Τζικ Νακασιάν Εκτύπωση


Στον Aγκόπ Μπαρσαμιάν

Απρίλιος-Ιούνιος 2012 Τεύχος 73

 

 

«Θέ­λω να ζω το τώ­ρα, να γρά­φω

αυ­θόρ­μη­τα αυ­τό που νιώ­θω»

 


Η ευαι­σθη­σί­α και το τα­λέ­ντο εί­ναι α­πα­ραί­τη­τα στοι­χεί­α για έ­ναν καλ­λι­τέχνη. Ο συν­θέ­της Τζικ Να­κα­σιάν, έ­χο­ντας σπου­δαί­ες με­λω­δί­ες και συ­νερ­γα­σί­ες στο ε­νερ­γη­τι­κό του, πα­ρα­μέ­ρι­σε τα κλι­σέ και τις τυ­πο­ποι­η­μέ­νες συ­ντα­γές ε­πι­τυ­χί­ας, α­κο­λου­θώ­ντας την α­λή­θεια της ψυ­χής του για να βρει την ε­πι­τυχί­α, ό­πως ο ί­διος πι­στεύ­ει. Δεν νο­μί­ζω πως έ­κα­νε λά­θος. Η ε­πι­τυ­χί­α δεν εί­ναι φώ­τα και προ­βο­λή. Αυ­τά κά­ποια στιγ­μή σβή­νουν. Η ε­πι­τυ­χί­α εί­ναι να βγά­ζεις α­πό μέ­σα σου ό­λα ό­σα νιώ­θεις, τη δι­κή σου α­λή­θεια. Σε συν­δυα­σμό με το τα­λέντο εί­ναι σί­γου­ρο ό­τι θα αγ­γί­ξεις τις καρ­διές των άλ­λων. Αυ­τή εί­ναι η ου­σί­α.

Ο Τζικ μέ­σα α­πό τα τρα­γού­δια του εκ­φρά­ζει αυ­τόν τον ευαί­σθη­το άν­θρω­πο που γνώ­ρι­σα α­πό κο­ντά. Σε μια ε­πο­χή που -δυ­στυ­χώς- ό­λα έ­χουν ι­σο­πε­δω­θεί, υ­πάρ­χουν α­κό­μα τέ­τοιες με­λω­δί­ες που σε τα­ξι­δεύ­ουν σε μια πιο α­λη­θι­νή ζω­ή. Με­τά α­πό πο­λύ­χρο­νη α­που­σί­α, ο καλ­λι­τέ­χνης πρό­σφα­τα κυ­κλο­φό­ρη­σε τον πρώ­το προ­σω­πι­κό του δί­σκο «Χρό­νια α­σι­δέ­ρωτα». Με αυ­τή την α­φορ­μή ο ί­διος μί­λη­σε στα «Αρ­με­νι­κά» για ό­λα: για τις δι­σκογρα­φι­κές, την οι­κο­νο­μι­κή και κοι­νω­νι­κή κρί­ση, την αρ­με­νι­κή μου­σι­κή και τη σχέ­ση του με την πα­ροι­κί­α κ.ά.

 

Πο­ρεί­α και ση­μα­ντι­κοί σταθ­μοί

 

Ο Τζικ γεν­νή­θη­κε στην Α­θή­να. Το έμ­φυ­το τα­λέ­ντο του στη μου­σι­κή φά­νη­κε α­πό τη μι­κρή του η­λι­κί­α, α­φού στα 17 του χρό­νια εί­χε ή­δη συν­θέ­σει περί­που 160 τρα­γού­δια, χω­ρίς καν να έ­χει μου­σι­κές γνώ­σεις. Αρ­γό­τε­ρα ω­στό­σο α­ποφοί­τη­σε α­πό το Ω­δεί­ο Α­θη­νών με δι­πλώ­μα­τα αρ­μο­νί­ας, ε­νορ­χή­στρω­σης, φού­γκα και διεύ­θυν­ση ορ­χή­στρας. Α­πό το 1975 εκ­προ­σω­πεί την Ελ­λά­δα σε διά­φο­ρες εκ­δηλώ­σεις. Το 1980 η σύν­θε­ση του «Ω­ΤΟ­ΣΤΟΠ» με ερ­μη­νεύ­τρια την Άν­να Βίσ­ση συμ­με­τεί­χε στη Γιου­ρο­βί­ζιον στη Χά­γη με διευ­θυ­ντή ορ­χή­στρας τον ί­διο, ε­νώ α­πό το 1978 έ­ως το 1991 συ­νερ­γά­στη­κε με την ορ­χή­στρα της ΕΡ­Τ έ­χο­ντας τη διεύ­θυν­ση ύ­στε­ρα α­πό προ­τρο­πή του Μά­νου Χα­τζη­δά­κι. Στη μα­κρά καλ­λι­τε­χνι­κή του πο­ρεί­α έ­χει γρά­ψει μου­σι­κή για θε­α­τρι­κά έρ­γα, μιού­ζι­καλ, ε­νώ έ­χει κά­νει ε­νορ­χη­στρώ­σεις για τη­λε­ο­πτι­κές πα­ρα­γω­γές της ΕΡ­Τ. Έ­χει η­χο­γρα­φή­σει 32 άλ­μπουμ με τρα­γού­δια που έ­χουν ερ­μη­νεύ­σει οι Α. Κα­νε­λί­δου, Γ. Πουλό­που­λος, Μ. Ζορ­μπα­λά, Πα­σχά­λης κ.ά.. Ε­πί­σης, έ­χει συ­νερ­γα­στεί με τους Μπι­θικώ­τση, Μη­τσιά, Τσα­να­κλί­δου, Πα­πα­κων­στα­ντί­νου κ.ά.. Πρό­σφα­τα, κυ­κλο­φό­ρη­σε ο πρώ­τος προ­σω­πι­κός του δί­σκος με τί­τλο «Χρό­νια α­σι­δέ­ρω­τα».

 

Βρί­σκε­σαι στο μου­σι­κό προ­σκή­νιο αρ­κε­τά χρό­νια έ­χο­ντας ε­μπειρί­α ως συν­θέ­της, διευ­θυ­ντής ορ­χή­στρας, αλ­λά και πολ­λές συ­νερ­γα­σί­ες στο ενερ­γη­τι­κό σου. Πι­στεύ­εις ό­τι α­ξιο­λο­γή­θη­κες δί­καια; Θε­ω­ρείς ό­τι ο­λο­κλη­ρώθη­κες ως άν­θρω­πος και ως μου­σι­κός σε ό­λη αυ­τή την καλ­λι­τε­χνι­κή σου πο­ρεία;


Πραγ­μα­τι­κά πολ­λοί τρα­γου­δι­στές και μου­σι­κοί με ε­κτι­μούν ι­διαί­τε­ρα. Αισθά­νο­μαι ό­τι βά­σει των προ­δια­γρα­φών μου, δη­λα­δή την ε­πι­μο­νή και ερ­γα­τι­κό­τητά μου, δεν με «χρη­σι­μο­ποί­η­σαν» έ­τσι ό­πως θα έ­πρε­πε. Θε­ω­ρώ πως ε­πει­δή ή­μουν στο χώ­ρο της τζαζ-ποπ, γε­νι­κά της ε­λα­φριάς μου­σι­κής δεν εί­χα την ί­δια α­ντι­με­τώ­πι­ση με αυ­τούς που εκ­προ­σω­πού­σαν το λα­ϊ­κό πε­ντά­γραμ­μο. Ε­κεί, η προ­ώθη­ση των ε­ται­ρειών εί­ναι δια­φο­ρε­τι­κή. Δεν πή­ρα αυ­τό που μου α­νή­κε α­να­λογι­κά με την πο­ρεί­α μου. Ί­σως το λέ­ω με πι­κρί­α, αλ­λά αυ­τό με έ­κα­νε πιο δυ­να­τό, ώστε να δου­λέ­ψω α­κό­μα πιο σκλη­ρά για να βο­η­θή­σω τον ε­αυ­τό μου. Πι­στεύ­ω ό­τι ο άν­θρω­πος πρέ­πει να βελ­τιώ­νε­ται διαρ­κώς.

 

Πρό­σφα­τα κυ­κλο­φό­ρη­σε το νέ­ο σου cd «Χρό­νια α­σι­δέ­ρω­τα». Πες μας λί­γα πράγ­μα­τα για αυ­τή τη δου­λειά. Ή­ταν μια ε­σω­τε­ρι­κή σου α­νά­γκη, μια ε­πι­θυ­μί­α να εκ­φρά­σεις τον Τζικ;


Η σύν­θε­ση των τρα­γου­διών, η ε­νορ­χή­στρω­ση και γε­νι­κώς η πα­ρα­γω­γή του cd ή­ταν μια προ­σω­πι­κή δου­λειά. Φυ­σι­κά, έ­χω κάποιους συ­νερ­γά­τες που α­να­γρά­φο­νται στο cd, το ο­ποί­ο εί­ναι α­πο­τέ­λε­σμα σκλη­ρής δου­λειάς που δι­ήρ­κη­σε σχε­δόν 8 χρό­νια. Έ­χει βιω­μα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα και με εκ­φρά­ζει α­πό­λυ­τα. Δεν εί­μαι ε­παγ­γελ­μα­τίας στι­χουρ­γός και δεν α­κο­λου­θώ κλι­σέ ού­τε τυ­πο­ποι­η­μέ­νες συ­ντα­γές. Πά­ντα ή­θε­λα οι στί­χοι μου να εκ­φρά­ζουν ό­λο το φά­σμα των η­λι­κιών γι’ αυ­τό -αν προσέ­ξεις- έ­χουν κοι­νω­νι­κό χα­ρα­κτή­ρα και σο­βα­ρό­τη­τα. Στο άλ­μπουμ υ­πάρ­χουν ακού­σμα­τα α­πό τη δε­κα­ε­τί­α του ’60 έ­ως και το 2010. Κυ­κλο­φο­ρεί σε μια δύ­σκο­λη επο­χή που ου­σια­στι­κά δεν υ­πάρ­χουν δι­σκο­πω­λεί­α και δι­σκογρα­φι­κές ε­ται­ρεί­ες. Δεν εί­μαι δή­θεν. Δεν με στή­ρι­ξε κα­νέ­νας α­πό τις ε­ται­ρεί­ες, διό­τι δεν α­κο­λού­θη­σα τα λα­ϊ­κά μο­νο­πά­τια που συ­νή­θως προ­ω­θού­σαν. Είμαι ό­μως ευ­χα­ρι­στη­μέ­νος διό­τι κά­νω αυ­τό που με εκ­φρά­ζει, αυ­τό που εί­μαι πραγ­μα­τι­κά. Ε­ξω­τε­ρι­κεύ­ω την α­λή­θειά μου.

 

Τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια η πο­ρεί­α και η βιω­σι­μό­τη­τα των δι­σκο­γραφι­κών εί­ναι γνω­στή. Η μου­σι­κή βιο­μη­χα­νί­α εί­ναι σκλη­ρή και α­ντα­γω­νι­στι­κή. Πι­στεύ­εις πως η νέ­α δου­λειά σου μι­λά­ει στις ψυ­χές και τις α­νά­γκες του κόσμου; Πώς θα την α­ντι­με­τώ­πι­ζαν οι ε­κά­στο­τε ε­ται­ρεί­ες;


Φυ­σι­κά η μου­σι­κή βιο­μη­χα­νί­α εί­ναι πο­λύ σκλη­ρή. Βλέ­πεις πολ­λές φο­ρές αν­θρώ­πους που προ­ω­θού­νται και γί­νο­νται γνω­στοί, χω­ρίς ό­μως να το α­ξί­ζουν. Μια δου­λειά σαν τη δι­κιά μου σί­γου­ρα θα την εί­χαν α­πορ­ρί­ψει. Ως προς τον κό­σμο τώ­ρα, αυ­τό που ει­σέ­πρα­ξα α­πό τις τε­λευ­ταί­ες εμ­φα­νί­σεις μου εί­ναι ό­τι το κοι­νό α­ντι­με­τώ­πι­σε τα νέ­α μου κομ­μά­τια θε­τι­κά και με ει­λι­κρί­νεια. Δε­κα­πέντε δια­φο­ρε­τι­κά τρα­γού­δια κοι­νω­νι­κά, ε­ρω­τι­κές μπα­λά­ντες, τρα­γού­δια με blues στοι­χεί­α, ά­γνω­στα… Ό­μως παρ’ ό­λα αυ­τά φαί­νε­ται πως έ­χουν α­πή­χη­ση. Σε ό­λα αυ­τά έ­χω βά­λει την ψυ­χή μου, το πά­θος μου, γι’ αυ­τό άλ­λω­στε πι­στεύ­ω πως υ­πάρ­χει α­ντα­πό­κρι­ση. Ο κό­σμος πλέ­ον εί­ναι πιο α­νοι­χτός σε νέ­α α­κού­σμα­τα. Ο σκοπός μου εί­ναι να παί­ζω σε διά­φο­ρους χώ­ρους για να γνω­ρί­σει το κοι­νό τη μουσι­κή μου, τα τρα­γού­δια μου, ε­μέ­να.

 

Δια­νύ­ου­με μια ε­πο­χή πα­γκό­σμιας κρί­σης που για μέ­να δεν εί­ναι μό­νο οι­κο­νο­μι­κής αλ­λά κρί­σης α­ξιών. Ό­λες αυ­τές οι κοι­νω­νι­κές α­να­τρο­πές φθεί­ρουν τον άν­θρω­πο πο­λι­τι­σμι­κά. Ο­φεί­λου­με ό­λοι να κά­νου­με αυ­το­κρι­τι­κή και να ε­πι­ση­μά­νου­με τα λά­θη μας. Ποιος θα εί­ναι ο α­πό­η­χος αυ­τών των ε­ξε­λίξε­ων; Τι ι­σχύ­ει σε ό,τι α­φο­ρά τη μου­σι­κή και γε­νι­κό­τε­ρα τον πο­λι­τι­σμό;


Αιώ­νες πριν α­πό την αρ­χαιό­τη­τα υ­πήρ­χαν σκο­τει­νά ση­μεί­α και ε­πο­χές με α­νάλο­γες κα­τα­στά­σεις που ο­δη­γού­σαν σε κα­θί­ζη­ση των α­ξιών. Δυ­στυ­χώς, δια­νύ­ουμε μια α­ντί­στοι­χη ε­πο­χή. Η ι­στο­ρί­α έ­χει α­πο­δεί­ξει πως με­τά α­πό έ­να με­γά­λο κα­τή­φο­ρο ο­δη­γού­μα­στε σε έ­να νέ­ο ξε­κί­νη­μα που βά­ζει προ­ϋ­πο­θέ­σεις για α­νάπτυ­ξη και δη­μιουρ­γί­α σε ό­λους τους το­μείς και ει­δι­κά στον πο­λι­τι­σμό. Αν υπάρ­χει κά­τι που ξε­χω­ρί­ζει έ­ναν λα­ό εί­ναι ο πο­λι­τι­σμός του. Λα­ός χω­ρίς πολι­τι­σμό, εί­ναι λα­ός χω­ρίς ταυ­τό­τη­τα και ι­στο­ρί­α. Το πιο ση­μα­ντι­κό εί­ναι ότι κά­θε άν­θρω­πος με αυ­τό που εί­ναι και με ό­σα πι­στεύ­ει, προ­σφέ­ρει στον πο­λιτι­σμό, εί­τε έ­χο­ντας κοι­νω­νι­κά εί­τε ε­θνι­κά α­κού­σμα­τα. Ε­γώ προ­σω­πι­κά γρά­φω για πιο κα­θη­με­ρι­νά πράγ­μα­τα. Θέ­λω να ζω το τώ­ρα, να γρά­φω αυ­θόρ­μη­τα αυ­τό που νιώ­θω, που εί­ναι συ­νή­θως α­πλά πράγ­μα­τα. Για πα­ρά­δειγ­μα, αυ­τό που περ­νά­ω σε μια σχέ­ση ή κά­τι που μου συ­νέ­βη σή­με­ρα, χω­ρίς να θέ­λω βγαί­νει και στα τρα­γού­δια μου, τον ή­χο, το στί­χο μου.

 

Ποια εί­ναι η σχέ­ση σου με την αρ­με­νι­κή μου­σι­κή; Εί­χες πο­τέ ε­παφή με τις δρα­στη­ριό­τη­τες της ε­δώ αρ­με­νι­κής πα­ροι­κί­ας;


Με­γά­λω­σα α­κού­γο­ντας το α­με­ρι­κα­νι­κό ΤΟΡ του 1968-80. Μέ­σα μου εί­χα πά­ντα τα blues, την τζαζ, την ποπ. Γι’ αυ­τό και πά­ντα έ­γραφα μο­ντέρ­να μου­σι­κή με α­νά­λο­γα στοι­χεί­α. Δεν μπο­ρού­σα να υ­ιο­θε­τή­σω την ανα­το­λί­τι­κη μου­σι­κή. Οι α­να­το­λί­τι­κες κλί­μα­κες δεν χω­ρά­νε και δεν έ­χουν ζυμω­θεί στην ψυ­χή μου.

Φυ­σι­κά και έ­χω δια­βά­σει την αρ­με­νι­κή ι­στο­ρί­α και νιώ­θω διαρ­κώς να καί­ει αυ­τή η φλό­γα μέ­σα μου. Εί­μα­στε έ­νας πονε­μέ­νος λα­ός, έ­νας λα­ός που λό­γω γε­ω­γρα­φι­κής θέ­σης έ­χει υ­πο­φέ­ρει α­πό πολλούς κα­τα­κτη­τές. Παρ’ ό­λα αυ­τά δια­κρι­νό­μα­στε σε πα­γκό­σμιο ε­πί­πε­δο λό­γω της ερ­γα­τι­κό­τη­τας και του ση­μα­ντι­κού πο­λι­τι­σμού μας.

Στε­να­χω­ριέ­μαι ό­ταν βλέ­πω να εί­ναι πο­λι­τι­κά δια­χω­ρι­σμέ­να κά­ποια πράγ­ματα στην πα­ροι­κί­α μας ή ό­ταν πολ­λές φο­ρές ο­ρι­σμέ­νοι άν­θρω­ποι κά­νουν αυ­τοε­πί­δει­ξη. Δεν έ­χου­με κά­τι να μοι­ρά­σου­με. Αυ­τή η κα­τάστα­ση α­νέ­κα­θεν με ε­νο­χλού­σε και δεν με βο­ή­θη­σε να συ­να­να­στρα­φώ με αν­θρώ­πους της πα­ροι­κί­ας. Κα­λό εί­ναι ό­λοι να κα­τα­λά­βουν πως πρέ­πει να εί­μα­στε α­γκα­λια­σμέ­νοι, να βα­δί­ζου­με χέ­ρι-χέρι.