Παρσέχ Πιπεριάν Εκτύπωση

Ο αρ­μέ­νιος ο­πλί­της που έ­πεσε στην Κύπρο το 1974 

Μάικ Τσιλιγκιριάν

Αρμενικά Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2013 τεύχος 79

Στις 16 Αυ­γού­στου του 1974, την πε­ρί­ο­δο της τουρ­κι­κής ει­σβο­λής στην Κύ­προ, ο στρα­τιώ­της Μη­χα­νι­κού της ΕΛ­ΔΥΚ, Παρ­σέχ Πι­πε­ριάν έ­πε­σε μα­χό­με­νος η­ρω­ι­κά, στις πο­λε­μι­κές ε­πι­χει­ρή­σεις πλη­σί­ον της Λευ­κω­σί­ας. Για τον Παρ­σέχ δεν έ­χουν ειπωθεί ού­τε γρα­φτεί πολ­λά, ί­σως ε­πει­δή η οι­κο­γέ­νειά του πο­τέ δεν διεκ­δί­κη­σε δάφνες και προ­τί­μη­σε να κρα­τή­σει χα­μη­λούς τό­νους, πα­ρά το μέ­γε­θος της θυ­σί­ας του. Την ερ­χό­με­νη χρο­νιά συμπλη­ρώ­νο­νται 30 χρό­νια α­πό την τουρ­κική ει­σβο­λή, θε­ω­ρού­με χρέ­ος να α­να­φερ­θού­με στην ι­στο­ρί­α του Παρ­σέχ Πι­πε­ριάν. Εμείς συνα­ντή­σα­με την α­δελ­φή του Βι­κτό­ρια και πα­ρα­θέ­του­με με­ρι­κά εν­δια­φέ­ρο­ντα απο­σπά­σμα­τα α­πό τη συ­ζή­τη­ση που α­κο­λού­θη­σε.

H οι­κο­γέ­νειά μας κα­τά­γε­ται α­πό την Κιου­τά­χεια της Μι­κράς Α­σί­ας και α­σχο­λού­νταν με την καλ­λιέρ­γεια και ε­πε­ξερ­γα­σί­α της πι­πε­ριάς α­πό ό­που προ­έ­κυ­ψε και το ε­πώ­νυ­μό μας. Οι Αρμέ­νιοι της πε­ριο­χής εί­ναι πα­γκο­σμί­ως γνω­στοί για την ι­διαί­τε­ρη τε­χνο­τρο­πί­α και αι­σθη­τι­κή τους στην κε­ρα­μι­κή.

Ο πα­τέ­ρας μου ήρ­θε στην Ελ­λά­δα πο­λύ μι­κρός και α­σχο­λήθη­κε με την τέ­χνη αυ­τή.

Άρ­χι­σε να ερ­γά­ζε­ται σε έ­να α­πό τα ερ­γα­στή­ρια κε­ρα­μι­κής που α­νοί­ξα­νε στα τέ­λη της δε­κα­ε­τί­ας του ’20, στο Φά­λη­ρο και το Μα­ρού­σι. Ζω­γρά­φι­ζε κε­ρα­μι­κά δί­πλα στον θεί­ο του, τον Αγκόπ Κα­ρα­μπα­τζα­κιάν, ε­ξαίρετο καλ­λι­τέ­χνη, έρ­γα του ο­ποί­ου ε­κτί­θε­νται σή­με­ρα στην Βου­λή. Ό­ταν τα ερ­γα­στή­ρια έ­παυσαν να λει­τουρ­γούν στη διάρ­κεια της κα­το­χής, ά­νοι­ξε μπα­κά­λι­κο στο Δουρ­γού­τι, στα «Ι­τα­λι­κά». Τα παι­δι­κά μας χρό­νια τα πε­ρά­σα­με ε­κεί. Μέ­να­με α­πέ­να­ντι α­πό την αρμε­νι­κή Κα­θο­λι­κή εκ­κλη­σί­α, στην ο­δό Ρε­νέ Πυώ.

Ο πα­τέ­ρας μου ή­ταν άν­θρω­πος της εκ­κλη­σί­ας. Μπο­ρεί να μην ή­ταν πλού­σιος, ω­στό­σο ζού­σα­με σχε­τι­κά ά­νε­τα. Ήμα­σταν μια α­γα­πη­μέ­νη οι­κο­γέ­νεια χω­ρίς ι­διαί­τε­ρα προ­βλή­μα­τα.

Στον α­δελ­φό μου ά­ρε­σε ο α­θλη­τι­σμός, ή­ταν μέ­λος της ο­μά­δας μπά­σκετ και βό­λε­ϊ της Αρ­με­νι­κής, φοί­τη­σε στο αρ­με­νι­κό σχο­λείο, ή­ταν δε­μέ­νος με την κοι­νό­τη­τα και συμμετείχε σε διά­φο­ρες δρα­στη­ριό­τη­τες.  

Δυ­στυ­χώς, η νε­ό­τη­τά μας συ­νέ­παι­σε χρό­νι­κα με την πε­ρί­οδο της Χού­ντας. Δεν μπο­ρού­σα­με να εκ­φρα­στού­με ε­λεύ­θε­ρα. Η κατά­στα­ση ή­ταν τρα­γι­κή, ι­διαί­τε­ρα για ε­μάς τους νέ­ους.

Ε­κεί­νη την ε­πο­χή ή­ταν που ο Παρ­σέχ πα­ρου­σιά­στη­κε στον στρα­τό, αν και τό­τε, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Αρμέ­νιοι δεν υ­πη­ρε­τού­σαν, ό­πως και ο με­γά­λος μου α­δελ­φός. Η κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα των στρα­τιω­τών στα στρα­τό­πε­δα ή­ταν α­φό­ρη­τη, η ψυ­χο­λο­γι­κή και σω­μα­τι­κή βία ή­ταν κα­θη­με­ρινή.

Ο Παρ­σέχ ή­ταν α­νοι­χτό­μυα­λος, με ε­λεύ­θερο πνεύ­μα. Ε­πει­δή ή­ταν ι­δε­ο­λό­γος ζή­τη­σε να με­τα­τε­θεί στην Κύ­προ και να πο­λε­μή­σει κα­τά των Τούρ­κων. Στην εύ­λο­γη απο­ρί­α μου για αυ­τήν την ξαφ­νι­κή του α­πό­φα­ση α­πά­ντη­σε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «έ­τσι ό­πως εί­ναι τα πράγ­μα­τα ε­δώ θα με βά­λουν να σκο­τώσω τον α­δελ­φό μου. Του­λά­χι­στον στην Κύ­προ ε­άν εί­ναι να σκο­τώ­σω κά­ποιον, αυ­τός θα εί­ναι ο ε­χθρός...».

Ο Παρ­σέχ εί­χε έ­ντο­να πα­τριω­τι­κά αι­σθή­μα­τα και θε­ω­ρούσε ό­τι έ­χει έ­να χρέ­ος να ξε­πλη­ρώ­σει α­πένα­ντι στις οι­κο­γέ­νειες των γο­νιών μας, που και οι δύ­ο ξε­κλη­ρί­στη­καν στη Γε­νο­κτο­νί­α. Τε­λι­κά τον ε­πέ­λε­ξαν να πά­ει να πο­λε­μή­σει στην Κύ­προ. Μια μέ­ρα μου τη­λε­φώ­νη­σε και α­νέ­φε­ρε ό­τι «εί­ναι κα­λά, να μην α­νη­συ­χού­με και ό­τι εί­ναι πο­λύ πε­ρή­φα­νος που κα­τά­φε­ρε να πά­ρει το αί­μα του πί­σω… για τους παπ­πού­δες μας....».

Έ­χου­με βά­σι­μες πλη­ρο­φο­ρί­ες α­πό έ­ναν φί­λο του και μί­α νο­σο­κό­μα ό­τι ο Παρ­σέχ τραυ­μα­τί­στη­κε και νο­ση­λεύ­τη­κε στο 401 στρα­τιω­τι­κό νο­σο­κο­μεί­ο στην Α­θή­να, το κα­λο­καί­ρι του ‘74, κα­θώς εί­χα­με χά­σει ε­πα­φή μα­ζί του. Στις 15 Αυ­γού­στου έ­λη­ξε ο πό­λε­μος και έ­γινε ε­κε­χει­ρί­α. Κα­τά τη διάρ­κειά της, οι Τούρ­κοι πε­ρι­κύ­κλω­σαν το στρα­τόπε­δο της ΕΛ­ΔΥΚ και ε­πι­τέ­θη­καν με βα­ρύ ο­πλι­σμό και ε­μπρη­στι­κές βόμ­βες. Δεν έ­γι­νε μά­χη. Τα παι­διά μας κά­η­καν σαν τα πο­ντί­κια, διό­τι λόγω της ε­κε­χει­ρί­ας δεν πε­ρί­με­ναν ε­πίθε­ση. Α­πό ε­κεί­νη την η­μέ­ρα τη­λε­φω­νού­σα­με κα­θη­με­ρι­νά στη διοί­κη­ση για να μά­θουμε νέ­α για τον α­δελ­φό μου. Η μό­νη α­πά­ντη­ση ή­ταν: «...δεν εί­ναι σε κα­μία λί­στα. Ού­τε στους θα­νό­ντες, ού­τε στους α­γνο­ουμέ­νους, ού­τε στους τραυ­μα­τί­ες, Ά­ρα εί­ναι κα­λά...».

Στις 20 Αυ­γού­στου γέν­νη­σε η νύ­φη μου και εμείς πα­νη­γυ­ρί­ζαμε το τέ­λος του πο­λέ­μου. Πι­στεύ­α­με ό­τι ο Παρ­σέχ ζού­σε και θα ε­πέ­στρε­φε σύ­ντο­μα! Τε­λι­κά, στις 24 του μη­νός ε­νη­με­ρω­θή­κα­με για τον θά­να­τό του. «Έ­πε­σε μα­χό­με­νος υ­πέρ πί­στε­ως και πα­τρί­δος» μας εί­παν.

Τό­τε τα­ξί­δε­ψα στην Κύ­προ και δια­πί­στω­σα ό­τι εί­χε τα­φεί σε ομα­δι­κό τά­φο, σε ά­γνω­στη το­πο­θε­σί­α, α­πό την ει­ρη­νευ­τι­κή δύ­να­μη του Ο­Η­Ε που ή­ταν ε­πι­φορ­τι­σμέ­νη με την α­νταλ­λαγή των νε­κρών. Αυ­τό ή­ταν το με­γα­λύ­τε­ρο πλήγ­μα για την οικο­γέ­νειά μας. Ή­ταν γρα­φτό α­πό το Θε­ό ο Παρ­σέχ να θυ­σια­στεί στην Κύ­προ και ε­μείς, η οικο­γέ­νειά του, να μην έ­χου­με τη δυ­να­τό­τητα έ­στω να προ­σευ­χη­θού­με στο μνή­μα του.

Δεν γνω­ρί­ζου­με τις α­κρι­βείς συν­θή­κες των γε­γο­νό­των στο στρα­τό­πε­δο της ΕΛΔΥΚ κα­τά την τουρ­κι­κή ε­πί­θε­ση.

Σύμ­φω­να με φή­μες, ο Παρ­σέχ στη διάρ­κεια της ε­πί­θε­σης εί­πε στους συ­να­δέλ­φους του να ο­πι­σθο­χω­ρή­σουν για να γλι­τώ­σουν και πα­ρέ­μει­νε μό­νος με σκο­πό να κα­θυ­στε­ρή­σει την προ­έ­λα­ση του ε­χθρού. Στα λί­γα αυ­τά λε­πτά πριν πέ­σει η μοι­ραί­α βόμ­βα κα­τά­φε­ρε να ε­ξου­δετε­ρώ­σει κά­ποιους τούρ­κους στρα­τιώτες και έ­ναν α­ξιω­μα­τι­κό.

Κά­πο­τε ί­σως θα μά­θου­με τι α­κρι­βώς συ­νέ­βη ε­κεί τον Αύγου­στο του 1974.

Ε­μείς δεν θα ξε­χά­σου­με τα η­ρω­ι­κά αυ­τά παι­διά που θυ­σιά­στη­καν α­γω­νι­ζό­με­να ε­να­ντί­ον του Τούρ­κου κα­τα­κτη­τή.