Iσαβέλλας Αγκοπιάν Τσίτση Εκτύπωση

Της Έ­λε­νας Κιουρ­κτσή

Απρίλιος - Ιούνιος 2013 τεύχος 77

 

Πρό­σφα­τα κυ­κλο­φόρη­σε α­πό τις εκ­δό­σεις του πε­ριο­δι­κού ΑΡ­ΜΕΝΙ­ΚΑ, το βι­βλί­ο «Τι Κα­κό Κά­να­με;» που α­να­φέρε­ται μέ­σα α­πό προ­σω­πι­κά βιώ­μα­τα στα τρα­γι­κά γεγο­νό­τα της γε­νο­κτο­νί­ας. Συγ­γρα­φέ­ας του βι­βλί­ου, η Δα­νή δη­μο­σιογρά­φος Ντά­γκνη Κγιάρ­σγκα­αρ­ντ-Α­γκο­πιάν.

Και αν μέ­χρι σή­με­ρα το βι­βλί­ο ή­ταν γνω­στό και α­γα­πητό στην Δα­νί­α, για πρώ­τη φο­ρά κυ­κλοφο­ρεί πλέ­ον και στα Ελ­λη­νι­κά, σε με­τά­φρα­ση της κόρης της, Ι­σα­βέλ­λας Α­γκο­πιάν-Τσί­τση.

 

Μια Αρ­μέ­νι­σσα α­πό τη Δα­νί­α, η Ι­σα­βέλ­λα της

και έ­να κα­κό που δεν… κά­να­με!

 

Πώς θα μας συ­στή­να­τε την… Ντά­γκνη Κγιάρ­σγκα­αρ­ντ-Α­γκο­πιάν;

Η μη­τέ­ρα μου ό­ταν ήρ­θε στην Ελ­λά­δα α­πό τη Δα­νί­α ό­που γεν­νήθη­κε, ή­ταν ή­δη ε­πι­τυ­χη­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας και δη­μο­σιο­γράφος. Τα­ξί­δευε πο­λύ. Γνώ­ρι­σε τον πα­τέ­ρα μου Νερσές Αγκοπιάν στην Α­θή­να, ε­ρω­τεύ­τη­καν και πα­ντρεύ­τη­καν. Στην αρ­χή δυ­σκο­λεύ­τη­κε να προ­σαρ­μο­στεί, εί­χε να α­ντι­με­τω­πί­σει δυο δια­φο­ρετι­κές σε σχέ­ση με το πώς εί­χε με­γα­λώσει κουλ­τού­ρες, την αρμενι­κή και την ελ­λη­νι­κή. Έ­τσι έβρι­σκε διέ­ξο­δο στο γρά­ψι­μο. Ό­λοι ό­σοι τη γνώ­ριζαν την πε­ρι­γρά­φουν ως μια πα­ρου­σί­α λε­πτή, ευ­γε­νι­κή και με φι­νέ­τσα. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά που δια­τή­ρη­σε έ­ως το τέ­λος της, πριν «φύ­γει» πλή­ρης η­με­ρών. 

Α­πό πού ορ­μώ­με­νη προ­έ­κυ­ψε η α­νά­γκη να με­τα­φρά­σε­τε στα Ελ­λη­νι­κά το «Τι Κα­κό Κά­ναμε;» που έ­γρα­ψε η μη­τέ­ρα σας Ντά­γκνη ;

Ό­πως α­να­φέ­ρω και στο ει­σα­γω­γι­κό ση­μεί­ω­μα του βι­βλί­ου, πά­ντα ή­θελα να μπο­ρέσουν να το δια­βά­σουν και ό­σοι δεν μι­λούν τη δα­νέ­ζι­κη γλώσ­σα, θε­ω­ρώ­ντας ό­τι πι­θα­νόν να τους εν­διέ­φε­ρε. Ό­πως τα εγ­γό­νια και τα δι­σέγ­γο­να της μη­τέ­ρας μου. Ε­πι­θυμί­α μου ή­ταν να γνω­ρί­σουν το βι­βλί­ο που έ­γρα­ψε η για­γιά και η προ­για­γιά τους και να μά­θουν για τους διωγ­μούς που υ­πέ­στη­σαν οι Αρ­μέ­νιοι και για τις δυ­σκο­λί­ες ε­πι­βί­ω­σης που α­ντι­με­τώ­πι­σαν. Πό­σο μάλ­λον που πολ­λά α­πό αυ­τά τα γε­γο­νό­τα τα έ­ζη­σε και ο παπ­πούς και προ­πάπ­πους τους. Ο πα­τέ­ρας μου ή­ταν ένας άν­θρω­πος που κατά­φε­ρε και ε­πέ­ζη­σε ό­λων αυ­τών των τρα­γι­κών γε­γο­νό­των και που στη συ­νέ­χεια α­γω­νι­ζό­με­νος σκλη­ρά διεκ­δί­κη­σε το κα­λύ­τε­ρο και ε­πέ­τυ­χε στη ζω­ή του. Πα­ράλ­λη­λα δε, α­φιέ­ρωσε με­γά­λο μέ­ρος α­πό τις δρα­στη­ριό­τη­τές του προς ό­φε­λος των συ­μπα­τριω­τών του.

Σε αυ­τό το εγ­χεί­ρη­μα, εί­χα­τε υ­πο­στή­ρι­ξη;

Θα ή­ταν πα­ρά­λει­ψη αν δεν α­να­φε­ρό­μουν και ο­νο­μα­στι­κά στην α­γα­πη­μέ­νη μου φί­λη Ντι­ρου­ή Γα­λι­λαί­α, πρό­ε­δρο του Αρ­με­νι­κού Πο­λι­τι­στι­κού Συλ­λό­γου Θεσ­σα­λο­νί­κης «Χαμασκαΐν», η ο­ποί­α ή­ταν ε­κεί­νη που με προ­έ­τρε­ψε να α­σχο­λη­θώ με τη με­τά­φρα­ση του βι­βλί­ου της μη­τέ­ρας μου και με υ­πο­στή­ρι­ξε θερ­μά. Ο­μο­λο­γώ ό­τι χω­ρίς τη συμ­βολή της εν­δε­χο­μέ­νως να μην εί­χα πο­τέ με­τα­φρά­σει στα Ελ­λη­νι­κά αυ­τό το βι­βλίο. Για αυ­τό και την ευ­χα­ρι­στώ α­πό καρ­διάς. Ό­πως ε­πί­σης ευ­χα­ριστώ τον ε­πι­με­λη­τή του βι­βλί­ου κ. Σαρ­κίς Α­γαμ­πατιάν κα­θώς και τον κ. Α­ρά Μα­γκο­γιάν με α­φορ­μή τον πο­λύ ω­ραί­ο πρό­λο­γο που έ­γρα­ψε στην ελ­λη­νι­κή έκ­δο­ση του βι­βλί­ου.

Αντι­με­τω­πί­σα­τε δυ­σκο­λί­ες κα­τά τη με­τά­φρα­ση του βι­βλί­ου;

Η πρώ­τη μου δυ­σκο­λί­α α­φο­ρού­σε τη χρή­ση υ­πο­λογι­στή. Ή­ταν έ­να μη­χά­νη­μα που δεν εί­χα πο­τέ μου με­τα­χει­ρι­στεί. Πα­λαιό­τε­ρα που έ­κα­να με­τα­φρά­σεις, έ­γρα­φα σε γρα­φο­μη­χα­νή. Ε­πι­στρά­τευ­σα λοι­πόν την κόρη και τα εγ­γό­νια μου που με πο­λύ υ­πο­μο­νή και α­γά­πη με βο­ή­θη­σαν και ε­πι­τέλους άρ­χι­σα να γρά­φω. Ο­μο­λο­γώ πως φο­βό­μουν ό­τι δεν θα τα κα­τα­φέ­ρω. Ό­μως με το που ξε­κί­νη­σα, ή­ταν σαν το βι­βλί­ο να γρα­φό­ταν α­πό μό­νο του…

Ό­σο με­τέ­φρα­ζα, θυ­μό­μουν με συ­γκί­νη­ση τις δι­η­γή­σεις του πα­τέ­ρα μου αλ­λά και το πό­σο εί­χε α­ρέ­σει το βι­βλί­ο στη Δα­νί­α. Τό­σο, που α­φιέ­ρω­σαν μια ο­λό­κλη­ρη εκ­πο­μπή στη δανέ­ζι­κη τη­λε­ό­ρα­ση για τη μη­τέρα μου και το βι­βλί­ο, προ­βά­λο­ντας και ντοκου­μέ­ντα α­πό τη γε­νο­κτο­νί­α των Αρ­με­νί­ων. Όλα αυ­τά έ­γι­ναν η κι­νη­τή­ριος δύ­να­μη να συ­νε­χί­σω και να ο­λοκλη­ρώ­σω τη με­τά­φρα­ση του βι­βλί­ου.

Τι θυ­μό­σα­στε πιο έ­ντο­να α­πό τη μη­τέ­ρα σας;

Η ει­κό­να της στο μυα­λό μου εί­ναι να εί­ναι συ­νεχώς με μια φο­ρη­τή γρα­φο­μη­χα­νή α­κου­μπι­σμέ­νη στα πό­δια της και να γρά­φει με με­γά­λη τα­χύ­τη­τα. Πό­σο θα την βο­η­θού­σε τό­τε αν υ­πήρ­χαν τα laptop (φο­ρη­τοί υ­πο­λογι­στές). Ή­ταν τό­σο ευ­τυ­χι­σμέ­νη ό­ταν έ­γρα­φε. Υ­πήρ­ξε μια πο­λύ στορ­γι­κή μη­τέρα για ε­μέ­να και τον α­δελ­φό μου. Δεν εί­χε πο­τέ  στε­νούς φί­λους. Όλη της η ζω­ή ήταν τα παι­διά και ο άν­δρας της. Εί­χε δη­μιουρ­γή­σει το δι­κό της κό­σμο με ε­μάς, μα­κριά α­πό την πα­τρί­δα της τη Δα­νί­α.                                                                                

Πώς θα πε­ρι­γρά­φα­τε το βι­βλί­ο σε κά­ποιον που δεν το έ­χει δια­βά­σει;

Εί­ναι έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα βα­σι­σμέ­νο στις δι­η­γήσεις του πα­τέ­ρα μου α­πό τη Μι­κρά Α­σί­α, με α­να­φο­ρές σε γε­γο­νό­τα α­πό τη ζω­ή του που πε­ρι­λαμ­βά­νει και βιώ­μα­τα φί­λων και συγ­γε­νών του. Εί­ναι η ι­στο­ρί­α ε­νός παι­διού που σε πο­λύ νε­α­ρή η­λι­κί­α α­να­γκά­ζε­ται να με­γα­λώ­σει α­πό­το­μα και να α­να­λά­βει την ευ­θύ­νη της οι­κο­γένειάς του. Κα­τα­φέρ­νει να ξε­φύ­γει α­πό τη φρί­κη της γε­νο­κτο­νί­ας και στη συ­νέχεια χτί­ζει έ­να κα­λύ­τε­ρο μέλ­λον για τον ί­διο και τους δι­κούς του με σκλη­ρή δου­λειά και ε­πι­μο­νή, βο­η­θού­με­νος α­πό τη μόρ­φω­σή του.

Θα θέ­λα­τε να γρά­ψε­τε έ­να δι­κό σας βι­βλί­ο και με ποιο θέ­μα;

Θα μου ά­ρε­σε πο­λύ να γρά­ψω έ­να βι­βλί­ο, αλ­λά δυστυ­χώς δεν κλη­ρο­νό­μη­σα ού­τε το τα­λέ­ντο ού­τε και τη φα­ντα­σί­α της μη­τέ­ρας μου…

Πώς νιώ­θε­τε τώ­ρα που το βι­βλί­ο κυ­κλο­φο­ρεί και στα Ελ­λη­νι­κά;

Αι­σθά­νο­μαι με­γά­λη χα­ρά και συ­γκί­νη­ση, αλ­λά και θλί­ψη που δεν ζουν οι γο­νείς μου για να χα­ρούν μα­ζί μου.

Λυ­πά­μαι που δεν μου δό­θη­κε η ευ­και­ρί­α να το κά­νω νω­ρί­τε­ρα. Τα θε­τι­κά σχό­λια των φί­λων που το διά­βα­σαν μου ή­ταν μια ευ­χά­ριστη έκ­πλη­ξη και τους ευ­χα­ρι­στώ.