Βαρτκές Σουρενιάντς Εκτύπωση

Sur-Inter-1Ο με­γά­λος δια­νο­η­τής της τέ­χνης

Oκτωβριος – Δεκέμβριος 2014 τεύχος 83

Α­να­ΐς Κα­ζα­ντζιάν

 

Ο Βαρ­τκές Σου­ρε­νιά­ντς ή­ταν άν­θρω­πος των γραμ­μά­των, του πνεύ­μα­τος, των ει­κα­στι­κών και της αρ­χι­τε­κτο­νι­κής. Λό­γω της α­κα­δη­μα­ϊ­κής του μόρ­φω­σης και βα­θιάς γνώ­σης του αρ­με­νι­κού και του πα­γκό­σμιου πο­λι­τι­σμού, ο Β. Σου­ρε­νιά­ντς θε­ω­ρεί­ται έ­νας α­πό τους με­γα­λύ­τε­ρους δια­νο­ού­με­νους της ε­πο­χής του.

Ή­ταν ο πρω­το­πό­ρος και ο θε­με­λιω­τής της ι­στο­ρι­κής ζω­γρα­φι­κής της Αρ­με­νί­ας.

Στα έρ­γα του πα­ρου­σιά­ζε­ται η μα­κραί­ω­νη ι­στο­ρί­α της Αρ­με­νί­ας. Α­πει­κονί­ζει βα­σι­λιά­δες, ιπ­πό­τες, και πρό­σω­πα α­πό την ι­στο­ρί­α, υ­ιο­θε­τώ­ντας πα­ράλ­λη­λα ό­λες τις νέ­ες τά­σεις εκείνης της ε­πο­χής που υ­πήρ­χαν στο Πα­ρί­σι, το Βε­ρο­λί­νο, τις Βρυ­ξέ­λες, την Αγί­α Πε­τρού­πο­λη και τη Μό­σχα.

Ε­κτός α­πό τα μνη­μειώ­δη ι­στο­ρι­κά του έρ­γα στη ζω­γρα­φι­κή, ή­ταν πα­ράλ­λη­λα σπου­δαί­ος πορ­τρε­τί­στας, το­πιο­γρά­φος, ει­κο­νο­γρά­φος, και ει­δή­μων της ι­στο­ρί­ας της τέ­χνης.

Δού­λε­ψε ως σκη­νογρά­φος στα πιο φη­μι­σμέ­να θέ­α­τρα και τις ό­πε­ρες της Α­γίας Πε­τρού­πο­λης και α­πέ­κτη­σε με­γά­λη φή­μη. Πολ­λά έ­ντυ­πα της ε­πο­χής του τον πα­ρου­σιά­ζουν ως ι­στο­ρι­κό, ε­θνο­γρά­φο, θε­ω­ρη­τι­κό της αρ­χι­τε­κτο­νι­κής και των κα­λών τε­χνών.

Γνω­ρί­ζο­ντας εν­νέ­α γλώσ­σες, έ­κα­νε λο­γο­τε­χνι­κές με­τα­φρά­σεις α­πό τα Περ­σι­κά, τα Γερ­μα­νι­κά, τα Αγ­γλι­κά και άλ­λες γλώσ­σες όπως τον «Ρι­χάρ­δο τον 3ο» (1899) και το «Ό­νει­ρο θε­ρινής νυ­κτός» του Ου­ί­λιαμ Σαίξ­πηρ και ποι­ή­μα­τα ό­πως των Βόλ­φγκαν­γκ Γκαί­τε και Χά­ιν­ριχ Χά­ι­νε. Αρ­θρο­γρα­φού­σε ε­πί­σης σε διά­φο­ρες ε­φη­με­ρί­δες και πε­ριο­δι­κά.

Ο Σου­ρε­νιά­ντς έ­ζη­σε και ερ­γά­στη­κε σε πολ­λά μέ­ρη του κό­σμου, αλ­λά συ­ναι­σθη­μα­τικά ή­ταν άρ­ρη­κτα δε­μέ­νος με την πα­τρί­δα του και τα α­τε­λεί­ω­τα προ­βλή­μα­τα του λα­ού. Αυ­τό μπο­ρού­με να το δού­με κα­θα­ρά και στα έρ­γα του.

Έ­χο­ντας κα­λές γνώ­σεις στην αρ­χι­τε­κτο­νι­κή ο Σου­ρε­νιά­ντς ε­πε­ξεργά­στη­κε και ε­πι­νό­η­σε ε­πί­σης, με­θό­δους για την α­να­στή­λω­ση κα­τε­στραμ­μέ­νων αρ­με­νι­κών μνη­μεί­ων.

Χάρη στην δη­μιουρ­γι­κό­τητα του Σου­ρε­νιά­ντς η αρ­με­νι­κή τέ­χνη συνά­ντη­σε τις νέ­ες ευ­ρω­πα­ϊ­κές τά­σεις της ε­πο­χής και προ­βλή­θη­κε πα­γκο­σμί­ως. Ο «Ε­γκα­τα­λειμ­μέ­νος» ά­νοι­ξε νέ­ους δρό­μους για την αρμε­νι­κή ζωγρα­φι­κή, ε­νώ η «Σα­λώ­μη» πα­ρου­σιά­στη­κε στο Μό­να­χο το 1912, σε ε­ορ­τα­σμό α­φιε­ρω­μέ­νο στα 100 χρό­νια της ί­δρυ­σης της Σχο­λής Κα­λών Τε­χνών, ό­πως και στη φη­μι­σμέ­νη Διε­θνή Έκ­θε­ση της Βε­νε­τί­ας.

 

Sur-Inter-2

Χρονολόγιο

860 - Γεν­νή­θη­κε στις 2 Φε­βρουα­ρί­ου στο Α­χαλ­τσί­χε της Γε­ωρ­γί­ας α­πό πα­τέ­ρα ιε­ρέ­α. Α­σχο­λή­θη­κε με τη ζω­γρα­φι­κή α­πό πο­λύ μι­κρή η­λι­κί­α.

1868 - Με­τα­κο­μί­ζει με την οι­κο­γέ­νειά του στη Συμ­φε­ρό­πο­λη.

1870-’75 - Σπού­δα­σε στο ί­δρυ­μα Λα­ζα­ριάν. Έ­μα­θε 10 γλώσ­σες και αυ­τός ή­ταν ο λό­γος που α­σχο­λή­θη­κε με με­τα­φρά­σεις κει­μέ­νων ό­πως των Σαίξ­πηρ, Τσέ­χωφ και Ό­σκαρ Ουά­ιλ­ντ.

1875-‘78 - Σπου­δά­ζει αρ­χι­τε­κτο­νι­κή στη Μό­σχα.

1879 - Με­τα­κο­μίζ­ει στο Μό­να­χο για να συ­νε­χί­σει τις σπου­δές του στην αρ­χι­τε­κτο­νι­κή.

1880-’85 - Γρά­φε­ται στη Σχο­λή Κα­λών Tε­χνών του Μο­νά­χου και ο­λο­κλη­ρώ­νει τις σπου­δές του στη ζω­γρα­φι­κή. Πα­ράλ­λη­λα συ­νερ­γά­ζε­ται με διά­φο­ρες ε­φη­με­ρί­δες στέλ­νο­ντας κά­ποιες γε­λοιο­γρα­φί­ες του.

1881 - Στο νη­σί του Α­γί­ου Λα­ζά­ρου στη Βε­νε­τί­α με­λε­τά την τε­χνι­κή της αρ­με­νι­κής μι­νια­τού­ρας.

1885-’87 - Με την ο­μά­δα του κα­θη­γη­τή Βα­λε­ντίν Ζου­κόφ­σκι του πα­νε­πι­στη­μί­ου της Α­γί­ας Πε­τρού­πο­λης ε­ξε­ρεύ­νησαν την Περ­σί­α. Βρί­σκε­ται στην Ταυ­ρί­δα, την Τε­χε­ρά­νη, το Σι­ράζ, το Μα­ζα­ντα­ράν και το Ι­σπα­χάν. Ε­μπνευ­σμέ­νος α­πό τα τα­ξί­δια δη­μιουρ­γεί μια σει­ρά α­πό έρ­γα με θέ­μα­τα που α­φο­ρούν την Α­να­το­λή.

1890-’91 - Στην α­κα­δη­μί­α Κε­βορ­κιάν του Ετσ­μια­τζίν δι­δά­σκει ζω­γρα­φι­κή και ι­στο­ρί­α της τέ­χνης. Συγ­χρό­νως ζω­γρα­φί­ζει τοι­χο­γρα­φί­ες και α­σχο­λεί­ται με τη Μι­κρο­γρα­φί­α.

1892 - Συμ­με­τέ­χει στην κοι­νω­νι­κή και καλ­λι­τε­χνι­κή ζω­ή της Μό­σχας, της Α­γί­ας Πε­τρού­πο­λης, της Τι­φλί­δας και του Μπα­κού. Συ­να­να­στρέ­φε­ται με ε­πι­φα­νείς ζω­γρά­φους και γλύ­πτες της ε­πο­χής του ό­πως τους Ι­λί­α Ρε­πίν, Ά­λεξ Κο­λο­βίν και Αλ. Μα­ντφέ­εβ ε­νώ συμ­με­τέ­χει σε ο­μα­δι­κές εκ­θέ­σεις στη Μό­σχα.

1894 - Με το έρ­γο του «ο Ε­γκα­τα­λειμ­μέ­νος» συμ­με­τέ­χει στην ο­μα­δι­κή έκ­θε­ση των Πε­ρετ­βίζ­νικ. Ε­κεί­νη την ε­πο­χή ε­πι­σκέ­πτε­ται το Α­νί, τη λί­μνη Σε­βάν, τη βι­βλιο­θή­κη με τα χει­ρό­γρα­φα του Ε­τσμια­τζίν και άλ­λα ι­στο­ρι­κά μέ­ρη της Αρ­με­νί­ας.

1890-1900 - Δη­μιουρ­γεί έρ­γα με θέ­μα το ι­στο­ρι­κό πα­ρελ­θόν της Αρ­με­νί­ας ό­πως «Η Σα­μι­ράμ κο­ντά στο νε­κρό σώ­μα του Α­ρά Κε­γε­τσίκ» (1899) και άλ­λα, που α­φο­ρούν πο­λι­τι­κά γε­γο­νό­τα της ε­πο­χής του.

1897-’98 - Τα­ξι­δεύ­ει στη Γαλ­λί­α και την Ι­σπα­νί­α ό­που σχε­διά­ζει αρ­κε­τά έρ­γα ό­πως το «Α­λά­μπρα» και την «Εκ­κλη­σί­α Σεν Ζερ­μέν των Πα­ρι­σί­ων».

1898-1909 - Ει­κο­νο­γρα­φεί Ό­σκαρ Ουά­ιλ­ντ, Ά­λε­ξα­ντερ Πού­σκιν, και άλ­λους διά­ση­μους συγ­γρα­φείς και ποι­η­τές. Δου­λεύ­ει ως σκη­νο­γρά­φος στα πιο φη­μι­σμέ­να θέ­α­τρα και τις ό­πε­ρες της Α­γί­ας Πε­τρού­πο­λης.

1915 - Συ­γκλο­νι­σμέ­νος α­πό τις σφα­γές των συ­μπα­τριω­τών του φεύ­γει για την Τι­φλί­δα και με­τά το Ε­τσμια­τζίν, ό­που σχε­διά­ζει συ­νε­χώς πορ­τρέ­τα με­τα­να­στών και προ­σφύ­γων.

1916 - Με τους Γιε­γι­σέ Τα­τε­βο­σιάν, Μαρ­ντι­ρός Σα­ριάν, Πα­νός Τερ­λε­με­ζιάν και άλ­λους σπου­δαί­ους ζω­γρά­φους ι­δρύ­ουν στην Τι­φλί­δα την έ­νω­ση αρ­με­νί­ων καλ­λι­τε­χνών. Μα­ζί με τον Μ. Σα­ριάν ει­κο­νο­γρα­φούν την «Αρ­με­νι­κή ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή» του Βα­λε­ρί Πρου­σώφ.

1917 - Ε­τοι­μά­ζει τα προ­σχέ­δια για τις τοι­χο­γρα­φί­ες του αρ­με­νι­κού Κα­θε­δρι­κού να­ού της Γιάλ­τας αλ­λά δεν κα­τα­φέρ­νει να ο­λο­κλη­ρώ­σει τις ερ­γα­σί­ες.

1921 - Έ­φυ­γε α­πό τη ζω­ή στις 6 Α­πρι­λί­ου, σε η­λι­κί­α 61 ε­τών.