Μαριάμ Ασλαμαζιάν 1907 - 2006 Εκτύπωση

Aναΐς Καζαντζιάν

Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2012 τεύχος 74

 

 

 

 

Η Μα­ριάμ Α­σλα­μα­ζιάν ανή­κει στην πρώ­τη γε­νιά των καλ­λι­τε­χνών της Σο­βιε­τι­κής Αρ­με­νί­ας, που συ­νέ­βα­λαν στην ε­ξέ­λι­ξη και την πα­γκό­σμια προ­βο­λή της σύγ­χρο­νης αρ­με­νι­κής τέ­χνης. Έ­ζη­σε μια ζω­ή γε­μά­τη και δη­μιουρ­γι­κή. Συμ­με­τεί­χε σε α­μέ­τρη­τες εκ­θέ­σεις α­νά τον κό­σμο, τι­μή­θη­κε με πά­μπολ­λα βρα­βεί­α και τίτλους, ε­νώ πολ­λά α­πό τα έρ­γα της φι­λο­ξε­νού­νται σή­με­ρα σε 50 μου­σεί­α α­νά τον κό­σμο, ό­πως στην Αγί­α Πε­τρού­πο­λη, τη Γαλ­λί­α, την Κί­να και την Ινδί­α.

Γεν­νή­θη­κε στις 20 Ο­κτω­βρί­ου του 1907, στο χω­ριό Μπας-Σι­ράκ κο­ντά στο Γκιουμ­ρί, σε μια με­γά­λη και α­γα­πη­μέ­νη οι­κο­γέ­νεια μυ­λω­νά­δων. Εί­χε 7 α­δέρ­φια, α­νά­με­σά τους και η ε­ξί­σου κα­τα­ξιω­μέ­νη ζω­γρά­φος Γε­ρα­νου­ή Α­σλα­μα­ζιάν.

Ο πα­τέ­ρας της ή­ταν έ­νας άν­θρω­πος με ευ­ρύ πε­δί­ο εν­δια­φε­ρό­ντων και έ­τσι α­πό νε­α­ρή η­λι­κί­α, ε­κτός α­πό τις α­γρο­τι­κές γνώ­σεις, η Μα­ριάμ α­πέ­κτη­σε ε­πα­φή και με την τέ­χνη.

Με­τά α­πό πα­ρό­τρυν­ση του δα­σκά­λου της στα καλ­λι­τε­χνι­κά, η Μα­ριάμ μαζί με την Γε­ρα­νουή σπού­δα­σαν στο νε­ο­ϊ­δρυ­θέν καλ­λι­τε­χνι­κό γυ­μνά­σιο του Γκιουμ­ρί. Α­μέ­σως με­τά, το 1926, εισή­χθη στη Σχο­λή Κα­λών Τε­χνών του Ε­ρε­βάν, ό­που εί­χε δα­σκά­λους τους Σ. Α­γατζα­νιάν και Σ. Α­ρα­κε­λιάν. Συ­νέ­χι­σε τις σπου­δές της στη Μό­σχα και το Λέ­νιν­γκρα­ντ δί­πλα σε κο­ρυ­φαί­ους ζω­γρά­φους της ε­πο­χής, ό­πως οι Μ. Ρο­ντιό­νωφ, Κ. Πετρόβ-Βό­ντκιν, Ν. Ου­ντάλ­τσο­βα, Κ. Ι­στό­μιν, Α. Ντρέ­βιν και Α. Σα­βί­νοφ.

Ε­κτός α­πό το έμ­φυ­το τα­λέ­ντο της, η Μα­ριάμ ξε­χώ­ρι­ζε για την κα­λο­σύ­νη, την προ­σή­νεια και τον αν­θρω­πι­σμό της. Την ε­νέ­πνε­ε ο­τι­δή­πο­τε φωτει­νό, χα­ρού­με­νο και αι­σιό­δο­ξο.

Ζω­γρά­φι­ζε κυ­ρί­ως πορ­τρέ­τα, το­πί­α και «νε­κρές φύ­σεις». Την εν­διέ­φε­ρε ι­διαί­τε­ρα η δια­φο­ρε­τικό­τη­τα των αν­θρώ­πων, το πα­ρελ­θόν τους, ο ε­σω­τε­ρι­κός κό­σμος και οι σκέ­ψεις τους, ε­νώ α­στεί­ρευ­τη πη­γή έ­μπνευ­σης για τη Μα­ριάμ α­πο­τε­λού­σε η φύ­ση της Αρ­με­νί­ας.

Συ­χνά, της ά­ρε­σε να ε­ξε­ρευ­νά τις πόλεις και τα χω­ριά, να μέ­νει στα σπί­τια των χω­ρι­κών και να ζω­γρα­φί­ζει τα τοπί­α και τους αν­θρώ­πους.

Στις «νε­κρές φύ­σεις» η ζω­γρά­φος με εν­θου­σια­σμό α­πεικό­νι­σε τα πο­λύ­χρω­μα λου­λού­δια α­πό τις κοι­λά­δες της πα­τρί­δας της, τα ώ­ρι­μα και χυ­μώ­δη φρού­τα, τα α­γρο­τι­κά ερ­γα­λεί­α, τα πα­λιά χάλ­κινα σκεύ­η και τα αρ­με­νι­κά χα­λιά.

Πα­ρό­μοια έρ­γα δη­μιούρ­γη­σε και με θέ­ματα α­πό τη Ρω­σί­α, την Ιν­δί­α, την Α­φρι­κή, τη Συ­ρί­α, κ.α, τα ο­ποί­α ε­μπνεύ­στη­κε τα­ξι­δεύ­ο­ντας ι­διαί­τε­ρα σε χώ­ρες της Ανα­το­λής.

Τα χρό­νια του Β’ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου α­φιέ­ρω­σε αρ­κε­τές α­πό τις δου­λειές της στις μη­τέ­ρες της Αρ­με­νί­ας, για τις δο­κι­μα­σί­ες και τις κα­κου­χί­ες που υ­πέ­στη­σαν.

Α­σχο­λή­θη­κε ε­πί­σης με τη σκη­νο­γρα­φί­α και την κε­ρα­μι­κή τέ­χνη. Άρι­στη μέ­θο­δος, χει­ρι­σμός της φόρ­μας και του ρυθ­μού, πολλή φα­ντα­σί­α και αι­σθη­τι­κή μα­ζί με α­να­φο­ρές στη λα­ϊ­κή πα­ρά­δο­ση, έ­δω­σαν μια ει­δι­κή γο­η­τεί­α στην κε­ρα­μι­κή τέχνη της Μα­ριάμ Α­σλα­μα­ζιάν.

Το 1972 της α­πο­νε­μή­θη­κε το βρα­βεί­ο Νέ­ρου της Ιν­δί­ας α­πό την πρω­θυ­πουρ­γό της χώ­ρας Ί­ντι­ρα Γκά­ντι, για την «ε­ξαί­ρε­τη συμ­βο­λή της στην προ­ώ­θη­ση της διε­θνούς κα­τα­νό­η­σης, κα­λής θέ­λη­σης και φι­λί­ας με­τα­ξύ των λα­ών του κό­σμου» και αρ­γό­τε­ρα, το 1976, το βραβεί­ο Νά­σερ της Αι­γύ­πτου.

Το 1987 η πό­λη του Γκιουμ­ρί για να τι­μή­σει τη γεν­ναί­α προ­σφο­ρά της Μαριάμ και της α­δελ­φής της Γε­ρα­νου­ή, στη γε­νέ­τει­ρά τους, ί­δρυσε έ­να μου­σεί­ο α­φιε­ρω­μέ­νο σε ε­κεί­νες με 660 έρ­γα τους.

Τα τε­λευ­ταί­α της χρό­νια η Μα­ριάμ έ­γρα­ψε τον “Απο­λο­γι­σμό της ζω­ής” της για να πε­ρι­γρά­ψει τα ευτυ­χι­σμέ­να χρό­νια, τις συ­να­ντή­σεις της με ση­μα­ντι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες, ό­πως και τις δυ­σκο­λί­ες της ζω­ής της.

Η Μα­ριάμ Α­σλα­μα­ζιάν α­πε­βί­ω­σε στη Μό­σχα το 2006 και κη­δεύ­τη­κε στο Ε­ρε­βάν, στο Πάν­θε­ον του Κο­μι­τάς, δί­πλα στον Κο­μι­τάς, τον Χα­τσα­ντου­ριάν, τον Σα­ριάν και άλ­λες ε­ξέ­χου­σες μορ­φές της αρμε­νι­κής τέ­χνης.