Τζάκομο Λουίτζι Τσαμιτσιάν Εκτύπωση

Ο αρμένιος «προ­φή­της» της πρά­σι­νης ε­νέρ­γειας

 

Της Έ­λε­νας Κιουρ­κτσή

 

Πό­σοι εί­χαν την τι­μή να εί­ναι εν­νέ­α φο­ρές υ­πο­ψή­φιοι για το βρα­βεί­ο Νό­μπελ και τμή­μα Ι­τα­λι­κού Πα­νε­πι­στη­μί­ου να φέ­ρει το ό­νομά τους έ­ως σή­με­ρα; Και ό­μως, υ­πάρ­χει έ­νας μο­να­δι­κός άν­θρω­πος, ο αρ­με­νι­κής κα­τα­γω­γής Τζά­κο­μο Λου­ί­τζι Τσα­μι­τσιάν , κα­θη­γη­τής στην Μπο­λό­νια, πα­τέ­ρας της οι­κο­λο­γι­κής χρή­σης η­λια­κής ε­νέρ­γειας και πιο­νέ­ρος της σύγ­χρο­νης Φωτο­χη­μεί­ας,- του ο­ποί­ου οι α­να­κα­λύ­ψεις σε φυ­σι­κό και θε­ω­ρη­τι­κό ε­πί­πε­δο έ­φεραν την ε­πα­νά­στα­ση στην ε­πι­στή­μη. Ι­διο­φυ­ής πρω­το­πό­ρος για την ε­πο­χή του, ο Τσα­μι­τσιάν ερ­γά­στη­κε α­διά­λει­πτα ως κα­θη­γη­τής Πα­νε­πι­στη­μί­ου για 33 έ­τη και υ­πήρ­ξε μέ­λος της Ι­τα­λι­κής Γε­ρου­σί­ας. Τα ε­ξε­λι­κτι­κά μο­ντέ­λα με τα ο­ποί­α «ε­μπλού­τι­σε» την ορ­γα­νι­κή χη­μεί­α, δι­δά­σκο­νται και με­λε­τώ­νται μέ­χρι σή­με­ρα σε πα­γκό­σμιο ε­πί­πε­δο και ε­άν η αν­θρω­πό­τη­τα λάμ­βα­νε τα προ­φη­τι­κά του λό­για πιο σο­βα­ρά, εν­δε­χο­μέ­νως η κλι­μα­τι­κή κρί­ση και η υ­περ­θέρ­μαν­ση του πλα­νή­τη να μην α­πο­τε­λού­σαν μεί­ζον θέ­μα του σύγ­χρο­νου κό­σμου. 

Οι ρί­ζες του Τζά­κο­μο Λου­ί­τζι Τσα­μι­τσιάν βρί­σκο­νται αρ­κε­τά πί­σω στο χρό­νο, σε έ­να αρ­με­νι­κό μο­να­στή­ρι στη Βε­νε­τί­α. Η οι­κο­γέ­νειά του «συν­δε­ό­ταν» με τη νή­σο του Α­γί­ου Λα­ζά­ρου, που βρί­σκε­ται σε μι­κρή α­πό­στα­ση α­πό το Με­γά­λο Κα­νά­λι της Βε­νε­τί­ας. Η νή­σος α­πό το 12ο αιώ­να υ­πήρ­ξε τό­πος «φι­λο­ξε­νί­ας» για α­σθε­νείς με λέ­πρα. Κά­τι που δι­καιο­λο­γεί και την ο­νο­μα­σί­α της, α­φού ο Ά­γιος Λά­ζα­ρος ε­θε­ω­ρεί­το προ­στά­της των λε­πρών. Αιώ­νες αρ­γό­τε­ρα ε­γκα­τα­λεί­φτη­κε και το 1717 δό­θη­κε α­πό τις αρ­χές της Βε­νε­τί­ας σε Μιχι­τα­ρι­στές Αρμέ­νιους μο­να­χούς που υ­πάγονταν στη Ρω­μαιο­κα­θο­λι­κή εκ­κλη­σί­α - γνω­στούς για τη συμ­βο­λή τους στην α­να­γέν­νη­ση της αρ­με­νι­κής φι­λο­σο­φί­ας και γε­νι­κό­τε­ρα των ε­πι­στη­μών. Έ­χοντας δε­σμούς με κά­ποιον α­πό τους αρ­μέ­νιους μο­να­χούς, η οι­κο­γέ­νεια Τσα­μιτσιάν με­τα­κό­μι­σε γύ­ρω στα 1850 α­πό την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη στην Τερ­γέ­στη, ό­που η αρ­με­νι­κή πα­ροι­κί­α βρι­σκό­ταν σε άν­θι­ση. Ε­κεί, στα 1857 γεν­νή­θη­κε ο Τζά­κο­μο Λου­ί­τζι και 17 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα θα ξε­κι­νού­σε τις σπου­δές του στη χη­μεί­α. Πο­λύ σύ­ντο­μα έ­γι­νε βο­η­θός ε­νός πρω­το­πό­ρου κα­θη­γη­τή και «μυ­ή­θη­κε» στις ε­ναλ­λα­κτι­κές μορ­φές ε­νέρ­γειας όπως αυ­τής του ή­λιου και του α­νέ­μου. Έ­κτο­τε το ε­πι­στη­μο­νι­κό έρ­γο του βα­σίστη­κε στην προ­ο­πτι­κή του να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί ευ­ρέ­ως η α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή, κα­θαρή και α­σφα­λής η­λια­κή ε­νέρ­γεια. Στην αρ­χή ο μι­σθός του ή­ταν ε­ξαι­ρε­τι­κά χαμη­λός αλ­λά χά­ρη στην έ­ρευ­να με την ο­ποί­α α­πα­σχο­λού­ταν σύ­ντο­μα έ­γι­νε καθη­γη­τής στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Μπο­λό­νια ό­που και πα­ρέ­μει­νε έ­ως το τέ­λος της ζω­ής του. 

Το 1910 έ­γι­νε μέ­λος της Ι­τα­λι­κής Γε­ρου­σί­ας. Ε­κεί­νες τις ε­πο­χές το α­ξί­ω­μα δινό­ταν ύ­στε­ρα α­πό θε­τι­κή γνω­μο­δό­τη­ση του Βα­σι­λιά και ό­χι με­τά α­πό ψη­φο­φο­ρία. Δρα­στή­ριος α­κτι­βι­στής ο Τσα­μι­τσιάν, με την ι­διό­τη­τα τό­σο του ε­πι­στή­μονα ό­σο και του Γε­ρου­σια­στή συμ­με­τεί­χε σε διε­θνή συ­νέ­δρια υ­πο­στη­ρί­ζο­ντας με θέρ­μη τη δη­μό­σια εκ­παί­δευ­ση αλ­λά και στο­χεύ­ο­ντας να ευαι­σθη­το­ποι­ήσει πο­λι­τι­κούς, ε­πι­στή­μο­νες και την κοι­νή γνώ­μη για τα ο­φέ­λη και την α­πο­τελε­σμα­τι­κό­τη­τα της πρά­σι­νης ε­νέρ­γειας.    

Η χα­μέ­νη τι­μη των… Νό­μπελ

Ό­πως ο Λε­ο­νάρ­ντο Ντα Βί­ντσι έ­τσι και ο Τζά­κο­μο Λου­ί­τζι Τσα­μι­τσιάν υ­πήρ­ξε α­λη­θι­νός και­νο­τό­μος της ε­πο­χής του. Το ό­τι προ­τά­θη­κε εν­νέ­α φο­ρές για το βρα­βεί­ο Νό­μπελ και δεν το κέρ­δι­σε ού­τε μία, δεν α­πο­τε­λεί έκ­πλη­ξη. Κα­ταρ­χήν ο Τσα­μι­τσιάν εκ­προ­σω­πού­σε έ­ναν σχε­δόν α­ναρχι­κό αλ­τρου­ϊ­σμό, γε­γο­νός που δεν ά­ρε­σε τό­σο στην ε­πι­στη­μο­νι­κή κοι­νό­τητα ό­σο και στην κοι­νή γνώ­μη που δεν ή­ταν έ­τοι­μη για τις υ­ψη­λού ε­πι­πέ­δου καινο­το­μί­ες του. 

Α­πό την άλ­λη το εν­δια­φέ­ρον των ε­πεν­δύ­σε­ων στην έ­ρευ­να α­φο­ρού­σε την πυ­ρηνι­κή ε­νέρ­γεια, κά­τι που έ­βρι­σκε κά­θε­τα α­ντί­θε­το τον Τσα­μι­τσιάν. Το 1921, την τελευ­ταί­α χρο­νιά που ή­ταν υ­πο­ψή­φιος για Νό­μπελ, δή­λω­σε ό­τι δεν βρα­βεύ­τη­κε για μια α­κό­μα φο­ρά «ε­πει­δή εί­ναι πιο ση­μα­ντι­κό για τους πολ­λούς να κατα-σκευά­ζου­με ό­πλα μα­ζι­κής κα­τα­στρο­φής α­πό το να δρά­σου­με προ­λη­πτι­κά πριν εμφα­νι­στεί η υ­περ­θέρ­μαν­ση του πλα­νή­τη». Ω­στό­σο τι­μή­θη­κε με αρ­κε­τές ση­μαντι­κές δια­κρί­σεις α­πό α­κα­δη­μί­ες της Γαλ­λί­ας, της Πρω­σί­ας, της Βαυα­ρί­ας, της Σου­η­δί­ας και της Α­με­ρι­κα­νι­κής Έ­νω­σης Χη­μι­κών της Α­με­ρι­κής, Γαλ­λί­ας, Γερμα­νί­ας και Λον­δί­νου.  

Έ­νας με­λαγ­χο­λι­κός ε­πί­λο­γος 

Ο Τσα­μι­τσιάν έ­γρα­ψε γύ­ρω στις 400 ερ­γα­σί­ες κα­λύ­πτο­ντας διά­φο­ρα πε­δί­α της χη­μεί­ας. Το 1921 εμ­φά­νι­σε πυ­ρε­τό λό­γω υ­περ­κό­πω­σης -συ­νέ­πεια της υ­πε­ρα­πα­σχόλη­σης του στα ερ­γα­στή­ρια των Ι­τα­λι­κών Ιν­στι­τού­των- και σύσ­σω­μοι φί­λοι και φοι­τη­τές τον πί­ε­σαν να κά­νει διάλ­λει­μα και να ξε­κου­ρα­στεί. Ω­στό­σο ε­κείνος συ­νέ­χι­σε να δί­νει δια­λέ­ξεις και να α­σχο­λεί­ται με πει­ρά­μα­τα, γε­γο­νός που εί­χε ως α­πο­τέ­λε­σμα να πε­θά­νει λί­γο αρ­γό­τε­ρα, το 1922. Ο Τσα­μι­τσιάν δεν υ­πήρξε μό­νο έ­νας πε­φω­τι­σμέ­νος ε­πι­στή­μο­νας αλ­λά και έ­νας ε­μπνευ­στής και μέντο­ρας των φοι­τη­τών ό­πως και των συ­να­δέλ­φων του, εκ των ο­ποί­ων πολ­λοί στη συ­νέ­χεια α­να­δεί­χτη­καν σε η­γε­τι­κές φυ­σιο­γνω­μί­ες των Ιτα­λι­κών Ιν­στι­τού­των. Οι σύγ­χρο­νοι ε­πι­στή­μο­νες συ­νε­χί­ζουν να με­λε­τούν τις ερ­γα­σί­ες του που α­κό­μα πα­ρα­μέ­νουν «μπρο­στά» από την ε­πο­χή του και την ε­πο­χή μας, και ας μην του α­πονε­μή­θη­κε πο­τέ το βρα­βεί­ο Νό­μπελ, πα­ρά το διο­ρα­τι­κό ε­πι­στη­μο­νι­κό έρ­γο του. Θα μπο­ρού­σα­με ά­ρα­γε να φα­ντα­στού­με σε ποια κα­τεύ­θυν­ση θα ο­δη­γείτο η αν­θρώ­πι­νη ι­στο­ρί­α αν την α­πλη­στί­α μας την α­ντι­κα­θι­στού­σε η συλ­λο­γι­κή ευ­θύ­νη για πα­γκό­σμια ει­ρή­νη; 

Ί­σως έ­τσι το ό­ρα­μα του Τσα­μι­τσιάν πραγ­ματο­ποιεί­το και η ε­πι­στη­μο­νι­κή δου­λειά του λάμ­βα­νε την α­να­γνώ­ρι­ση που θα της άρ­μο­ζε. Και αν δεν εί­χα­με ε­πεν­δύ­σει σε πο­λέ­μους καυ­σί­μων και ε­γκλη­ματι­κών συμ­φε­ρό­ντων, τό­τε τό­σο το πε­ρι­βάλ­λον ό­σο και ε­μείς που α­πο­τε­λού­με ανα­πό­σπα­στο κομ­μά­τι του, δεν θα ο­δη­γού­μα­σταν σε τρα­γω­δί­ες και κα­τα­στρο­φές.