«Εμείς οι Αρμεναίοι...» Στα ίχνη μιας κοινότητας (Ηράκλειο) Εκτύπωση E-mail

Armeniko sxoleio iraklio 1937 38 apo istoriko moyseio irakleioy

Δρ. Τακουή Βακιρτζιάν

Μάιος- Αύγουστος 2021, τεύχος 107

Ελληνες και Αρμένιοι συνυπάρχουν στην Κρήτη πάνω από 1000 χρόνια. Η πρώτη εγκατάσταση Αρμενίων στην Κρήτη χρονολογείται τον δέκατο αιώνα, όταν ο  Νικηφόρος  Φωκάς,  βυζαντινός  στρατηγός  αρμενικής  καταγωγής, ελευθέρωσε το νησί από τους Σαρακηνούς Άραβες.

Οι άνδρες του Νικηφόρου Φωκά προέρχονταν από τα ευρωπαϊκά θέματα της Θράκης και της Μακεδονίας, κυρίως όμως από τα πολυάριθμα τάγματα του θέματος των Αρμενιακών.

Μετά την ανακατάληψη της Κρήτης από τους Βυζαντινούς το 961, πολλοί Αρμένιοι στρατιώτες εγκαταστάθηκαν στο νησί είτε με τις οικογένειές τους είτε μέσα από τους γάμους τους  με ντόπιες γυναίκες. Στους εποικισμούς εκείνης της περιόδου αποδίδεται  το τοπωνύμιο Αρμένοι στους νομούς Χανίων, Ρεθύμνου και Λασιθίου, το τοπωνύμιο Αρμενόκαμπος στη Σκλαβοπούλα Σελίνου, το τοπωνύμιο Αρμενόπετρα στη Βιάννο, κ.λ.π.

Βενετοκρατία

Έγγραφα της Βενετικής Γερουσίας μαρτυρούν αργότερα τις εμπορικές σχέσεις ανάμεσα στην Κρήτη και την Αρμενία καθώς και αξιοσημείωτες μετακινήσεις αρμενικών πληθυσμών από τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολή προς το νησί. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, που κατά τα πρώτα χρόνια της Βενετοκρατίας απαντώνται στον Χάνδακα τα επώνυμα Armeni και Armani, τα οποία, με το πέρασμα του χρόνου, θα εξελληνιστούν σε Αρμένης ή Αρμενάκης.

Έτσι, για παράδειγμα, το 1363, ένας Αρμένιος αρχιεπίσκοπος παρουσιάζεται στoν Δόγη και ζητά άδεια για να εγκατασταθεί με 2.000 άτομα στην Κρήτη. Το αίτημα γίνεται αποδεκτό, με τον δεσμευτικό όρο να παραχωρηθούν, μεταξύ άλλων, στους νέους κατοίκους μια παλαιά εκκλησία στον Χάνδακα, που ήταν γνωστή ως «των Αρμενίων», και έκταση γης  γύρω της,  για να κτίσουν τα σπίτια τους. Πρόκειται, πιθανόν,  για εκκλησία της Βυζαντινής περιόδου η οποία είχε ανεγερθεί για τις θρησκευτικές ανάγκες των Αρμενίων που είχαν έρθει με τον Φωκά.

Κρητικός Πόλεμος

Το 1645, οι Οθωμανοί εκστρατεύουν κατά της Κρήτης. Αφού κατέλαβαν τα Χανιά και τον επόμενο χρόνο το Ρέθυμνο, έφτασαν στην Κάντια (Ηράκλειο). Ξεκίνησε έτσι, η μεγαλύτερη σε διάρκεια πολιορκία στην παγκόσμια ιστορία και ο τρομερός πόλεμος της Κάντια, διάρκειας  21 χρόνων, με μάχες που μαίνονταν πάνω, μα και κάτω από τη γη, σε υπόγειες στοές. Η πόλη αλώθηκε μέσα από προδοσία, αυτήν του Ανδρέα Μπαρότση, τον Σεπτέμβριο του 1669 και παραδόθηκε στον Μεγάλο Βεζίρη Αχμέτ Φαζίλ Κιοπρουλού. Οι περίπου 4.000 κάτοικοί της έφυγαν τότε προς τα Ιόνια νησιά και τη Βενετία, ενώ τα τελευταία βενετικά φυλάκια παραχωρήθηκαν το 1715. Για την ημέρα της εισβολής στην Κάντια, ο Νικόλαος Σταυρινίδης σημειώνει: «μπήκαν τότε κι όλοι οι Αρμένιοι που έσερνε μαζί του ο Κιοπρουλής ως υπονομοποιούς» (δηλαδή, ειδικούς για την εκσκαφή υπόγειων στοών, για την τοποθέτηση εκρηκτικών στα τέλη της πολιορκίας), τους οποίους ο ίδιος υπολογίζει σε 1000 άτομα.  Τον αριθμό αυτό ανεβάζει σε 8.000 άνδρες η Ελισάβετ Ζαχαριάδου, βασιζόμενη σε νεότερες έρευνες.

Εύλογα προκύπτει το ερώτημα σχετικά με τις τύχες των Αρμενίων της Βενετοκρατίας. Τι να απέγιναν; Ακολούθησαν ίσως τους άλλους κατοίκους της πόλης στο ταξίδι προς τις βενετοκρατούμενες περιοχές και τη Δύση. Η πρώτη φορολογική απογραφή στον τουρκοκρατούμενο Χάνδακα δεν αναφέρει, ωστόσο, καθόλου Αρμενίους, πιθανόν επειδή αυτοί θεωρούνταν μέλη του οθωμανικού στρατού.

Ο πληθυσμός που ήρθε τότε δεν περιελάμβανε μόνο «υπονομοποιούς» αλλά και χτίστες που χρησιμοποιήθηκαν στη συνέχεια, από την Οθωμανική Διοίκηση, σε οικοδομικές εργασίες, κατεδαφίσεις εκκλησιών και μετατροπή τους σε μουσουλμανικά τεμένη, κ.λ.π. Αρκετοί από αυτούς ζούσαν στην προϋπάρχουσα αρμενική συνοικία, μέσα από τη Χανιόπορτα, βόρεια της Πλατιάς Στράτας (της σημερινής λεωφόρου Καλοκαιρινού). Φαίνεται όμως ότι κατείχαν σπίτια και σε άλλες περιοχές της πόλης.

Οι Κώδικες του Ιεροδικείου του Χάνδακα αποκαλύπτουν ότι η αρμενική εθνότητα της πόλης ήταν ιδιαίτερα δραστήρια, τα πρώτα χρόνια μετά την παράδοση. Ήταν μάλιστα  η πιο δραστήρια, συγκρινόμενη με την ελληνική και την εβραϊκή. Μερικοί Αρμένιοι ήταν ελεύθεροι επαγγελματίες ενώ οι περισσότεροι ήταν έμποροι. Έλεγχαν πλήρως τη συντεχνία των χρυσοχόων, ως έναν άλλον βαθμό και εκείνη των αρτοποιών, και συνεργάζονταν με ομοεθνείς τους εμπόρους στην υπόλοιπη Οθωμανική αυτοκρατορία. Ήταν επίσης τεχνίτες: χαράκτες, κατασκευαστές ξιφών, ράφτες και σιδεράδες. Κάποιοι ασχολούνταν επίσης με τραπεζικές επιχειρήσεις, ήταν δηλαδή δανειστές ή εγγυητές, όπως στην περίπτωση του Άμπρο που δάνεισε ένα μεγάλο ποσό στον ντεφντερντάρη, τον Προϊστάμενο των Οικονομικών Υπηρεσιών Κρήτης.

Ο Άμπρο Τσελεμπί ή Αμπραάμ Αμπροϊάν (1621-1676), πλούσιος Αρμένιος της Κωνσταντινούπολης, ανήκε σε οικογένεια ευγενικής καταγωγής. Ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα του ασχολήθηκε, ήδη από την εφηβική ηλικία, με το εμπόριο, στήνοντας ένα δίκτυο επιχειρήσεων στο Βελιγράδι, τον Μοριά, τη Βενετία και την Κρήτη. Για τις υπηρεσίες του στον οθωμανικό στρατό, είχε απαλλαγεί από φόρους και τελωνειακούς δεσμούς, με διάταγμα του Σουλτάνου Ιμπραήμ, ενώ, ως τραπεζίτης, ανέπτυξε στενές σχέσεις με τον Γαζή Ντελί Χουσεΐν Πασά, τον Μεγάλο Βεζίρη Κιοπρουλού Μεχμέτ Πασά και άλλους αξιωματούχους. Γνωστός για τη γενναιοδωρία, τον πατριωτισμό και την ευλαβικότητά του, ανέλαβε τα έξοδα για την ανακαίνιση και ανοικοδόμηση πολλών αρμενικών εκκλησιών στα Βαλκάνια, στην Τουρκία και στην Ιταλία.

Κατά τη διάρκεια του Κρητικού Πολέμου, ο Άμπρο ήταν ο κύριος τροφοδότης του οθωμανικού στρατού και, χάρη σε αυτήν την ιδιότητά του, υπήρξε πολύ σημαντικός για την ιστορία της αρμενικής κοινότητας του Ηρακλείου. Αμέσως μετά την κατάληψη του Χάνδακα, και έχοντας εξασφαλίσει καιρό πριν την εύνοια του Μεγάλου Βεζίρη Κιοπρουλού, χρησιμοποιώντας ευγλωττία και οξύνοια, αγόρασε από το οθωμανικό κράτος τον ελληνορθόδοξο ναό του Αγίου Γεωργίου του Δοριανού και τον προσέφερε στους ομοεθνείς του. Πρόκειται για τη ληξιαρχική πράξη γέννησης της αρμενικής εκκλησίας της πόλης, που γίνεται έτσι η παλαιότερη στα Βαλκάνια! Είναι, πιθανότατα, η ίδια στην οποία λειτουργούσαν προηγουμένως οι Αρμένιοι της Βενετοκρατίας, μάλλον και εκείνοι της Βυζαντινής περιόδου. Ο ναός αφιερώθηκε στον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Μέχρι σήμερα παραμένει αρμενικός και τιμά τον ίδιο άγιο. Τη συνέχεια αυτή επιβεβαιώνει μια σειρά από ταφόπλακες στον περίβολό της που αναφέρουν ταφές «εν θύρα Αγίου Προδρόμου» και χρονολογούνται από το 1669 έως τον 19ο αιώνα.

Ο Άγιος Ιωάννης αποτελεί επίσης μία από τις τρεις εκκλησίες που αφέθηκαν στους Χριστιανούς για την τέλεση των λειτουργιών τους κατά την Τουρκοκρατία, μαζί με τις  εκκλησίες του Αγίου Ματθαίου και του Αγίου Μηνά.  Tο 1671, παραχωρήθηκε στους Αρμενίους, μετά από αίτημά τους, έκταση τεσσάρων στρεμμάτων στα δυτικά της πόλης, για να θάβουν τους νεκρούς τους, δίπλα στο ελληνικό και το εβραϊκό νεκροταφείο. Το εβραϊκό κοιμητήριο κατελήφθη από τμήμα του γηπέδου του Ο.Φ.Η. ενώ το αρμενικό  βρίσκεται σήμερα βόρεια του γηπέδου.

Δημογραφικές αλλαγές

Το 1700, ο Γάλλος περιηγητής Joseph Pitton de Tournefort, αναφέρει για την Κάντια 800  Έλληνες που πληρώνουν κεφαλικό φόρο, περίπου 1000 Εβραίους και 200 Αρμενίους, ενώ το 1818, ο Ζαχαρίας Πρακτικίδης σημειώνει την ύπαρξη  στην πόλη ενός αρμενικού ναού και δέκα οικιών, ιδιοκτησίας Αρμενίων. Στην επόμενη καταγραφή, το 1881, ο Νικόλαος Σταυράκης, Γενικός Γραμματέας της Γενικής Διοίκησης της Νήσου Κρήτης, παρατηρεί ότι ο αρμενικός ναός δεν λειτουργεί την τελευταία εικοσαετία, εξαιτίας της απουσίας αρμενικής κοινότητας.

Δεκατρία χρόνια αργότερα, το 1894, στον ηρακλειώτικο τύπο, δύο αναφορές παραπέμπουν στις υποθέσεις των Αρμενίων της πόλης. Η πρώτη περιγράφει τα φτωχόσπιτα της συνοικίας Γενί Τζαμί και αναφέρει τον Αρμένιο συμπολίτη κ. Χ΄΄ Μαρ. Συμεωνίδη, μουχτάρη της συνοικίας και διαχειριστή της εκκλησίας. Σημειώνει ότι «η εκκλησία στερείται ιερέα εδώ και πολλά χρόνια» και παροτρύνει τους Αρμένιους να προσφέρουν μέρος των εσόδων τής ενορίας τους για να μισθώσουν εφημέριο. Στη δεύτερη, ανακοινώνεται η τοποθέτηση του Αρμένιου ιερέα Εμμανουήλ, ο οποίος ήταν προηγουμένως εφημέριος στη Χαρταλιμή (Καρτάλ). Με αφορμή την άφιξή του, γίνεται λόγος για 30 Αρμενίους που κατοικούν στο Ηράκλειο και άλλους τόσους στο υπόλοιπο νησί.

Σε κάθε περίπτωση, την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα και την πρώτη του 20ού, εγκαθίστανται στο Ηράκλειο μεμονωμένες οικογένειες από την περιοχή της  Σμύρνης. Δεν γνωρίζουμε αν ήρθαν εδώ για εμπορικούς λόγους ή λόγω της επισφαλούς πολιτικής κατάστασης που επέφεραν οι σφαγές του Αβδούλ Χαμίτ Β΄ κατά των Αρμενίων, από το 1894 έως το 1907.  Οι οικογένειες αυτές ασχολούνται  με το εμπόριο υφασμάτων και καφέ.

Πρόσφυγες του ΄22

Σε αντίθεση με την Γενοκτονία του 1915, που δεν φαίνεται να επηρέασε αριθμητικά την αρμενική παροικία της Κρήτης, η Μικρασιατική καταστροφή επέφερε μεγάλες αλλαγές, καθώς κατέφθασαν ως πρόσφυγες στο νησί περίπου 2.000 Αρμένιοι.  Τον Απρίλιο του 1923, στην πόλη του Ηρακλείου υπάρχουν 195 Αρμένιοι, ένας ναός κι ένας επίσκοπος. Τα επόμενα χρόνια η κοινότητα θα μεγαλώσει τόσο από μετακινήσεις Αρμενίων, οι οποίοι βρίσκονται ήδη στην Κρήτη, όσο και από νέους πρόσφυγες που κατέφθαναν από την υπόλοιπη Ελλάδα και τη Μικρά Ασία. Η ύπαρξη της εκκλησίας παρείχε μια επιπρόσθετη ψυχολογική ασφάλεια, ενώ οι ντόπιες αρμενικές οικογένειες που ήταν ευκατάστατες, προσέφεραν ποικίλη στήριξη στους νεοαφιχθέντες. Οργανώθηκε, επίσης, ενοριακό συμβούλιο που ανέλαβε μεταξύ άλλων και τη διευκόλυνση της εγκατάστασης των προσφύγων.

Το 1924 ο αριθμός των Αρμενίων υπερτετραπλασιάζεται. Σύμφωνα με τα αρχεία της Αρμενικής Εκκλησίας έχουμε 320 οικογένειες, 850 περίπου άτομα. Προέρχονται από τα βιλαέτια των Αδάνων, του Αϊδινίου, της Άγκυρας, τoυ Ερζερούμ, της Προύσας, της Κασταμονής, του Ικονίου, της Χαρπούτ, της Σεβάστειας και της Τραπεζούντας.

Οι Αρμένιοι πρόσφυγες του Ηρακλείου ανήκαν σε διάφορες ηλικιακές ομάδες και προέρχονταν από ποικίλα κοινωνικά στρώματα. Κάποιοι ήταν «τυχεροί», γιατί είχαν επιζήσει από πορείες θανάτου. Υπήρχαν αγράμματοι αλλά και μορφωμένοι. Ήταν όμως όλοι ξεριζωμένοι. Είχαν χάσει περιουσίες και δικούς τους ανθρώπους και βέβαια δεν μιλούσαν ελληνικά! Ήταν αρμενόφωνοι και τουρκόφωνοι ή μόνο τουρκόφωνοι.

Όπως και οι σημερινοί πρόσφυγες, οι περισσότεροι άσκησαν χειρωνακτικά επαγγέλματα, ασχέτως αν στην πατρίδα τους ήταν γραμματικοί ή δημόσιοι υπάλληλοι. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι Αρμένιοι πρόσφυγες δεν έλαβαν περιουσία από τα ανταλλάξιμα. Έπρεπε να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους από το μηδέν. Εργάζονταν λοιπόν ως τεχνίτες: σιδεράδες, παπουτσήδες, χειριστές μηχανημάτων, ρολογάδες, μάγειρες, ζαχαροπλάστες, κλειδαράδες, ράφτες, υφαντές, σαπουνάδες κι εργάτες.  Άλλοι ξεκίνησαν ως πλανόδιοι και σιγά σιγά ενοικίασαν καταστήματα. Έγιναν χρυσοχόοι, έμποροι υφασμάτων, τροφίμων, καπνού και φωτογράφοι. Στους μορφωμένους βρίσκουμε δύο δάσκαλους, έναν χημικό κι έναν γιατρό, τον Μιχράν Πεστιμαλδτζιάν, ο οποίος διορίστηκε από το ελληνικό κράτος, με άλλους οκτώ Έλληνες γιατρούς, για την περίθαλψη των προσφύγων.

Αξιοσημείωτη υπήρξε η συμβολή των Αρμενίων στην ανάπτυξη του τοπικού αθλητισμού. Η ποδοσφαιρική ομάδα που είχε δημιουργήσει στην γειτονιά του ο φίλαθλος έμπορος Μαγαζιάν, την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, θα οδηγήσει, το 1923, στην δημιουργία της «Ένωσης Αρμενίων», του πρώτου άτυπου ποδοσφαιρικού σωματείου της πόλης. Αν και η Ένωση διαλύθηκε έναν χρόνο αργότερα, ποδοσφαιριστές της προσχώρησαν στην Ένωση Γυμναστικών Οργανώσεων Ηρακλείου. Το 1928, με πρωτοβουλία του Κεβόρκ Μαδανιάν και του Αβέτ Βαρζανκιάν, το σωματείο δραστηριοποιήθηκε εκ νέου ως παράρτημα της «Πανελλήνιας Ενώσεως Αρμενίων Αθλητών», με ομάδα ποδοσφαίρου και βόλεϊ. Στην ομάδα γράφτηκαν τότε όλοι οι νεαροί Αρμένιοι που έμεναν στο Ηράκλειο, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης και επαγγέλματος.

Ως λαός της Ανατολής, οι Αρμένιοι έχουν στενή σχέση με την μουσική και το τραγούδι. Κάποιοι παίζουν ούτι και τραγουδούν αμανέδες μαζί με Έλληνες πρόσφυγες στα καφέ Αμάν και Σαντάν του Λάκκου.  Άλλοι, υψηλότερης κοινωνικής τάξης, παίζουν καθωσπρέπει αστικά τραγούδια  με ακορντεόν, μαντολίνο, κιθάρα, και μπουζούκι στις γιορτές κι εκδρομές της κοινότητας.

Το αρμενικό σχολείο

Ο  μεγάλος αριθμός νηπίων και παιδιών οδήγησε στην ίδρυση ενός σχολείου, στον περίβολο της εκκλησίας, δωρεά του Σμυρνιού υφασματέμπορου Μικαελιάν. Στέγασε τη δεκαετία του ’30, νηπιαγωγείο και δημοτικό. Σε αυτό φοίτησαν περίπου 150 παιδιά τα οποία παρακολουθούσαν το πρόγραμμα του ελληνικού σχολείου, με επιπλέον μαθήματα αρμενικής γλώσσας. Το εκπαιδευτικό προσωπικό αποτελούσαν μία νηπιαγωγός και δύο δασκάλες- μία για τα ελληνικά και μία για τα αρμενικά. Η επιστάτρια και η δασκάλα της αρμενικής γλώσσας αμείβονταν από το εκκλησιαστικό συμβούλιο, ενώ τα βιβλία τα προμηθεύονταν από την Κωνσταντινούπολη. Το σχολείο έκλεισε μεταξύ των ετών 1940 και 1947. Ο χώρος  του παρέμεινε όμως λειτουργικός για την παροικία. Εκεί γιορτάζονταν οι εθνικές επέτειοι (ελληνικές και αρμενικές), εκεί γίνονταν κοινωνικές εκδηλώσεις στις οποίες παρίστατο όλη η κοινότητα (όπως θεατρικές παραστάσεις, χοροί, αρραβώνες). Εκεί μάθαμε κι εμείς, η τρίτη γενιά, τη δεκαετία του  ’70, γραφή κι ανάγνωση, τα απογεύματα του Σαββάτου.

Αντίσταση

Στον πόλεμο του ’40 μερικοί Αρμένιοι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην Αντίσταση. Η Βαρβάρα Πεστιμαλδτζιάν, σύζυγος του γιατρού που αναφέραμε προηγουμένως, μαζί με την Κυβέλη Σεργίου αντέγραφαν τη νύχτα γερμανικά έγγραφα της Κομαντατούρ και τα παρέδιδαν στον Κεβόρκ Μαδανιάν. Ο Μαδανιάν, ο οποίος συνεργαζόταν στενά με τον αρχηγό της Αντικατασκοπείας Βαγγέλη Ακουμιανάκη, διαβίβαζε στο αρχηγείο της Μέσης Ανατολής με τον ασύρματο που έκρυβε στο σπίτι του, μηνύματα για τις νηοπομπές που τροφοδοτούσαν τον Ρόμελ. Συνελήφθη από την Γκεστάπο με τον επίσης κατάσκοπο Αλμπέρ Σακαριάν και μεταφέρθηκαν στις φυλακές της Αγιάς. Παρά τα βασανιστήρια τα οποία υπέστησαν επί μήνες, οι δύο άνδρες δεν ομολόγησαν τους συνεργάτες τους, εξασφαλίζοντας έτσι την επιβίωση του μεγαλύτερου κατασκοπευτικού δικτύου της Κρήτης.

Το καλοκαίρι του 1946 αποτελεί τομή για την ιστορία της τοπικής αρμενικής κοινότητας. Η ροή των μετακινήσεων ανατρέπεται, όταν η Σοβιετική Αρμενία καλεί τους Αρμένιους της διασποράς να εγκατασταθούν στη γη της. Ο επαναπατρισμός αυτός που σημειώθηκε από το 1946 ως το 1947 έπληξε όλες τις αρμενικές παροικίες της χώρας. Έτσι, στην αρμενική απογραφή του 1948, βρίσκουμε στο Ηράκλειο και τα περίχωρά του μόνο 187 άτομα, σε αντίθεση με τον αριθμό που υπήρχε πριν τον πόλεμο (450 το 1939). Τη δεκαετία του ’50 και του ’60 παρατηρείται νέα έξοδος, αυτήν τη φορά προς την αμερικανική ήπειρο (Αργεντινή, Η.Π.Α. και Καναδά), τη Γαλλία και βέβαια την Αθήνα.

Μετά το 1950

Στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, αν και η κοινότητα έχει πλέον συρρικνωθεί, είναι ωστόσο πολύ ζωντανή και δραστήρια οικονομικά. Ο Ηρακλειώτης που κατηφόριζε την λεωφόρο Καλοκαιρινού το ’60, σε διαδρομή μικρότερη των 200 μέτρων, συναντούσε τα υφασματοπωλεία των Αβεδίς Αβεδισιάν, Κάρολου Τσιλιγκιριάν, Αραράτ Αμπραχαμιάν, Κεβόρκ Μαδανιάν και Αβέτ Βαρζανκιάν καθώς και τα υποδηματοπωλεία των Αγκόπ Καζαντζιάν και Χατσίκ Αγαμπαντιάν. Στα Λιοντάρια  έβλεπε, στην γωνία του τετραγώνου 50, το καθαριστήριο «ΣΙΚ» του Αρνταβάστ Αμπραχαμιάν και τις μπουγάτσες του Κιρκόρ Χοβσεπιάν. Μπαίνοντας στην οδό 1821, συναντούσε στα αριστερά του το εργαστήριο του Λάζαρου Βακιρτζιάν, του οποίου τα χάμουρα και οι μουράγιες προμήθευαν όλη την επαρχία. Πιο πάνω, μετά την οδό Καρτερού, το φωτογραφείο του Καραμπέτ Αγαμπαντιάν. Στα ψαράδικα και στην πλατεία Κορνάρου, αντίστοιχα, τα καταστήματα του Πρόδρομου Νταμπανιάν και του Ζιράρ Βακιρτζιάν.

Το εμπόριο είναι σίγουρα ο επαγγελματικός τομέας στον οποίο κινήθηκαν με τρομερή ευχέρεια οι Αρμένιοι της δεύτερης γενιάς. Τίμιοι κι εργατικοί, κέρδισαν τον σεβασμό και τη συμπάθεια των Ηρακλειωτών, οι οποίοι δεν τους ξεχώριζαν από τους Έλληνες επαγγελματίες. Η επίδοση των Αρμενίων στο εμπόριο δεν σημαίνει όμως ότι δεν υπήρχαν ανάμεσά τους άνθρωποι των Γραμμάτων. Θα σταθώ σε δύο περιπτώσεις  «διανοούμενων». Η πρώτη αφορά στον Ντικράν Σαβαλάν, ο οποίος την δεκαετία του ’60 δημοσίευσε μια σειρά άρθρων για τον αρμενικό ναό του Ηρακλείου και για 4 επιτύμβιες στήλες του αρχαιολογικού μουσείου Χανίων. Αν και υψηλόβαθμο στέλεχος στην Τράπεζα Ελλάδος, ο Σαβαλάν μελέτησε με αξιοσημείωτη μεθοδικότητα αρμενικές επιγραφές και χειρόγραφα και κατέγραψε τα συμπεράσματά του με επιστημονική εμβρίθεια, αντάξια αρχαιολόγου.

Η δεύτερη αφορά στον Χοσέπ Βακιρτζιάν, ο οποίος δεν φοίτησε ποτέ σε αρμένικο σχολείο, έμαθε μόνος του την γραπτή γλώσσα και επέλεξε το επάγγελμα του δικηγόρου για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην κοινότητα. Θα διατελέσει Πρόεδρος της Αρμενικής Κοινότητας για περισσότερα από 35 χρόνια! Μετά το ’60, η κοινότητα διατηρεί τα εθνοτικά της χαρακτηριστικά χάρη στις στενές σχέσεις των μελών της και στην εκκλησία. Οι απογευματινές επισκέψεις των κυριών δίνουν και παίρνουν και οι συνταγές ανταλλάσσονται αφειδώς.

Η διατήρηση της γλώσσας είναι σίγουρα, αυτήν την περίοδο, το βασικότερο μέλημα. Οι γάμοι με Αρμενοπούλες είναι πολυπόθητοι, επειδή εξασφαλίζουν την αρμενοφωνία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν μικτοί γάμοι. Ήδη κατά την Τουρκοκρατία υπήρχαν γάμοι Αρμενίων και των δύο φύλων, τόσο με Μουσουλμάνους όσο και με Έλληνες.

Αξίζει να αναφερθεί εδώ η περίπτωση του Αβραάμ (1684-1737) που ήταν γιος Ελληνίδας και Αρμένιου. Αρχικά, έγινε γνωστός ως χρονογράφος με το όνομα Αμπραάμ Κρετατσί, Αβραάμ ο Κρητικός, ενώ αργότερα αναγορεύτηκε Καθολικός Πατριάρχης Απάντων των Αρμενίων, με το όνομα Αβραάμ ο Γ΄.

Μετά τη διάλυση της Σοβ. Ένωσης

Το 1991, ένα νέο μεταναστευτικό κύμα ήρθε από την Αρμενία. Κάποιοι από αυτούς έμειναν για λίγα χρόνια εδώ και στη συνέχεια αποδήμησαν στη Δύση. Άλλοι παρέμειναν, ενσωματώθηκαν στην προϋπάρχουσα αρμενική κοινότητα, έστειλαν τα παιδιά τους στο ελληνικό σχολείο, τα σπούδασαν και ακολούθησαν τα χνάρια των προηγούμενων γενιών.

Συνοψίζοντας, μια απελευθέρωση, μια κατάκτηση, μια προσφυγιά, ένας παγκόσμιος πόλεμος, και ευτυχώς χρόνια ειρήνης  αποτελούν το στημόνι πάνω στο οποίο υφαίνονται πάνω από 1050 χρόνια οι σχέσεις Αρμενίων και Ελλήνων στην Κρήτη.

Η παρουσία Αρμενίων στο νησί αποδεικνύεται ένα παλίμψηστο μετακινήσεων που επικαλύπτουν η μία την άλλη στο πέρασμα των αιώνων και συνδέονται τόσο με την ιστορία των Αρμενίων όσο και με μεγάλες στιγμές της τοπικής ιστορίας. Είναι ένας ζωγραφικός πίνακας, όπου μια χρωματική επιφάνεια – μια εγκατάσταση- έρχεται να καλύψει σε μεταγενέστερη εποχή την προηγούμενη, για να γίνει κι αυτή με τη σειρά της η βάση μιας επόμενης. Αν και τον εικοστό αιώνα, η πρωταρχική επιδίωξη της κοινότητας υπήρξε η διατήρηση της εθνικής ταυτότητας, της αρμενικότητας, σε καμιά περίπτωση αυτή δεν εμπόδισε τη δημιουργική συνύπαρξη και την ενσωμάτωσή της στο ελληνικό κράτος.

Η συστηματική καταγραφή, η μελέτη και η δημοσίευση των αρμενικών αρχείων στο ευρύτερο (επιστημονικό) κοινό, αρμενόφωνο ή μη, ανοίγουν αναμφίβολα ένα νέο ερευνητικό πεδίο, καθώς υπόσχονται να προάγουν σημαντικά όχι μόνο τη γνώση για τη ζωή της αρμενικής κοινότητας της πόλης, την οποία επιχειρήσαμε να σκιαγραφήσουμε εδώ, αλλά και να φωτίσουν παράλληλα, κάποιες φορές μάλιστα εκπλήσσοντας, άγνωστες πτυχές της ιστορίας της πόλης και του νησιού. Ταυτόχρονα βέβαια, θα συμπληρώσουν το πληροφοριακό κενό στην υπάρχουσα βιβλιογραφία, αναφορικά με την παρουσία των Αρμενίων στον ελλαδικό χώρο.

Το άρθρο, σε εκτενέστερη μορφή και τεκμηριωμένο με βιβλιογραφικές παραπομπές, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Παλίμψηστον της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης Ηρακλείου, τ.37, το φθινόπωρο του 2020, σ.183- 202. Αποτελεί πρόδρομη δημοσίευση μιας ευρύτερης μελέτης για την ιστορία των Αρμενίων της Κρήτης. Παρακαλούνται όσοι διαθέτουν πληροφορίες, έγγραφα και φωτογραφίες για τη ζωή των Αρμενίων στην Κρήτη, να επικοινωνήσουν με την Τακουή Βακιρτζιάν στο τηλέφωνο 6977 055 483 ή στην ηλεκτρονική διεύθυνση tacouivak@gmail.com

 

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 31 επισκέπτες συνδεδεμένους