15 xρόνια αδιάλειπτης παρουσίας Εκτύπωση

(σκέ­ψεις και προ­βλη­μα­τι­σμοί)

 

Σαρκίς Αγαμπατιάν

 

Αρ­χές του ’98, μου ζη­τή­θη­κε να γρά­ψω έ­να κεί­μενο για το και­νούρ­γιο ελ­λη­νό­γλωσ­σο πε­ριο­δι­κό αρ­με­νι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος που ε­πρό­κει­το να κυ­κλο­φο­ρή­σει σύ­ντο­μα. Πρώ­τες σκέ­ψεις: εγ­χεί­ρη­μα τολ­μη­ρό, μέλ­λον α­βέ­βαιο! Ποιοι θα στελέ­χω­ναν το έ­ντυ­πο, πώς θα ε­ξα­σφα­λί­ζο­νταν οι πό­ροι και τι α­πή­χη­ση θα εί­χε; Τε­λι­κά, ό­ταν κυ­κλο­φό­ρη­σε το πρώ­το τεύ­χος οι πε­ρισ­σό­τε­ροι το υ­πο­δέ­χτη­καν με εν­θου­σια­σμό, αλλά υ­πήρ­χαν και ο­ρι­σμέ­νοι που αμ­φέ­βα­λαν για την ε­πι­τυ­χί­α του.

Κά­θε αρ­χή και δύ­σκο­λη

Με τον και­ρό δό­θη­καν λύ­σεις στα βα­σι­κό­τε­ρα προ­βλή­ματα, χω­ρίς ό­μως αυ­τό να ση­μαί­νει ό­τι δεν υ­πάρ­χουν και μέ­χρι σή­με­ρα, ελ­λεί­ψεις, α­τέλειες και μι­κρά λά­θη. Θα πρέ­πει ό­μως να λά­βου­με υ­πό­ψη ό­τι οι συ­νερ­γά­τες των ΑΡ­ΜΕ­ΝΙ­ΚΩΝ εί­ναι κα­τά κύ­ριο λό­γο ε­ρα­σιτέ­χνες και ξε­κλέ­βουν απ’ τον ε­λεύ­θε­ρο χρό­νο τους για να συ­νει­σφέ­ρουν ε­θε­λο­ντι­κά στην ύ­λη και δια­μόρ­φω­ση του πε­ριο­δι­κού. Ο «ε­ξο­πλι­σμός» που δια­θέ­τουν εί­ναι η παι­δεί­α και η α­γά­πη τους για την Αρ­με­νί­α και τον αρ­με­νι­σμό, και η α­ντα­μοι­βή τους η συ­νει­σφορά τους στο χα­ϊ­α­μπαχ­μπα­νούμ (δια­τήρη­ση της αρ­με­νι­κής συ­νεί­δη­σης).

Στην πο­ρεί­α το πε­ριο­δι­κό ΑΡ­ΜΕ­ΝΙ­ΚΑ βρή­κε το ρυθ­μό του, μά­λι­στα α­πέ­κτη­σε και νο­μι­κή υ­πό­στα­ση: σύλ­λο­γος μη κερ­δο­σκο­πι­κού χα­ρα­κτή­ρα «Α­ζα­ντα­μάρ­ντ» (Α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κός Α­γώ­νας), προς τι­μήν της ο­μώ­νυ­μης ι­στο­ρι­κής ε­φη­με­ρί­δας της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης. Στα­δια­κά νέ­οι συ­νερ­γά­τες άρ­χι­σαν να στηρί­ζουν την εν­δια­φέ­ρου­σα αυ­τή προ­σπά­θεια και κά­πως έ­τσι τα ΑΡ­ΜΕ­ΝΙ­ΚΑ έ­γι­νε έ­νας φά­ρος ε­νη­μέ­ρω­σης για την αρ­με­νι­κή πα­ροι­κί­α και τους Έλ­λη­νες φί­λους.

Α­πό την ε­φη­βεί­α στην ε­νηλι­κί­ω­ση

Ό­ταν κά­ποτε σε μια συ­ζή­τη­ση έ­νας φί­λος α­να­φέρ­θη­κε στο πε­ριο­δι­κό, ε­πι­σή­μα­νε ό­τι εί­ναι μεν α­ξιό­λο­γο αι­σθη­τι­κά και α­πό ά­πο­ψη θε­μα­το­λο­γί­ας, έ­χει ό­μως έ­να βα­σι­κό μειο­νέ­κτη­μα. Εί­ναι «ά­χρω­μο». Δη­λα­δή δεν έ­χει ά­πο­ψη, ω­ραιο­ποιεί τις κα­τα­στά­σεις και δεν α­σκεί κρι­τι­κή. Ε­πει­δή ό­μως ε­χθρός του κα­λού εί­ναι το κα­λύ­τε­ρο, τα ΑΡ­ΜΕ­ΝΙ­ΚΑ έ­δω­σαν α­πά­ντη­ση στον πα­ρα­πά­νω προ­βλη­μα­τι­σμό αρ­χί­ζο­ντας με τον και­ρό να αγ­γί­ζουν και πιο τολ­μη­ρά θέ­μα­τα. Έ­τσι θέ­μα­τα ό­πως οι αυ­το­κτο­νί­ες στον στρα­τό σε πε­ρί­ο­δο ει­ρή­νης, η κατά­χρη­ση ε­ξουσί­ας, η ο­λι­γαρ­χί­α που α­πο­μυ­ζεί τον πλού­το της χώ­ρας, το με­τανα­στευ­τι­κό κύ­μα, αλ­λά και άρ­θρα που α­να­δείκνυαν α­κτι­βι­στι­κά κι­νή­μα­τα και α­πλούς αν­θρώ­πους που α­γω­νί­ζο­νται για μια κα­λύ­τε­ρη και πιο δί­και­η Αρ­με­νί­α άρ­χι­σαν να έ­χουν στα­θε­ρή πα­ρου­σί­α στην ύ­λη του περιο­δι­κού.  

Ο­ρι­σμέ­νοι δυ­σφό­ρη­σαν. Το πα­ρά­πο­νό τους ή­ταν ό­τι γρά­φο­νταν ει­δή­σεις και σχό­λια που «δυ­σφη­μούν» την Αρ­με­νί­α. Γρα­πτός διά­λο­γος δεν υ­πήρ­ξε, πα­ρά μό­νο α­πο­σπα­σμα­τι­κές συ­ζη­τήσεις κατ’ ι­δί­αν. Το σκε­πτι­κό πί­σω α­πό τη δυ­σφο­ρί­α ή­ταν ό­τι ό­λα αυ­τά δεν πρέ­πει να γρά­φονται, διό­τι η Αρ­με­νί­α κιν­δυ­νεύ­ει. ό­τι οι Αρ­μέ­νιοι της δια­σπο­ράς έ­χουν υ­πο­χρέ­ω­ση να βο­η­θούν την πα­τρί­δα. ό­τι δεν έ­χουν δι­καί­ω­μα ν’ α­σκούν κρι­τι­κή ε­φό­σον δεν εί­ναι πο­λί­τες αυ­τής της χώ­ρας. ό­τι εί­ναι εύ­κο­λο να μι­λάς ό­ταν εί­σαι απ’ έ­ξω κ.λπ. Η α­πάντη­ση πά­ντως σε αυ­τές τις σκέ­ψεις εί­ναι η ρή­ση του με­γά­λου δια­φω­τι­στή Βολ­ταίρου: «Δια­φω­νώ γι’ αυ­τό που λες, αλ­λά θα α­γω­νι­στώ με κά­θε μέ­σο για το δι­καί­ω­μά σου να το λες».

Ε­δώ, θα ά­ξι­ζε ν’ α­να­φέ­ρου­με τις δηλώ­σεις ε­νός Τούρ­κου δη­μο­σιο­γρά­φου, του Τε­μέλ Ντε­μι­ρέρ, ο ο­ποί­ος κα­τα­δι­κά­στη­κε σε δύ­ο χρό­νια φυ­λά­κι­ση ε­πει­δή υ­πο­στή­ρι­ξε ό­τι στην Τουρ­κί­α διε­πρά­χθη γε­νο­κτο­νί­α : «Η ε­λευ­θε­ρί­α της σκέ­ψης εί­ναι α­δια­πραγ­μά­τευ­τη. Κα­θή­κον κά­θε δη­μο­σιο­γρά­φου εί­ναι να γρά­φει την α­λή­θεια, να γρά­φει αυ­τά που συμ­βαί­νουν, να ε­νη­με­ρώ­νει τον α­να­γνώ­στη του για την α­λή­θεια. Οι δημο­σιο­γρά­φοι εί­ναι η συ­νεί­δη­ση των αν­θρώ­πων. Φι­μώ­νο­ντας ή ε­ξο­ντώ­νο­ντάς τους η Τουρ­κί­α σκο­τώ­νει τη δι­κή της συ­νεί­δηση». Κα­θώς και τα λό­για της γνω­στής Αρ­μέ­νισ­σας α­κτι­βί­στριας Μα­ριάμ Σουχου­ντιάν : «Η μά­χη εί­ναι α­πό μό­νη της μια νί­κη, ο άν­θρω­πος που μά­χε­ται, πο­τέ δεν ητ­τά­ται. Ε­φό­σον υ­πάρχει κά­ποιος που πι­στεύ­ει και κά­νει ό,τι κα­λύ­τε­ρο μπο­ρεί για ν’ αλ­λά­ξει τη χώ­ρα του, τό­τε τί­πο­τα δεν έ­χει χα­θεί».

Τα χρό­νια πέ­ρα­σαν, το πε­ριο­δι­κό βελ­τιώθη­κε θε­α­μα­τι­κά και κυ­ρί­ως αι­σθη­τι­κά, έ­γι­νε εξ ο­λο­κλή­ρου έγ­χρω­μο, ο α­ριθ­μός των σε­λί­δων αυ­ξή­θη­κε, οι δια­φη­μί­σεις και οι δω­ρε­ές κά­λυ­πταν τα έ­ξο­δα, οι συν­δρο­μη­τές εί­χαν αυ­ξη­θεί!

Δυ­στυ­χώς, πριν α­πό τρί­α χρό­νια ο ε­φιάλ­της της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης χτύ­πη­σε και τα ΑΡ­ΜΕ­ΝΙ­ΚΑ.

Τα τα­χυ­δρο­μι­κά τέ­λη δε­κα­πλα­σιά­στη­καν, οι δω­ρε­ές και οι δια­φη­μί­σεις μειώ­θη­καν δρα­μα­τι­κά.

Υ­πήρ­χαν τρεις ε­πι­λο­γές: ή να μειω­θούν οι σε­λίδες του πε­ριο­δι­κού και να ε­πι­στρέ­ψει στο αρ­χι­κό μαυ­ρό­α­σπρο σχή­μα ή να πά­ψει να κυ­κλο­φο­ρεί ή να συ­νε­χι­στεί η έκ­δο­σή του με την κα­τα­βο­λή ε­νός μι­κρού τι­μή­ματος α­πό τους συν­δρο­μη­τές ώ­στε να κα­λυ­φθεί έ­να μέ­ρος των ε­ξό­δων. Προ­τι­μή­θηκε η τρί­τη και ί­σως… δυ­σκο­λό­τε­ρη λύ­ση.

Δύ­ο α­πό τα βα­σι­κά γνω­ρί­σμα­τα που χα­ρα­κτηρί­ζουν τους Αρ­μέ­νιους εί­ναι το πεί­σμα και η θέ­λη­ση, γι’ αυ­τό άλ­λω­στε και ε­πι­βίω­σαν ε­πί τρεις χι­λιά­δες χρό­νια, ε­νώ άλλοι λα­οί ε­ξα­φα­νί­στη­καν. Έ­τσι λοι­πόν, η προ­σπά­θεια συνε­χί­ζε­ται με το φα­να­τι­κό α­να­γνω­στι­κό κοι­νό να α­ντα­πο­κρί­νε­ται θε­τι­κά και να α­πο­δει­κνύ­εται έ­νας φε­ρέγ­γυος α­ρω­γός στη συλ­λο­γι­κή προ­σπά­θεια που λέ­γε­ται ΑΡ­ΜΕ­ΝΙ­ΚΑ. Ό­σο το επι­τρέ­πουν οι δυ­νά­μεις μας λοι­πόν, ας α­τε­νί­ζου­με το μέλ­λον με θε­τι­κούς προ­βλη­ματι­σμούς και αι­σιό­δο­ξη καρ­διά ευελ­πι­στώ­ντας ό­τι το τα­ξί­δι μας έ­χει προ­ο­ρι­σμό, αλ­λά δεν έ­χει… τέ­λος.