Χράτς Μπαρτικιάν (1927-2011) υπόδειγμα επιστήμονα και ανθρώπου Εκτύπωση

Αρπινέ Βαρτανιάν

Τεύχος: Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011

Σύμ­φω­να με α­να­κοί­νω­ση του διευ­θυ­ντή του τμή­μα­τος Ι­στο­ρί­ας της Ε­θνι­κής Ακα­δη­μί­ας Ε­πι­στη­μών της Αρ­με­νί­ας, κα­θη­γη­τή Α­σότ Μελ­κο­νιάν, ο κο­ρυ­φαί­ος ακα­δη­μα­ϊ­κός Χράτ­ς Μπαρ­τι­κιάν ά­φη­σε την τε­λευ­ταί­α του πνο­ή. Το μνη­μό­συ­νο του κο­ρυ­φαί­ου ι­στο­ρι­κού, βυ­ζα­ντι­νο­λό­γου, δι­δά­κτο­ρα ι­στο­ρί­ας και μέ­λους της Ε­θνι­κής Α­κα­δη­μί­ας των Ε­πι­στη­μών της Αρ­με­νί­ας πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στις 19 Αυ­-γού­στου, στην Ε­θνι­κή Α­κα­δη­μί­α Ε­πι­στη­μών της Αρ­με­νί­ας.


Ο θά­να­τος του Χράτ­ς Μπαρ­τι­κιάν υ­πήρ­ξε με­γά­λη α­πώ­λεια για τη διε­θνή ε­πιστη­μο­νι­κή κοι­νό­τη­τα της βυ­ζα­ντι­νο­λο­γί­ας κα­θώς και της αρ­με­νο­λο­γί­ας. Ο κο­ρυ­φαί­ος ε­πι­στή­μο­νας και α­κα­δη­μα­ϊ­κός ά­φη­σε την τε­λευ­ταί­α του πνο­ή στις 17 Αυ­γού­στου, σε η­λι­κί­α 84 ε­τών.

Ο Χράτ­ς Μπαρ­ντι­κιάν, γιος του φι­λό­λο­γου - δη­μο­σιο­λό­γου Μι­κα­έλ Μπαρ­τι­κιάν, γεν­νή­θη­κε στην Α­θή­να το 1927. Ξε­κί­νη­σε τις σπου­δές του στο δη­μο­τι­κό σχο­λεί­ο του αρ­με­νι­κού εκ­παι­δευ­τη­ρί­ου και το 1945 α­πο­φοί­τη­σε α­πό το ελ­λη­νι­κό γυ­μνάσιο του Βύ­ρω­να.

Το 1946 με την οι­κο­γέ­νειά του ε­πα­να­πα­τρί­στη­καν στην Αρ­με­νί­α, ε­νώ λί­γα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα- το 1953- α­πο­φοί­τη­σε με βαθ­μό ά­ρι­στα α­πό το Τμή­μα Ι­στο­ρί­ας του Κρατι­κού Πα­νε­πι­στη­μί­ου του Γε­ρε­βάν. Συ­νέ­χι­σε τις σπου­δές του κά­νο­ντας με­ταπτυ­χια­κό στο Ιν­στι­τού­το Ι­στο­ρί­ας της Ε­θνι­κής Α­κα­δη­μί­ας της Αρ­με­νί­ας, στο Λέ­νιν­γκρα­ντ (Α­γί­α Πε­τρού­πο­λη) υ­πό τη διεύ­θυν­ση του α­κα­δη­μα­ϊ­κού Χ. Ορ­μπέλη. Έ­λα­βε τον τί­τλο του δι­δά­κτο­ρα της ι­στο­ρί­ας στο Κρα­τι­κό Πα­νε­πι­στή­μιο του Λέ­νιν­γκρα­ντ, υ­πο­γρά­φο­ντας με­λέ­τη με θέ­μα «Πη­γές με­λε­τών της ι­στο­ρί­ας της Παυ­λι­κια­νι­κής κί­νη­σης», η ο­ποί­α δη­μο­σιεύ­θη­κε στη ρω­σι­κή γλώσ­σα στο Γε­ρε­βάν το 1961. Το 1971 έ­κα­νε δι­δα­κτο­ρι­κό με τί­τλο «Το Βυ­ζα­ντι­νό Έ­πος του Διγε­νή Α­κρί­τα και η ση­μα­σί­α του για την αρ­με­νο­λο­γί­α».

Α­πό το 1957 ερ­γά­στη­κε στο Ιν­στι­τού­το Ι­στο­ρί­ας της Ε­θνι­κής Α­κα­δη­μί­ας Ε­πι­στημών της Αρ­με­νί­ας, ε­νώ την πε­ρί­ο­δο 1980-2010 δι­η­ύ­θυ­νε το τμή­μα Ι­στο­ρί­ας Με­σαί­ω­νος του α­νω­τέ­ρου Ιν­στι­τού­του. Α­νέ­δει­ξε πολ­λούς νέ­ους ε­πι­στή­μο­νες, δη­μο­σί­ευ­σε 17 βι­βλί­α και πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό 150 ε­πι­στη­μο­νι­κά άρ­θρα. Στο βι­βλί­ο «Ξέ­νες πη­γές για την Αρ­με­νί­α και τους Αρ­μέ­νιους, Βυ­ζα­ντι­νές πη­γές» συ­νεργάστηκε για τις με­τα­φρά­σεις, στην αρ­με­νι­κή γλώσσα, των έρ­γων μι­ας σει­ράς βυ­ζα­ντι­νών συγ­γρα­φέ­ων (Προ­κό­πιος της Και­σα­ρεί­ας, Κων­στα­ντί­νος Ζ’ Πορφυ­ρο­γέν­νη­τος, Ιω­άν­νης Σκυ­λί­τσης, Θε­ο­φά­νης Ο­μο­λο­γη­τής, Συ­νε­χι­στής του Θεο­φά­νους, Παρ­θέ­νιος Α­θη­νών).

Στη σει­ρά που ε­ξέ­δω­σε η Α­κα­δη­μί­α Ε­πι­στη­μών με τί­τλο «Λο­γο­τε­χνι­κά Μνη­μεί­α» δη­μο­σί­ευ­σε το έ­πος «Δι­γε­νής Α­κρί­τας» στην αρ­με­νι­κή γλώσ­σα, το έρ­γο «Χρο­νι­κό» του Ματ­θαί­ου της Ε­δέσ­σης σε με­τά­φρα­ση στην αρ­με­νι­κή δη­μο­τι­κή γλώσ­σα, τη «Μυ­στι­κή ι­στο­ρί­α» του Προ­κο­πί­ου της Και­σα­ρεί­ας κα­θώς και τα «Ελλη­νι­κά αρ­χια­κά έγ­γρα­φα α­φο­ρώ­ντα τις αρ­με­νο­ελ­λη­νι­κές σχέ­σεις στην πε­ρίο­δο της Α΄ Αρ­με­νι­κής Δη­μο­κρα­τί­ας (1918-1920)».

 

Πλη­θώ­ρα δια­κρί­σε­ων


Α­ξί­ζει να ση­μειω­θεί, πως για το έρ­γο του «Αρ­με­νο-βυ­ζα­ντι­νές έ­ρευ­νες» που α­πο­τε­λεί­ται α­πό μια σει­ρά πολ­λών άρ­θρων, τα ο­ποί­α συ­γκε­ντρώ­θη­καν σε τρεις τό­μους, του α­πο­νε­μή­θη­κε το βρα­βεί­ο του Προ­έ­δρου της Δη­μο­κρα­τί­ας της Αρμε­νί­ας. Πα­ράλ­λη­λα, στην ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα έ­χει δη­μο­σιεύ­σει τα βι­βλί­α «Το Βυ­ζά­ντιο εις τας αρ­με­νι­κάς πη­γάς», « Ελ­λη­νι­σμός και Αρ­με­νί­α» και « Η βυ­ζαντι­νή α­ρι­στο­κρα­τι­κή οι­κο­γέ­νεια των Γαυ­ρά­δων». Πρό­σφα­τα, ο Χράτ­ς Μπαρ­τι­κιάν εί­χε ο­λο­κλη­ρώ­σει τις με­τα­φρά­σεις των βι­βλί­ων « Ι­στο­ρί­α» του Μι­χα­ήλ Αττα­λειά­τη και «Ι­στο­ρι­κό έ­θι­μο και πο­λι­τι­κός υ­λι­σμός: η ελ­λη­νι­κή πο­λι­τι­κή σχε­τι­κά με το Αρ­με­νι­κό ζή­τη­μα κα­τά τη πε­ρί­ο­δο 1876-1996» του Ιω­άν­νη Κ. Χα­σιώ­τη. Για την α­ξιό­λο­γη ε­πι­στη­μο­νι­κή κλη­ρο­νο­μιά του, το 1980 ε­ξε­λέ­γη μέ­λος της Α­καδη­μί­ας Α­θη­νών, το 1987 μέ­λος της Α­κα­δη­μί­ας Τι­μπε­ρί­να της Ρώ­μης και α­πό το 1996 υπήρ­ξε μέ­λος της Ε­θνι­κής Α­κα­δη­μί­ας των Ε­πι­στη­μών της Δη­μο­κρα­τί­ας της Αρ­μενί­ας. Α­πό το 1995 υ­πήρ­ξε μέ­λος της Έ­νω­σης Συγ­γρα­φέ­ων της Αρ­με­νί­ας, ε­νώ το 1981 ο Χ. Μπαρ­τι­κιάν ε­ξε­λέ­γη ε­πί­τι­μο μέ­λος του Ορ­γα­νι­σμού Βυ­ζα­ντι­νών Με­λε­τών της Ελ­λά­δος και έ­πει­τα του Ορ­γα­νι­σμού Ελ­λη­νι­κού Πο­λι­τι­σμού.

Ε­πί­σης, του απο­νε­μή­θη­κε το βρα­βεί­ο «Μεσ­ρώπ Μα­στότ­ς» της Ε­θνι­κής Α­κα­δη­μί­ας της Αρ­με­νίας και βρα­βεύ­θη­κε με το με­τάλ­λιο του Α­ρι­στο­τέ­λειου Πα­νε­πι­στη­μί­ου της Θεσσα­λο­νί­κης.

Με­γά­λο και πε­ριε­κτι­κό εί­ναι ε­πί­σης το φά­σμα των ε­πι­στη­μο­νι­κών με­λε­τών του α­κα­δη­μα­ϊ­κού. Τα έρ­γα της νε­ό­τε­ρης πε­ριό­δου ή­ταν α­φιε­ρω­μέ­να στην Κί­νηση των Παυ­λι­κια­νών. Ο Χ. Μπαρ­ντι­κιάν ε­πέ­κτει­νε την ε­πι­στη­μο­νι­κή βά­ση των πη­γών του Αρ­με­νι­κού ζη­τή­μα­τος, κά­νο­ντας γνω­στές στο ευ­ρύ κοι­νό μια σει­ρά βυ­ζα­ντι­νών πη­γών.

Με­γά­λη εί­ναι η συ­νει­σφο­ρά του και στη με­λέ­τη των λι­θο­γρα­φιών και σφρα­γίδων. Ε­ξάλ­λου, εί­ναι ο πρώ­τος που α­νέ­γνω­σε την πε­ρί­φη­μη λι­θο­γρα­φί­α στα λουτρά του να­ού στο Γκαρ­νί, ε­νώ ή­ταν μέ­λος του συ­ντα­κτι­κού συμ­βου­λί­ου της πολύ­το­μης α­κα­δη­μα­ϊ­κής έκ­δο­σης της Ι­στο­ρί­ας της Αρ­με­νί­ας. Ι­διαί­τε­ρα ση­μα­ντι­κές, ό­μως, εί­ναι και οι με­λέ­τες του ε­πι­στή­μο­να, οι ο­ποί­ες α­να­φέ­ρο­νται στις σχέ­σεις Αρ­με­νι­κής Κι­λι­κί­ας και Βυ­ζα­ντί­ου.

Αν δυο λέ­ξεις μπο­ρού­σαν να πε­ρι­γρά­ψουν τον Χράτ­ς Μπαρ­τι­κιάν ως άν­θρω­πο, πο­λί­τη και ε­πι­στή­μο­να, αυ­τές θα ή­ταν ε­ντι­μό­τη­τα και αρ­χές. Η α­πέ­ρα­ντη καλο­σύ­νη και η α­φο­σί­ω­ση του εί­ναι προ­φα­νείς, σε ό­λο το φά­σμα των δρα­στη­ριο­τήτων του.

Ο Μπαρ­τι­κιάν εί­χε ε­πι­δεί­ξει ι­διαί­τε­ρη ευαι­σθη­σί­α με την και­νούρια γε­νιά των ε­πι­στη­μό­νων. Ή­ταν ά­ξιος πο­λί­της της χώ­ρας του, ζού­σε και α­νέπνε­ε με τις α­νη­συ­χί­ες της πα­τρί­δας του, χαι­ρό­ταν με τις ε­πι­τυ­χί­ες της. Γι’ αυ­τό η Πα­τρί­δα ή­ταν η με­γα­λύ­τε­ρη α­ξί­α του, οι δυ­σκο­λί­ες της χώ­ρας ή­ταν ε­ξίσου δι­κές του.

 


[Top]