Το ταξίδι του Νίκου Καζαντζάκη στην Αρμενία Εκτύπωση

kazantzakis

Δεκέμβριος 2018- Φεβρουάριος 2019, τεύχος 99

Το Μουσείο Καζαντζάκη στην περιοχή Μυρτιά του Δήμου Αρχανών-Αστερουσίων στο Ηράκλειο Κρήτης είναι ένας χώρος μνήμης και προσκυνήματος για τον Νίκο Καζαντζάκη.
Ανάμεσα στα άλλα σπάνια εκθέματα ο επισκέπτης βρίσκει αναρίθμητα βιβλία ξενόγλωσσων εκδόσεων, μεταφράσεις δηλαδή των έργων του μεγάλου μας ποιητή και συγγραφέα.
Τα μέλη της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού μας αποφασίσαμε να πάρουμε μια πρωτοβουλία, ώστε να συμβάλουμε στην «οδύσσεια» της συλλογής του υλικού του υπέροχου αυτού μουσείου, αποστέλλοντας εκεί δύο βιβλία από το αρχείο μας, που είναι μεταφράσεις δύο πολύ σημαντικών έργων του Καζαντζάκη στα αρμενικά: τον «Ζορμπά» και την «Ασκητική». Αυτή η πρωτοβουλία έγινε η αιτία για να έρθουμε σε επαφή με τον υπεύθυνο του μουσείου, τον αρχαιολόγο κ. Ευάγγελο Χαριτόπουλο, ο οποίος ανταποκρίθηκε άμεσα στη δωρεά μας αποστέλλοντάς μας ένα σπάνιο και ως σήμερα άγνωστο σε μας υλικό από την επίσκεψη του Νίκου Καζαντζάκη στην Αρμενία το 1928, το οποία με μεγάλη χαρά σας παρουσιάζουμε παρακάτω.

Από το 1926 έως το 1929 ο Νίκος Καζαντζάκης ταξίδεψε τρεις φορές στην τότε Σοβιετική Ένωση και έμεινε συνολικά δύο χρόνια. Σε αυτή την «επίπονη πορεία» του στην απέραντη χώρα αναφέρεται το βιβλίο Ρουσία της σειράς «Ταξιδεύοντας».
Στο τρίτο του ταξίδι μέσα στη δεκαετία του 1920 (Απρ. 1928-Απρ. 1929), συνοδεύτηκε για μεγάλο διάστημα από τον Παναΐτ Ιστράτι, έναν σημαντικό Ελληνο-Ρουμάνο συγγραφέα του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Συνταξιδιώτισσες του ήταν η Ελένη Σαμίου (μετέπειτα σύζυγος Καζαντζάκη) και η Bilili Baud-Bovy, σύντροφος του Ιστράτι, οι οποίες τους ακολούθησαν σε μεγάλη περιοδεία στη Νότια Ρωσία και τον Καύκασο. Στη συνέχεια μόνος του ο Καζαντζάκης ταξίδεψε στη Βόρεια Ρωσία και έπειτα διέσχισε τη Σιβηρία φτάνοντας μέχρι το Βλαδιβοστόκ.
Τα μεσάνυχτα της 30ής Οκτωβρίου 1928, ο Νίκος Καζαντζάκης, η Ελένη Σαμίου και το ζεύγος Παναΐτ Ιστράτι και Bilili Baud-Bovy άφησαν το Μπορτζόμι της Γεωργίας και συνέχισαν το ταξίδι τους για το Γερεβάν της Αρμενίας. Το Γερεβάν (Երեւան) ήταν πρωτεύουσα της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αρμενίας, μίας από τις δεκαπέντε Δημοκρατίες της ΕΣΣΔ. Μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ το Γερεβάν έγινε η πρωτεύουσα της Δημοκρατίας της Αρμενίας (21 Σεπτεμβρίου 1991).
Ο Καζαντζάκης και οι συνταξιδιώτες του περιηγήθηκαν γύρω από το Γερεβάν. Ανάμεσα στα μέρη που επισκέφτηκαν ξεχωρίζει ο καθεδρικός ναός του Ετσμιατζίν (Էջմիածնի մայր տաճար), στον οποίο μετέβησαν στις αρχές Νοέμβρη του 1928. Το μνημείο βρίσκεται στην πόλη Βαγαρσαπάτ (Վաղարշապատ ή και Ετσμιατζίν), σε μικρή απόσταση από το Γερεβάν. Ο ναός του Ετσμιατζίν αποτελεί το πιο σημαντικό θρησκευτικό μνημείο της Αρμενίας και το 2000 εντάχθηκε στον κατάλογο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.
Περιηγήθηκαν στο φαράγγι Γκαρνί, στο σημείο που ονομάζεται «Συμφωνία των λίθων» εξαιτίας των εντυπωσιακών γεωλογικών σχηματισμών, κοντά στο Γερεβάν της Σοβιετικής Αρμενίας. Στη φωτογραφία του Νοέμβρη του 1928 διακρίνονται ο Νίκος Καζαντζάκης, η Ελένη Σαμίου και η Bilili Baud-Bovy κάτω από τους θαυμάσιους γεωλογικούς σχηματισμούς, ενώ η φωτογραφική λήψη πιθανότατα έγινε από τον Παναΐτ Ιστράτι.
Σε σχετικά μικρή απόσταση από το Γερεβάν βρίσκεται το όρος Αραράτ (στα αρμενικά Արարատ [Αραράτ] ή Մասիս [Μασίς], το οποίο όμως ανήκει στην τουρκική επικράτεια. Το βουνό αποτελείται από δύο ηφαιστειακούς κώνους: το Μεγάλο Αραράτ (5.137 μέτρα) και το Μικρό Αραράτ (3.896 μέτρα). Έχει συνδεθεί με τα «όρη του Αραράτ» όπου σύμφωνα με το βιβλίο της Γένεσης προσάραξε η Κιβωτός του Νώε. Στην Αρμενία θεωρείται ως ιερό βουνό και το κυριότερο εθνικό σύμβολο της χώρας. Στο αρχείο του Μουσείου Καζαντζάκη διασώζεται ιστορική φωτογραφία που λήφθηκε κατά τη διάρκεια της παρουσίας του Νίκου Καζαντζάκη στο Γερεβάν, από τη θέση της παλαιάς πόλης με φόντο το Ιερό Βουνό.

Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη

Το Μουσείο εγκαινιάστηκε στις 27 Ιουνίου 1983 από την τότε υπουργό Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη, αποτελώντας την ολοκλήρωση του οράματος και των άοκνων προσπαθειών του φημισμένου σκηνογράφου, συντοπίτη του Νίκου Καζαντζάκη, Γιώργου Ανεμογιάννη. Το Μουσείο ιδρύθηκε στον οικισμό Μυρτιά (Βαρβάροι) της περιφερειακής ενότητας Ηρακλείου, σε απόσταση περίπου 15χλμ. από την πρωτεύουσα του νησιού. Από τότε δέχεται καθημερινά δεκάδες επισκέπτες από την Ελλάδα και το εξωτερικό, που έχουν την ευκαιρία να εξοικειωθούν με την προσωπικότητα του συγγραφέα μέσα από τις επιστολές και τα ημερολόγιά του. Προσωπικά αντικείμενα και ενθύμια των ταξιδιών του, δυσεύρετες φωτογραφίες, μακέτες σκηνικών και κοστούμια από παραστάσεις των έργων του, σπάνιο οπτικοακουστικό υλικό, καθώς και έργα τέχνης εμπνευσμένα από τον λογοτεχνικό του κόσμο. Το 2009, το Μουσείο ανακαινίστηκε εκ βάθρων, η Μόνιμη Έκθεση εμπλουτίστηκε με νεότερα «καζαντζακικά» αποκτήματα, τα οποία, σε συνδυασμό με την αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας και το αναθεωρημένο σενάριο εκθεσιακής παρουσίασης του βίου και του έργου του, αποδίδουν ένα αποτέλεσμα οπτικά ενδιαφέρον, φιλολογικά άρτιο και τεχνικά σύγχρονο και δυναμικό. Περισσότερες πληροφορίες: www.kazantzaki.gr

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
(1883-1957)

Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της τουρκοκρατούμενης Κρήτης. Σπούδασε Νομική στην Αθήνα (1902-1906), και μεταπτυχιακά στο Παρίσι (1907-1909), όπου επηρεάστηκε βαθύτατα από τις φιλοσοφικές αρχές του Μπερξόν και του Νίτσε.
Την εποχή αυτή άρχισε η συστηματική του ενασχόληση με τα γράμματα. Πραγματοποίησε πλήθος ταξίδια στο εξωτερικό, αρκετές φορές ως ανταποκριτής εφημερίδων.
Υπηρέτησε ως γενικός διευθυντής στο Υπουργείο Περιθάλψεως (1919), διορίστηκε Υπουργός άνευ Χαρτοφυλακίου (1945) και εργάστηκε ως σύμβουλος λογοτεχνίας στην UNESCO (1946). Διατέλεσε πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων.
Το 1956 τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης και υπήρξε υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του ποιητή, έχοντας γράψει την Οδύσσεια, ένα μεγαλόπνοο έργο με 24 ραψωδίες και 33.333 στίχους.
Διακρίθηκε στη δραματουργία (Προμηθέας, Καποδίστριας, Κούρος, Νικηφόρος Φωκάς, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Χριστόφορος Κολόμβος, κ.ά.), στη συγγραφή ταξιδιωτικών εντυπώσεων (Ισπανία, Ιταλία, Αίγυπτο, Σινά, Ιαπωνία και Κίνα, Αγγλία, Ρωσία, Ιερουσαλήμ και Κύπρο), στα φιλοσοφικά δοκίμια (Ασκητική, Συμπόσιο, κ.ά.). Ευρύτερα γνωστός έγινε από τα μυθιστορήματά του: Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946), Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται (1948), Ο Καπετάν Μιχάλης (1950), Ο Τελευταίος Πειρασμός (1951), Αναφορά στο Γκρέκο (1961), κ.ά..
Το έργο του έχει μεταφραστεί και εκδοθεί σε περισσότερες από 50 χώρες και έχει διασκευαστεί για το θέατρο, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση και το ραδιόφωνο.