οι θύ­μη­σες των παι­δι­κών χρό­νων, γύ­ρω α­πό την α­ναμ­μέ­νη σόμπα του χει­μώ­να, φέρ­νουν α­να­πό­φευ­κτα στις ο­θό­νες της μνή­μης μου τον πα­τέρα και την μη­τέ­ρα να δι­η­γού­νται ι­στο­ρί­ες για τους παπ­πού­δες και τους α­πίστευ­τους τρό­πους που γλύ­τω­σαν α­πό τις χα­τζά­ρες των Τούρ­κων. Η μια πλευ­ρά της κα­τα­γω­γής μου (του πα­τέ­ρα) εί­ναι α­πό τη Νί­γδη, πε­ριο­χή με έ­ντο­νο, κά­πο­τε, ελ­λη­νι­κό στοι­χεί­ο. Η άλ­λη πλευ­ρά (της μη­τέ­ρας) α­πό την Κιου­τά­χεια, την πα­τρί­δα του Κο­μι­τάς (κα­τά κό­σμον Σο­γο­μών Σο­γο­μω­νιάν). Το μι­κρό μου μυ­στι­κό λοιπόν εί­ναι ό­τι το ό­νο­μα μου (ί­διο με αυ­τό του παπ­πού μου) «α­κού­ει» στο μι­κρό κο­σμι­κό ό­νο­μα του Κο­μι­τάς, χά­ριν του ο­ποί­ου εί­χε πά­ρει το ό­νο­μά του ο παπ­πούς. Στον ε­πι­στη­μο­νι­κό χώ­ρο, τα­ξι­δεύ­ο­ντας και γνω­ρί­ζο­ντας ξέ­νους συ­να­δέλφους σε συ­νέ­δρια δια­πι­στώ­νω το πο­λύ κα­λό ό­νο­μα που έ­χουν α­φή­σει πα­ντού οι συ­μπα­τριώ­τες μας.

Πά­ντα κά­ποιος έ­χει κά­τι πο­λύ κα­λό να μου πει για κά­ποιον γνω­στό του που ή­ταν Αρ­μέ­νιος!

 

Γνω­ρί­ζε­τε στην Αρ­με­νί­α ο α­ντί­στοι­χος το­μέ­ας στην έ­ρευ­να και την εκ­παί­δευ­ση σε ποιο ε­πί­πε­δο βρί­σκε­ται;

Α­ντί άλ­λης α­πά­ντη­σης, θα σας πω ό­τι την τε­λευ­ταί­α τε­τρα­ε­τί­α στο τμή­μα Χημι­κών Μη­χα­νι­κών της Πά­τρας ει­σή­χθη­σαν δύ­ο υ­πο­ψή­φιοι δι­δά­κτο­ρες που έ­χουν α­πο­φοι­τή­σει α­πό το State Engineering University of Armenia at Yerevan. Πρό­κει­ται για τις κυ­ρί­ες Χρι­ψι­μέ Κασπα­ριάν και Σι­ρα­νούς Α­καρ­μα­ζιάν. Πρέ­πει να σας πω, ό­τι ως πρό­ε­δρος του τμήμα­τος Χη­μι­κών Μη­χα­νι­κών βλέ­πω με ι­διαί­τε­ρη α­να­κού­φι­ση, υ­πε­ρη­φά­νεια και τι­μή ό­τι και οι δύ­ο εκ­προ­σω­πούν ε­πά­ξια την πα­τρί­δα κα­τα­γω­γής μας. Μά­λι­στα, στις 22 Δε­κεμ­βρί­ου η κυ­ρί­α Κα­σπα­ριάν υ­πο­στή­ρι­ξε με ε­πι­τυ­χί­α τη δι­δα­κτο­ρική της δια­τρι­βή. Έ­τσι, για την εκ­παί­δευ­ση στους α­ντί­στοι­χους το­μείς της Αρμε­νί­ας έ­χω την κα­λύ­τε­ρη ε­ντύ­πω­ση. Ε­πι­πλέ­ον, εί­ναι γνω­στή η πα­ρα­δο­σια­κή δύ­να­μη των πα­νε­πι­στη­μί­ων της Αρ­με­νί­ας σε μια σει­ρά α­πό το­μείς έ­ρευ­νας, όπως π.χ. στην Ια­τρι­κή, την Α­στρο­φυ­σι­κή κα­θώς και τη Χη­μεί­α.

 

Θα μπο­ρού­σε να υ­πάρ­ξει συ­νερ­γα­σί­α του πα­νε­πι­στη­μί­ου σας και ε­νός α­ντί­στοι­χου στην Αρ­με­νί­α;

Δυ­στυ­χώς, η ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρί­α που βιώ­νουν οι δύ­ο χώ­ρες δεν ευ­νο­εί τη δη­μιουρ­γί­α δι­με­ρών συ­νερ­γα­σιών, κα­θώς αυ­τές θα α­παι­τού­σαν την ύ­παρ­ξη σχε­τικών χρη­μα­το­δο­τή­σε­ων.

Ω­στό­σο, εί­μαι σί­γου­ρος για την ε­πι­τυ­χί­α που θα εί­χε μια τέ­τοια συ­νερ­γα­σί­α τό­σο στο α­κα­δη­μα­ϊ­κό ό­σο και στο ε­ρευ­νη­τι­κό ε­πί­πε­δο.

 

Τι άλ­λα εν­δια­φέ­ρο­ντα έ­χε­τε ε­κτός α­πό το πά­θος σας με την ε­πι­στή­μη και την έ­ρευ­να;

Το πά­θος για την ε­πι­στή­μη και την έ­ρευ­να γί­νε­ται μο­νο­διά­στα­το ε­άν δεν συνο­δεύ­ε­ται α­πό άλ­λα εν­δια­φέ­ρο­ντα. Στην πρώ­τη γραμ­μή έ­χω την οι­κο­γέ­νειά μου που για μέ­να α­πο­τε­λεί πη­γή έ­μπνευ­σης για τη ζω­ή μου. Συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά, α­σχο­λού­μαι με τον α­θλη­τι­σμό, ε­νώ μου α­ρέ­σει και η ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνί­α.

Τα τελευ­ταί­α χρό­νια α­σχο­λού­μαι με το πο­δό­σφαι­ρο (πα­ρό­λο που εί­χα κά­νει έ­να πέρα­σμα α­πό την ο­μά­δα μπά­σκετ στο Χο­με­νε­ντμέν, ε­νώ α­ξέ­χα­στη μέ­νει η 15ε­τί­α που α­φιέ­ρω­σα ως βαθ­μο­φό­ρος στους προ­σκό­πους). Τα «μνη­μειώ­δη» δι­τέρ­μα­τα που παί­ζα­με στην αυ­λή του σχο­λεί­ου «Σο­φί­α Α­γκο­πιάν» τις δε­κα­ε­τί­ες του ’70 και του ’80 δεν σβή­νουν α­πό τη μνή­μη μου.

Ε­πι­πλέ­ον, θα ή­θε­λα να σας πω ό­τι η μακρά α­που­σί­α μου α­πό την Α­θή­να και η προ­σή­λω­σή μου στον α­κα­δη­μα­ϊ­κό χώ­ρο μου στέ­ρη­σε τη δυ­να­τό­τη­τα να πα­ρα­κο­λου­θώ α­πό κο­ντά τις εκ­δη­λώ­σεις των δια­φόρων ορ­γα­νώ­σε­ων της πα­ροι­κί­ας μας και να νιώ­θω το κε­λά­ρυ­σμα της ό­μορ­φης και πλού­σιας γλώσ­σας μας στα αυ­τιά μου.

Έ­τσι, προ­σπα­θώ μέ­σω της ε­φη­με­ρί­δας Α­ζάτ Ορ και του πε­ριο­δι­κού σας να μέ­νω ε­νή­με­ρος και αυ­τό α­πο­τε­λεί έ­να α­πό τα ση­μα­ντι­κά μου εν­δια­φέ­ρο­ντα.

 


 


[Top]