Οι Αρμένιοι της Νάξου 16ος - 20ος αιώνας Εκτύπωση

Θα­νά­σης Δ. Κω­τσά­κης Δρ. Ι­στο­ρί­ας του Πο­λι­τι­σμού

Αρμενικά Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2013 τεύχος 79

 

Η ύ­παρ­ξη του Ε­σταυ­ρω­μέ­νου αυ­τού μού έ­γι­νε γνω­στή α­πό τον Κα­θο­λι­κό ε­φη­μέ­ριο της Νά­ξου, π. Εμ­μα­νου­ήλ Ρε­μούν­δο. Στην ο­πί­σθια ό­ψη του υπάρ­χει ε­πι­γρα­φή γραμ­μέ­νη στις 3 Α­πρι­λί­ου 1819 στα λα­τι­νι­κά, που α­πο­δει­κνύ­ει ό­τι ή­ταν δω­ρε­ά των βε­νε­τι­κής κα­τα­γω­γής α­δελ­φών Ια­κώ­βου και Κων­στα­ντί­νου Barozzi, υιών του Ιε­ρω­νύ­μου Barozzi, στην ε­κεί λα­ϊ­κή κα­θο­λι­κή Α­δελ­φό­τη­τα του Τι­μί­ου Σταυ­ρού. Η συ­νύ­παρ­ξη της αρ­με­νι­κής αυ­τής ε­πι­γρα­φής με τη λα­τι­νι­κή, σ’ έ­να α­φιέ­ρω­μα της κα­θο­λι­κής λα­τρεί­ας, και μά­λι­στα του λα­τι­νι­κού τυ­πι­κού, πα­ρου­σιά­ζει ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον και α­πο­τε­λεί το έ­ναυ­σμα για τη διε­ξα­γω­γή μί­ας πε­ραι­τέ­ρω έ­ρευ­νας α­να­φο­ρικά με την αρ­με­νι­κή πα­ρου­σί­α στη νή­σο Νά­ξο κα­τά τους πα­ρελ­θό­ντες αιώ­νες.

Μί­α εν­δια­φέ­ρου­σα και ά­γνω­στη ενπολ­λοίς πτυ­χή της αρ­με­νι­κής πα­ρου­σί­ας στον ελ­λα­δι­κό χώ­ρο α­πο­τε­λεί και η ύ­παρ­ξη αρ­με­νι­κής κοι­νό­τη­τας στη νή­σο Νά­ξο κα­τά την Τουρ­κο­κρα­τί­α (1566-1821), ί­σως δε και πα­λαιό­τε­ρα.

Η πρώ­τη σχε­τι­κή μνεί­α σε να­ξια­κές πη­γές γί­νε­ται στα 1539, κα­τά την ε­πο­χή του Δου­κά­του του Αι­γαί­ου (1207-1566), ό­ταν σε συμ­βό­λαιο α­γο­ρα­πω­λη­σί­ας υ­πο­γρά­φει με­ταξύ άλ­λων ως μάρ­τυ­ρας κά­ποιος κυρ Ιω­άν­νης Αρ­μέ­νης. Ω­στό­σο, δεν εί­ναι βέ­βαιο ό­τι κα­τά την πε­ρί­ο­δο ε­κεί­νη εί­χε ή­δη συ­γκρο­τη­θεί στο νησί αρ­με­νι­κή κοι­νό­τη­τα, ού­τε α­πο­κλεί­ε­ται ε­ντε­λώς και το εν­δε­χό­με­νο το εν λό­γω πρό­σω­πο να ή­ταν α­πλώς κά­ποιος με­μο­νω­μέ­νος Ελ­λη­νορ­θό­δο­ξος με μα­κρινή αρ­με­νι­κή κα­τα­γω­γή.

Σε κά­θε πά­ντως πε­ρί­πτω­ση η ύ­παρ­ξη αρ­με­νι­κής κοι­νό­τη­τας στη Νά­ξο μαρ­τυ­ρεί­ται του­λά­χι­στον α­πό τις αρ­χές του 17ου αιώ­να στον Μπούρ­γο, την ο­χυ­ρω­μέ­νη συ­νοι­κί­α της Χώ­ρας Νά­ξου βο­ρεί­ως του Κά­στρου, κύ­ριο τό­πο κα­τοι­κί­ας των Ελλή­νων Ορ­θο­δό­ξων της πρω­τεύ­ου­σας του νη­σιού. Σύμ­φω­να με πλη­ρο­φο­ρί­ες, οι Αρμέ­νιοι της Νά­ξου δια­τη­ρού­σαν να­ΐ­σκο, ο ο­ποί­ος δεν σώ­ζε­ται σή­με­ρα, α­φιερω­μέ­νο στον Ά­γιο Γρη­γό­ριο, πι­θα­νό­τα­τα τον Φω­τι­στή, ε­νώ σύμ­φω­να με μί­α άλ­λη, λι­γό­τε­ρο πι­θα­νή εκ­δο­χή, οι Αρ­μέ­νιοι εί­χαν ως ε­νο­ρί­α τους τον Ά­γιο Ιω­άν­νη τον Πρό­δρο­μο στον Μπούρ­γο της Χώ­ρας, γνω­στή και ως «Α­η Γιάν­νη του Για­λού», έ­ξω α­πό τον ο­ποί­ο ε­τά­φη ο αρ­χι­μαν­δρί­της τους Ο­χάν Σε­μι­τζιάν (1636).

Το 1624 η κοι­νό­τη­τα των Αρ­με­νί­ων του νη­σιού α­ριθ­μού­σε 38 μέ­λη και θε­ω­ρεί­ται ότι εί­χε ως ε­πί­κε­ντρό της την πε­ριο­χή της Α­γί­ας Πα­ρα­σκευ­ής - Α­γί­ου Ιω­άν­νου Χώ­ρας Νά­ξου, πλη­σί­ον της πα­ρα­λί­ας. Το δε 1754 υ­πήρ­χαν στην Νά­ξο 22 Αρ­μέ­νιοι, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου ε­νός ιε­ρέ­ως, το 1758 α­νέρ­χο­νταν στους 25, ε­νώ με­τά τα Ορ­λω­φικά (1770-74) λέ­γε­ται ό­τι πα­ρέ­μει­ναν στο νη­σί μό­λις 7 Αρ­μέ­νιοι, εκ των ο­ποί­ων δύ­ο απε­βί­ω­σαν στη Νά­ξο και οι υ­πό­λοι­ποι α­πε­χώ­ρη­σαν, κά­τι που ό­μως δεν φαί­νε­ται να ευ­στα­θεί, δε­δο­μέ­νου ό­τι σώ­ζο­νται, ό­πως θα δού­με και πα­ρα­κά­τω, γρα­πτές μαρ­τυ­ρί­ες και υ­λι­κά κα­τά­λοι­πα της ε­πα­να­στα­τι­κής και προ­ε­πα­να­στα­τι­κής πε­ριό­δου που α­πο­δει­κνύ­ουν το α­ντί­θε­το.

Έ­χουν μά­λι­στα κα­τα­γρα­φεί σε δι­καιο­πρα­κτι­κά έγ­γρα­φα του α΄ μι­σού του 18ου αιώ­να τα ο­νό­μα­τα ο­ρι­σμέ­νων Αρ­με­νί­ων του νη­σιού, ό­πως π.χ. Χα­τζή Αρού­πης, Χα­τζή Αρ­μέ­νης, Χα­τζή Αρ­τίμ (Αρντίν) και Κε­βώρ (Κε­βόρ­κ), οι ο­ποί­οι πι­στεύ­ε­ται ό­τι α­σκού­σαν το ε­πάγ­γελ­μα του χρυ­σο­χό­ου και του αρ­γυ­ρα­μοι­βού (σα­ρά­φη). Άλ­λα ε­παγ­γέλ­ματα που α­σκού­σαν οι Αρ­μέ­νιοι της Νά­ξου λέ­γε­ται ό­τι ή­ταν ε­κεί­να του ρά­πτη, του υ­πο­δη­μα­το­ποιού, του μα­γεί­ρου, του αρ­το­ποιού, του ξυ­λουρ­γού και του ο­ρει­χαλ­κουρ­γού. Στα τέ­λη δε του 17ου αιώ­να (1687) μαρ­τυ­ρεί­ται η ύ­παρ­ξη κά­ποιου χρυσο­χό­ου ο­νό­μα­τι Αρ­τίμ(η) ή Αρ­ντί­μη, πι­θα­νό­τατα Αρ­με­νί­ου, ο ο­ποί­ος κα­τοι­κού­σε μα­ζί με την Α­μορ­για­νή σύ­ζυ­γό του Αρ­με­λή­να Βα­σι­λι­κή στον συ­νοι­κι­σμό του Νιό Χω­ριού της Χώ­ρας, κο­ντά στο πα­λιό Πα­ρα­πόρ­τι, δί­πλα α­πό την οι­κί­α της α­δελ­φής του Αγ­γε­λί­νας. Μας έ­χουν ε­πί­σης δια­σω­θεί, βά­σει δι­η­γή­σε­ων, τα ο­νό­μα­τα των Αρ­μενί­ων αρ­χι­μαν­δρι­τών Ο­χάν Σε­μι­τζιάν (αρ­χές 17ου αι.) και Ιε­ρε­μί­α (μέ­σα 18ου αι.).

Ε­πι­πλέ­ον, ε­ντο­πί­ζε­ται σε έγ­γρα­φα της Τουρ­κο­κρα­τί­ας το το­πω­νύ­μιο «του Άρ­με­νου» (1691) ή «το α­μπέ­λι του Αρ­μέ­νη» (1726) στις Κε­χρές, κο­ντά στο πε­δι­νό χω­ριό Τρί­πο­δες (Βί­βλος), κά­τι που α­πο­τε­λεί έν­δει­ξη για την ύ­παρ­ξη κά­ποιας υ­πο­τυ­πώ­δους αρ­με­νι­κής πα­ρου­σί­ας και ε­κτός της πό­λε­ως της Νά­ξου. Στην ί­δια δε ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή υ­πάρ­χουν και τα αρ­με­νικής προ­φα­νώς προ­έ­λευ­σης το­πω­νύ­μια «του Βαρ­δή» και «του Βαρ­δα­λή», τα ο­ποί­α ό­μως πι­θα­νό­τε­ρο εί­ναι να μην συν­δέ­ονται με αρ­με­νι­κούς, αλ­λά ί­σως με κρη­τι­κούς ε­ποι­κι­σμούς, δε­δο­μέ­νου ό­τι το βα­πτι­στι­κό ό­νο­μα «Βαρ­δής» έ­χει μεν αρ­με­νι­κή κα­τα­γω­γή, ωστό­σο εί­ναι κατ’ ε­ξο­χήν δια­δε­δο­μέ­νο στην Κρή­τη, απ’ ό­που με­τα­νά­στευ­σαν κα­τά και­ρούς πλη­θυ­σμοί προς τη Νά­ξο.

Οι Αρ­μέ­νιοι της Νά­ξου ε­θε­ω­ρού­ντο φρό­νι­μοι και ερ­γα­τι­κοί, ε­νώ οι σχέ­σεις τους με τους Ελ­λη­νορ­θο­δό­ξους συ­ντο­πί­τες τους ή­σαν κα­τά κα­νό­να αρ­μο­νι­κές, πλην ί­σως μί­ας μό­νο πε­ρι­πτώ­σε­ως, ό­ταν στις 7 Μα­ΐ­ου 1636 ε­πήλ­θε στους κόλ­πους τους ορ­γή και α­γα­νά­κτη­ση, λό­γω της αρ­νή­σε­ως του ορ­θο­δό­ξου ιε­ρα­τεί­ου να τε­λέ­σει τη νε­κρώ­σι­μο α­κο­λου­θί­α του προρ­ρη­θέ­ντος Αρ­με­νί­ου αρ­χι­μαν­δρί­τη Ο­χάν Σε­μι­τζιάν.

Ε­πι­φα­νής Αρ­μέ­νιος, ο ο­ποί­ος έ­ζη­σε για κά­ποιο χρο­νι­κό διά­στη­μα στο νη­σί, υπήρ­ξε ο Ιω­σήφ Kaiser (Ά­γκυ­ρα 1768 - Κων­στα­ντι­νούπο­λη 1838), ιε­ρο­σπου­δα­στής της ε­κεί Σχο­λής Λα­ζα­ρι­στών. Α­να­φέ­ρε­ται ε­πί­σης ότι έ­χα­σε τη ζω­ή του α­πό πυ­ρο­βο­λι­σμό κά­ποιος Κα­θο­λι­κός Αρ­μέ­νιος, εν μέ­σω των ε­ορ­τα­στι­κών εκ­δη­λώ­σε­ων του ελ­λη­νορ­θο­δό­ξου λα­ού για την έ­παρ­ση της σημαί­ας της Ελ­λη­νι­κής Ε­πα­νά­στα­σης στη Χώ­ρα Νά­ξου (6 Μα­ΐ­ου 1821).

Η τε­λευ­ταί­α αυ­τή γρα­πτή μαρ­τυ­ρί­α, σε συν­δυα­σμό με την ύ­παρ­ξη Ε­σταυ­ρω­μέ­νου με αρ­με­νι­κή ε­πι­γρα­φή, μα­ζί με λα­τι­νι­κή, στην κο­ρυ­φή του στο σκευο­φυ­λά­κιο του κα­θε­δρι­κού να­ού των Κα­θο­λι­κών στο Κά­στρο της Χώ­ρας (βλέπε φωτό) , α­πο­τε­λεί έν­δει­ξη ό­τι πι­θα­νόν οι λι­γο­στοί Αρ­μέ­νιοι της τουρ­κο­κρα­τού­με­νης Νά­ξου να ή­σαν Αρ­με­νο­κα­θο­λι­κοί, του­λά­χι­στον κα­τά τις αρ­χές του 19ου αιώ­να, κά­τι α­νά­λο­γο με τους Ελ­λη­νο­κα­θο­λι­κούς ή «Ου­νί­τες» που πι­στεύ­εται ό­τι υ­πήρ­χαν τον 17ο αιώ­να στη Νά­ξο και σε άλ­λα νη­σιά του Αι­γαί­ου. Α­νε­ξαρτή­τως πά­ντως της δογ­μα­τι­κής τους ταυ­τό­τη­τας, για την ο­ποί­α δεν μπο­ρού­με να κά­νου­με πα­ρά μό­νο ει­κα­σί­ες, γε­γο­νός πα­ρα­μέ­νει ό­τι στη Νά­ξο δια­πι­στώ­νεται η ύ­παρ­ξη μί­ας ο­λι­γά­ριθ­μης, πλην ό­μως ευ­διά­κρι­της αρ­με­νι­κής κοι­νό­τητας κα­τά τους χρό­νους της Τουρ­κο­κρα­τί­ας.

Έ­κτο­τε χά­νο­νται τα ί­χνη των Αρ­με­νί­ων του νη­σιού, του­λά­χι­στον στις γνω­στές σ’ ε­μάς δη­μο­σιευ­μέ­νες γρα­πτές πη­γές. Ω­στό­σο, η Μι­κρα­σια­τι­κή Κα­τα­στροφή έ­ναν πε­ρί­που αιώ­να αρ­γό­τε­ρα (1922) θα φέ­ρει εκ νέ­ου στη Νά­ξο, μα­ζί με τους Ελ­λη­νορ­θο­δό­ξους Μι­κρα­σιά­τες, και λι­γο­στούς Αρ­με­νί­ους, ό­πως την οι­κο­γέ­νεια Γρη­γο­ρί­ου και Ι­σα­βέλ­λας Α­βε­ντι­σιάν ή τη Σμυρ­νιά Αρ­μέ­νισ­σα α­ρι­στο­κρά­τισ­σα “Madame Marie”, α­γνώ­στων λοι­πών στοι­χεί­ων. Οι δύ­ο λοιπόν α­δελ­φοί λα­οί, α­κο­λου­θώ­ντας για α­κό­μη μί­α φο­ρά την κοι­νή τους μοί­ρα, θα εγκα­τα­λεί­ψουν τη γε­νέ­θλια γη τους και θα ε­γκα­τα­στα­θούν ως πρό­σφυ­γες πλέ­ον στην «Πα­λαιά Ελ­λά­δα» και εν προ­κει­μέ­νω στο νη­σί της Νά­ξου, α­πο­τε­λώ­ντας έ­κτο­τε α­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι της νέ­ας, της δεύ­τε­ρής τους πα­τρί­δας. Σή­με­ρα πλέ­ον δεν υ­πάρ­χουν οι­κο­γέ­νειες στη Νά­ξο που φέ­ρουν πα­λαιά αρ­με­νι­κά ε­πώνυ­μα. Ω­στό­σο, η α­νά­μνη­ση της αρ­με­νι­κής πα­ρου­σί­ας στο νη­σί θα πα­ρα­μεί­νει ζωντα­νή στους κόλ­πους των γε­ρο­ντό­τε­ρων, α­νε­ξί­τη­λη δε για τις νε­ώ­τε­ρες γε­νιές μέ­σα α­πό τις σω­ζό­με­νες γρα­πτές πη­γές.

Θα ή­θε­λα να εκ­φρά­σω τις θερ­μές μου ευ­χα­ρι­στί­ες στους π. Εμ­μα­νου­ήλ Ρε­μούνδο, κα­θο­λι­κό ε­φη­μέ­ριο Νά­ξου, κ. Ιε­ρώ­νυ­μο Ρε­μούν­δο, φω­το­γρά­φο, κα Μα­ρί­α Παπα­γιάν­νη, αρ­χειο­νό­μο, κ. Α­να­στά­σιο Ναυ­πλιώ­τη, κα­θη­γη­τή, κα­θώς και στους κ. Μά­ικ Τσι­λι­γκι­ριάν και κ. Α­γκόπ Τζε­λα­λιάν για τη συμ­βο­λή τους στη συγ­γρα­φή του πα­ρό­ντος άρ­θρου.