| Ιγνάτιος Μαλογιάν - Iερομάρτυρας της Γενοκτονίας |
|
|
Ζακ Νταματιάν Προσφάτως, ο αποθανών Πάπας Φραγκίσκος ενέκρινε την αγιοποίηση του Αρχιεπισκόπου Ιγνάτιου Μαλογιάν, τιμώντας τον για την πίστη και τον μαρτυρικό του θάνατο στη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1915. Ήταν το επιστέγασμα μιας μεταθανάτιας τιμητικής διαδικασίας που ξεκίνησε το 2001, όταν ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ τον κατέταξε στους Μακαριστούς της Καθολικής Εκκλησίας. Ο Ιγνάτιος Μαλογιάν γεννήθηκε το 1869 στο Μαρντίν του Ντιαρμπεκίρ της ιστορικής Αρμενίας, με το κοσμικό όνομα Σιουκραλάχ. Ως τέκνο ευσεβούς οικογένειας, μαθητεύει στο τοπικό εκκλησιαστικό σχολείο. Το 1883, ο Αρχιεπίσκοπος Μελκόν Ναζαριάν, διακρίνοντας τα χαρίσματά του, τον κατευθύνει στη μονή Ζμαρ του Λιβάνου. Ο νεαρός Μαλογιάν, παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, μελετά με ζήλο φιλοσοφία και θεολογία. Σε ηλικία 17 ετών χειροτονείται ιερέας, επιλέγοντας το πνευματικό όνομα Ιγνάτιος, προς τιμήν του ομώνυμου ιερομάρτυρα εξ Αντιοχείας. Άριστος γνώστης της τουρκικής και της αραβικής γλώσσας, μετά τον Λίβανο συνεχίζει το σπουδαίο ιεραποστολικό του έργο σε Κάιρο και Αλεξάνδρεια, όπου και μελετά τα ιερά κείμενα. Για ένα διάστημα υπηρετεί ως γενικός γραμματέας της Αρμενικής Καθολικής Εξαρχίας της Κωνσταντινούπολης, όπου και λαμβάνει τον τίτλο του Σεβασμιότατου. Το 1911, με απόφαση της Εθνικής Ιεράς Συνόδου της Αρμενικής Καθολικής Εκκλησίας στο Βατικανό, αποστέλλεται στη γενέτειρά του και χρίζεται Αρχιεπίσκοπος. Υπό την εξουσία των Νεότουρκων, το έργο του Πατέρα Ιγνάτιου είναι δύσκολο. Τον Απρίλιο του 1915 παρασημοφορείται από την κυβέρνησή τους για τη φιλανθρωπική του δράση, ενώ κυκλοφορούν οι πρώτες ειδήσεις για τις διώξεις κατά Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη και αλλού. Ο ίδιος αντιλαμβάνεται ότι τα μαύρα σύννεφα πυκνώνουν πάνω από το ποίμνιό του. Και πράγματι, τον Ιούνιο του ίδιου έτους έρχεται η σειρά των Αρμενίων του Μαρντίν. Ο Δομηνικανός μοναχός Γιασέντ Σιμόν, στο βιβλίο του «Μαρντίν, ηρωική πόλη», καθώς και ο Σύριος ιερέας Ισχάκ Αρμαλέν μάς μεταφέρουν φρικιαστικές εικόνες από τον εκτοπισμό των χριστιανών κατοίκων της πόλης. Την απάνθρωπη επιχείρηση αναλαμβάνει να εκτελέσει ο αστυνομικός διοικητής Μαχμούτ Μπέης. Οι αρχές προσπαθούν να εκμαιεύσουν την ψευδομαρτυρία κάποιου Σαρκίς ότι δήθεν οι Αρμένιοι έχουν κρυμμένα όπλα. Αυτός όμως αρνείται να προσυπογράψει το σχετικό έγγραφο, παρότι υπόκειται σε βασανιστήρια και τελικά θανατώνεται. Ξεκινούν ανακρίσεις και έρευνες σε εκκλησίες, εγκαταστάσεις και κατοικίες Αρμενίων. Όπλα, όμως, δεν υπάρχουν. Ο Πατέρας Ιγνάτιος αντιτάσσει το παράσημο, συνοδευόμενο από το αντίστοιχο σουλτανικό φιρμάνι, ως δείγμα αφοσίωσης στο κράτος. Οι Τούρκοι τον υποβάλλουν σε φάλαγγα, του ξεριζώνουν τα νύχια των ποδιών και τον ρίχνουν στη φυλακή. Ο ίδιος κρύβει επιμελώς τα σημάδια από τη μητέρα του όταν αυτή τον επισκέπτεται. Την παρηγορεί και απλώς της ζητά να του φέρει φαρδιά παπούτσια. Ο Πατέρας Ιγνάτιος διαισθάνεται την πορεία θανάτου που πρόκειται να ακολουθήσει, προς το Ντικρανακέρτ. Οι Αρμένιοι οδηγούνται στην ύπαιθρο. Εξευτελισμοί, πλιάτσικο και εξόντωση με διάφορους τρόπους, ώστε να γίνεται οικονομία στη χρήση των πυρομαχικών. Οι ιερείς βαδίζουν αλυσοδεμένοι. Το καραβάνι του Πατέρα Ιγνάτιου αριθμεί 417 άτομα. Εκτός από Αρμένιους, περιλαμβάνει επίσης λαϊκούς και κληρικούς διαφόρων εθνοτήτων και δογμάτων, Λατίνους, Ασσύριους κ.ά. Βλέποντας το τέλος να πλησιάζει, ο Αρχιεπίσκοπος εκφράζει μία τελευταία επιθυμία, η οποία γίνεται αποδεκτή από τον Μαχμούτ Μπέη. Ευλογεί τον άρτο και τον διανέμει στους πιστούς, ως Θεία Κοινωνία. Οι αρχές δίνουν μία τελευταία ευκαιρία στους εκτοπισμένους να ασπαστούν το ισλάμ με αντάλλαγμα τη ζωή τους. Άπαντες, όμως, με προεξάρχοντα τον Πατέρα Ιγνάτιο, επιλέγουν να θυσιαστούν ως χριστιανοί. Οι Τούρκοι οπλίτες διηγούνται μια ιδιαίτερη εικόνα: Ένα πυκνό σύννεφο φωτός σκέπασε το «τάγμα των μαρτύρων του Χριστού», ώστε να το κρύψει από τα μάτια τους. Μια ευωδία αναδύθηκε στην ατμόσφαιρα. Ένιωθαν μια ευχάριστη διάθεση ως επίδοξοι ιερομάρτυρες. Άπαντες εκτελούνται, και ο Πατέρας Ιγνάτιος αναφωνεί «Πού είναι τα παιδιά μου;». Ο Μαχμούτ Μπέης του προτείνει για άλλη μία φορά να αλλαξοπιστήσει και αυτός να του χαρίσει τη ζωή. Και πάλι όμως έρχεται αντιμέτωπος με την ισχυρή θέληση και αδιασάλευτη πίστη του ιεράρχη. Του ζητά για τελευταία φορά να αποκαλύψει πού είναι κρυμμένα τα όπλα. Ο Πατέρας Ιγνάτιος τον λοιδορεί: «Εάν είχα βόμβες, θα επέτρεπα να κάνεις αυτό στα παιδιά μου;». Ήταν τα τελευταία του λόγια πριν τον εκτελέσει ο Τούρκος αστυνόμος με το υπηρεσιακό του περίστροφο. Τον Οκτώβριο του 2001, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄, ενώπιον πλήθους πιστών στο Βατικανό, ανακοινώνει την κατάταξη του Πατέρα Ιγνάτιου στους Μακαριστούς, τιμώντας και την Αρμενική Εκκλησία για τα 1.700 χρόνια από την ίδρυσή της. Ακολούθως, την ίδια χρονιά, στη μονή Ζμαρ του Λιβάνου μια αίθουσα μετατρέπεται σε μουσείο αφιερωμένο στον ιερομάρτυρα Αρχιεπίσκοπο, όπου εκτίθενται προσωπικά του αντικείμενα και επιστολές. Από το 2003, η προτομή του κοσμεί την είσοδο του μουσείου. Πηγή: Wikipedia, Vatican News |