Χαρουτιούν Μπογιατζιάν (Μποντιάν) / Σμύρνη 1915 – Αθήνα 2004 Εκτύπωση

boyajian 1      boyajian 2

Άρντα Τζελαλιάν

Μάιος- Αύγουστος 2021, τεύχος 107

Πολλές από τις σελίδες της ιστορίας της ελληνοαρμενικής κοινότητας παραμένουν ακόμη αχνές, με το τοπίο των προσωπικοτήτων να είναι ως σήμερα μερικώς ανεξερεύνητο. Η τέχνη και το έργο που άφησαν ορισμένοι καλλιτέχνες έχουν τη δύναμη να ξαναζωντανέψουν τα χρώματα της ιστορίας. Ένας από αυτούς τους καλλιτέχνες υπήρξε ο Χαρουτιούν Μπογιατζιάν, μια προσωπικότητα με τρεις ιδιότητες και τρία ονόματα: ζωγράφος, χαράκτης, ποιητής-μεταφραστής. Χ. Μπογιατζιάν, Χ. Μποντιάν, Χ. Βινογιάν. Το τελευταίο είναι το ψευδώνυμο με το οποίο υπέγραφε σε νεότερη ηλικία, στην ενασχόλησή του με την αρμενική λογοτεχνία. Ο Μπογιατζιάν έζησε και δημιούργησε στην Ελλάδα με ένα ύφος αυθεντικό, άξιο να αναθεωρηθεί και να θαυμαστεί ακόμη και τώρα, σχεδόν δύο δεκαετίες μετά το θάνατό του.

Ανασυνθέτουμε την βιογραφία του βάσει αποκομμάτων ελληνικών εικαστικών εφημερίδων, ενός αρμενικού περιοδικού και ανέκδοτων στοιχείων όπως η αλληλογραφία του με φίλους ζωγράφους και ένα αυτοβιογραφικό σημείωμα που έγραψε σε τρίτο πρόσωπο λίγο πριν πεθάνει.

Γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1915 και έφτασε στην Ελλάδα ως πρόσφυγας το 1922. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών απ΄όπου αποφοίτησε το 1942. Οι δάσκαλοί του, σημαντικές προσωπικότητες της εποχής ήταν στο σχέδιο ο Παύλος Μαθιόπουλος και ο Δημήτριος Μπισκίνης, στη ζωγραφική ο Σπυρίδων Βικάτος και ο Ουμβέρτος Αργυρός, στην χαρακτική ο Γιάννης Κεφαλληνός. Μετά τη Σχολή δούλεψε σε κινηματογράφους. Έκανε γιγαντοαφίσες στο Αττικόν και εγκυκλοπαιδικές εικονογραφήσεις για τα «Επίκαιρα» στο ΑΣΤΥ.

Παράλληλα ασχολήθηκε με την αρμενική ποίηση που φαίνεται πως ήταν το δεύτερο πάθος του. Το 1946 εκδίδει σε συνεργασία με τον Βαζκέν Εσαγιάν το περιοδικό «Κραπέρ» (Գրաբեր – «Φιλολογικός Ταχυδρόμος») στην αρμενική γλώσσα, από το οποίο εκδόθηκαν συνολικά τέσσερα τεύχη την ίδια χρονιά. Εκεί παρουσιάζει δικά του ποιήματα όπως και μεταφράσεις ελλήνων ποιητών, υπογράφοντας στα αρμενικά ως Χαρουτιούν Βινογιάν2 (Յարութիւն Վինոյեան). Ξεχωρίζει η μετάφραση του ποιήματος «Πατρίδες» του Κωστή Παλαμά.

Η επόμενη προσφορά του στην αρμενική λογοτεχνία θα είναι το βιβλίο του «Κυπαρισσώνας»3, μια ασπρόμαυρη έκδοση του 1957 διακοσμημένη με τα δικά του χαρακτικά. Εδώ, με την ιδιότητα του μεταφραστή, αποδίδει στα ελληνικά 32 από τα 40 σονέτα του μεγάλου αρμένιου ποιητή και φιλοσόφου Ίντρα (Ντιράν Τσιρακιάν) που γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1875 και πέθανε εξόριστος το 1921. Το βιβλίο το αφιερώνει «στον αλησμόνητο δάσκαλό μου, αριστοτέχνη, χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνό», ο οποίος είχε μόλις αποβιώσει.

Τις επόμενες δεκαετίες φαίνεται να αφιερώνεται ολοκληρωτικά στο μεγάλο του ταλέντο, τη ζωγραφική. Ξεκινά την καριέρα του συμμετέχοντας στις «Πανελληνίους εκθέσεις» (έναν καλλιτεχνικό θεσμό που πραγματοποιούταν στο Ζάππειο Μέγαρο από το 1938 έως το 1975) και σε άλλες ομαδικές εκθέσεις της Αθήνας.

«Ο Χ. Βογιατζιάν είναι ίσως το ισχυρότερο ταλέντο που εβγήκε από τη Σχολή Κ. Τεχνών τα τελευταία χρόνια, και η πρώτη φορά που εκθέτει, δειλά, εργασία του. Χαραμίζει το ταλέντο του στο ρετουσάρισμα φωτογραφιών για να ζήσει, αλλ΄αυτό είναι πιο δυνατό απ΄ότι πιστεύει ο ίδιος. Τα τέσσερα μόνο έργα που παρουσιάζει είναι κιόλας μια ολόκληρη έκθεση. Τα μαθήματα των μεγάλων δασκάλων παίρνουν άλλη προοπτική αδελφωμένα με τη σύγχρονη ευαισθησία, που καταλύει το αντικείμενο και το ανασυνθέτει κάτω από το δικό της φως...» γράφει μια κριτική του 1953 για την ομαδική έκθεση στο Ζάππειο όπου συμμετείχε.

Το 1957 παίρνει ένα σημαντικό βραβείο του ΕΟΤ για την εκπροσώπηση της Ελλάδας στο διεθνή διαγωνισμό του περιοδικού Holiday της Νέας Υόρκης (Holiday International Art Exhibition). Την διάκριση αυτή την πήρε ανάμεσα σε σαράντα χώρες για την καλύτερη καλλιτεχνική απόδοση της γενέτειρας, με το έργο «The spirit of Greece», ελαιογραφία, και υπογραφή Harry Boyadjianis. Με τα κέρδη του βραβείου καταφέρνει να ταξιδέψει στο Παρίσι. Εκεί ένας έμπορος τέχνης αγοράζει τα έργα που είχε μαζί του. Ήταν μια επιτυχία που του έδωσε τη δυνατότητα να παρατείνει την παραμονή του σ΄αυτή την «δραχμοβόρα πόλη» – όπως χαρακτηριστικά γράφει ο ίδιος. Είχε την αίσθηση ότι κέρδισε «μια μίνι υποτροφία εξ΄ιδίων των πόρων» είναι τα ίδια του τα λόγια.

Σε μεταγενέστερες επιστολές τού Αλέκου Φασιανού που του έγραφε από το Παρίσι (1969, 1974), διαπιστώνουμε την ύπαρξη εκείνων των έργων, από τα οποία μόνο ένα είχε συμπεριληφθεί στην έκθεση τού γκαλερίστα και τα υπόλοιπα έμειναν στο πατάρι της γκαλερί. Ο Α. Φασιανός, 20 χρόνια νεώτερος του Μπογιατζιάν, φαίνεται να διατηρούσε πολύ φιλική σχέση μαζί του, αφού γράφει για προσωπικά θέματα και κοινούς φίλους. Όσο για την τέχνη στο Παρίσι, κάπου αναφέρει «Στην ζωγραφική οι άνθρωποι ζητούν να βλέπουν την ανθρώπινη φιγούρα αλλά οι ζωγράφοι δεν τα καταφέρνουν να την αποδώσουν καλά, κι έτσι καταφεύγουν εις τα μοντέρνα πάλι....»

Κάπως έτσι είναι και το ύφος του Μπογιατζιάν στο μοτίβο της γυναικείας φιγούρας που έχει καθιερώσει. Μια τυπολογία νέου κοριτσιού, λιτό, γυμνό, αγαθό, στεφανωμένο με χρώματα και λουλούδια. Σαν μια εικόνα παιδική, ναΐφ, με τη μοντέρνα αισθητική ενός άξιου καλλιτέχνη.

Η πρώτη του ατομική έκθεση πραγματοποιήθηκε στο Χίλτον το 1966. Τα έργα του πωλούνταν από 2.000 – 12.000 δραχμές (με σημερινή αξία περίπου 600 – 3,000 ευρώ) και οι κριτικές που ακολούθησαν ήταν άριστες. Εκεί πρέπει να καθιέρωσε και το καλλιτεχνικό «Μποντιάν», αν και στους πίνακες υπογράφει ως «Boiagian» ή «Boyajian».

«Η άμεση και ισχυρή εκφραστικότης που επιτυγχάνει με τις πλατειές πινελιές και τα ωμά, ζωντανά χρώματα ο ζωγράφος Μποντιάν, φανερώνει αναμφισβήτητα μια μακρά πορεία ερεύνης» («Αττικά...και άλλα», Μεσημβρινή 1966).

«Οι γυναίκες του Μποντιάν θαρρείς πως είναι διάφανες... Δύο μικρές σφαίρες εικονίζουν τα στήθη τους και διασπούν τις πολλές ευθείες και τα επίπεδα που χαρακτηρίζουν τους πίνακές του. Εκείνο όμως που συγκεντρώνει την προσοχή μας είναι τα μεγάλα εκφραστικά μάτια. Μελαγχολικά, κάποτε στοχαστικά. Ανοίγματα της ψυχής του ζωγράφου...» («Κριτική», Μεσημβρινή 1966).

«Ο σεμνός κι αθόρυβος ζωγράφος Μπογιατζιάν εξάφνιασε τους φιλότεχνους με τις ανανεωτικές του τάσεις. Η τωρινή του δουλειά, εντελώς διαφορετική από κάθε προηγούμενη, έχει χαρίσματα αξιόλογα: εκφραστικότητα, χρωματική λάμψι, ύφος παιγνιδιάρικο....» («Οι εκθέσεις» κριτική του Σπ. Παναγιωτόπουλου).

Η έκθεση του 1966 είναι μάλλον το σημείο – σταθμός στη ζωή του Μπογιατζιάν, όταν έγινε πλέον γνωστός στους Αθηναϊκούς εικαστικούς κύκλους.

Η επόμενη προσωπική έκθεση θα πραγματοποιηθεί μετά από πολλά χρόνια, το 1978 στην γκαλερί «Σύγχρονη Χαρακτική». Εδώ τα θέματα είναι προφανώς ποικίλα, παρουσιάζει τοπία και νεκρές φύσεις, πάντοτε με την ίδια δυναμική και αρμονία που τον διακρίνει.

Τον Ιανουάριο του 1979 λαμβάνει το «Τιμής ‘Ενεκεν» από τον Σύλλογο Ελλήνων Λογοτεχνών, για τη συμβολή του στην κοινωνική ζωή του τόπου. Μια διάκριση που προορίζεται σε διακεκριμένες προσωπικότητες, ακαδημαϊκούς, συγγραφείς και καλλιτέχνες. Ο Μπογιατζιάν συνεργαζόταν και με τον ελληνικό τύπο.

Ο Χαρουτιούν Μπογιατζιάν ήταν ένας σεμνός, φιλόθρησκος και τακτικός άνθρωπος. Πέρασε τα τελευταία του χρόνια μοναχικά, και μάλλον άδοξα, στο σπίτι του στον Καρέα όπου ζούσε σαν ασκητής. Ο συμφοιτητής και φίλος του Nicola Sponza, ελληνο-ιταλός ζωγράφος, του γράφει από την Τεργέστη το 1986: « Αγαπητέ Χαρουτιούν, είμουν πολύ περίεργος να μάθω την σημερινή σου θέση στην Τέχνη. Σε θυμάμαι σαν τον καλλίτερο μαθητή του Μπισκίνη.... Σε τοποθετούσα στη γραμμή του Βικάτου, του Λύτρα....Οι φωτογραφίες των σημερινών έργων σου με πείθουν ότι διδάχθηκες την θεωρία του Πικάσο. Αν αυτό σου δίνει ικανοποίηση θα πει ότι βρήκες το δρόμο σου. Πώς είσαι τοποθετημένος στον Καλλιτεχνικό ορίζοντα της Αθήνας; είσαι από του πρώτους; δεν αμφέβαλα....»

Μπορεί ο Μπογιατζιάν να μην ήταν από τους πρώτους όπως εύχεται ο Sponza, όμως υπηρέτησε την τέχνη με όλες τις πτυχές του ταλέντου του.

Έφυγε μόνος, πλήρης καλλιτεχνικών ημερών σε ηλικία 89 ετών προς έναν... άλλον κυπαρισσώνα.

1&4. «Κοίμηση», σονέτο 24, «Κυπαρισσώνας», Ν. Τσιρακιάν σε μετάφραση Χ. Μπογιατζιάν, Αθήνα, 1957.

2. Το επίθετο δεν είναι τυχαίο. Έχει το ίδιο αρχικό τού ονόματός του στα ελληνικά και σημαίνει «λυράρης», από τη λέξη վին -βιν που είναι η μεσαιωνική λύρα.

3. Ο «Κυπαρισσώνας» (Նոճաստան) εκδόθηκε το 1908 στην Κωνσταντινούπολη και μαζί με τον «Εσώκοσμο» (Ներաշխարհ, 1906) ήταν τα δύο εναπομείναντα έντυπα έργα του Ίντρα.