Η επιχείρηση “Μπανκ Οτομάν” οι Αρμένιοι πρόσφυγες στην Αθήνα και ο Ελληνικός Τύπος της εποχής Εκτύπωση

 

Έρευνα: Μάικ Τσιλιγκιριάν, Οβαννές Γαζαριάν

Κείμενο: Οβαννές Γαζαριάν

 

Τον Αύ­γου­στο του 1896 πραγ­μα­τοποι­ή­θη­κε στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη

μια α­πό τις πρώ­τες ε­πι­χει­ρή­σεις «πο­λι­τι­κής τρο­μο­κρα­τί­ας» πα­γκο­σμί­ως.

Ή­ταν η κα­τά­λη­ψη της Ο­θω­μα­νι­κής Τρά­πε­ζας (Bank Ottoman)

του με­γα­λύ­τε­ρου οι­κο­νο­μι­κού κέ­ντρου της Α­να­το­λι­κής Με­σο­γεί­ου.

 

Η ε­πι­χεί­ρη­ση ορ­γα­νώ­θηκε α­πό την κε­ντρι­κή ε­πι­τρο­πή της Αρ­με­νι­κής Ε­πα­να­στα­τι­κής Ο­μο­σπον­δί­ας -Τα­σνακ­τσου­τιούν και ή­ταν μια μείζων πολι­τι­κή πρά­ξη, που σκο­πό εί­χε να α­να­γκά­σει τις με­γά­λες δυ­νάμεις (Αγ­γλί­α, Ρω­σί­α, Γαλ­λί­α) να πα­ρέμ­βουν δυ­να­μι­κά και να συμβάλ­λουν στην ε­πί­λυ­ση του Αρ­με­νι­κού Ζη­τή­μα­τος, πό­σο μάλ­λον ό­ταν η κα­τά­λη­ψη της τράπε­ζας έ­θε­τε σε κίν­δυ­νο και τα δι­κά τους συμ­φέ­ρο­ντα. Η προ­ε­τοι­μα­σί­α και ο σχε­δια­σμός εί­χε ξε­κι­νή­σει α­πό τις αρ­χές του κα­λο­και­ριού, έ­τσι στις 14 Αυ­γού­στου στις 12 το με­ση­μέ­ρι, μια ο­μά­δα 26 α­γω­νι­στών υ­πό την η­γε­σί­α των Αρ­μέν Κα­ρό, Παπ­κέν Σιου­νί και Χράτ­ς ε­πι­τί­θε­νται στην τρά­πε­ζα. Την ί­δια στιγ­μή σε άλ­λα ση­μεί­α της πό­λης πραγ­μα­το­ποιού­νται ε­πι­θέ­σεις κα­τά στρα­τιω­τι­κών κτι­ρίων και στρα­το­πέ­δων, ε­νώ μέ­λη του κόμ­μα­τος ε­πέδωσαν υ­πό­μνη­μα στις ευ­ρω­πα­ϊ­κές πρεσβεί­ες, με το ο­ποί­ο ζη­τεί­το η ει­σα­γω­γή με­ταρ­ρυθ­μί­σε­ων στην τουρ­κο­κρα­τού­με­νη Αρ­με­νί­α.

Στην α­νταλ­λα­γή πυ­ρο­βο­λι­σμών κα­τά την εί­σο­δο στην τρά­πε­ζα, ο Παπ­κέν Σιου­νί πέ­φτει νε­κρός μαζί με έ­ναν σύ­ντρο­φό του ε­νώ άλ­λοι ο­κτώ τραυ­μα­τί­ζο­νται, πα­ρό­λα αυ­τά ε­πι­τυγ­χά­νε­ται η κα­τά­λη­ψη, η ο­ποί­α διαρ­κεί μέ­χρι το πρω­ί της 15ης Αυγού­στου, ό­ταν ύ­στε­ρα α­πό με­σο­λά­βη­ση των πρέ­σβε­ων των τριών με­γά­λων δυ­νά­με­ων, οι Αρ­μέ­νιοι α­πο­χω­ρούν -έ­χο­ντας α­πο­κρού­σει δύ­ο επι­θέ­σεις των τουρ­κι­κών αρ­χών- α­φή­νο­ντας πί­σω τους 4 νε­κρούς και 5 σο­βα­ρά τραυ­μα­τί­ες, χω­ρίς ό­μως να έ­χουν πει­ρά­ξει κα­νέ­ναν α­πό το προ­σω­πι­κό και χω­ρίς να λεί­πει ού­τε μια λί­ρα α­πό τα χρη­μα­το­κι­βώ­τια. Οι επι­ζώ­ντες κα­τα­λη­ψί­ες α­πε­λά­θη­καν στη Μασ­σα­λί­α, ό­πως εί­χε συμ­φω­νη­θεί με τον εκ­πρό­σω­πο των πρέ­σβε­ων Ρώ­σο Μα­ξί­μοβ.

Α­μέ­σως με­τά, ως αντί­ποι­να, οι Τούρ­κοι ε­ξαπέ­λυ­σαν με­γά­λο κύ­μα σφα­γών ε­να­ντί­ον των Αρμε­νί­ων της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης. Η ταυ­τό­χρο­νη και τα­χύ­τα­τη εμ­φά­νι­ση των σφα­γέ­ων και ο ε­ξο­πλι­σμός τους με τα ο­μοιό­μορ­φα ξύλι­να ρό­πα­λα, ε­πι­βε­βαιώ­νει την ά­πο­ψη ό­τι ό­λα είχαν ορ­γα­νω­θεί α­πό την τουρ­κι­κή κυ­βέρ­νη­ση. Ο α­ντα­ποκρι­τής της ε­φη­με­ρί­δας «Α­κρό­πο­λις», αυ­τό­πτης μάρ­τυς έ­γρα­φε στο φύλ­λο της 26ης Αυ­γού­στου:

«Δεν πρέ­πει να υ­πάρ­χει αμ­φι­βο­λία ό­τι η σφα­γή ε­γέ­νε­το τη ε­πι­νεύ­σει και τη πρω­το­βου­λί­α των αρ­χών. Οι μου­σουλμά­νοι η­γνό­ουν μό­νο την η­μέ­ρα και την ώ­ραν, αλ­λ’ ή­σαν προ­ει­δο­ποι­η­μέ­νοι ό­τι ά­μα ως τε­λε­σθή κί­νη­μα τι αρ­με­νι­κόν θα ε­πιτρα­πή αυ­τοίς να σφά­ξω­σι τους Αρ­με­νί­ους. Τούτο α­πο­δει­κνύ­ε­ται εκ του γε­γο­νό­τος ό­τι, ά­μα ως η­κού­σθη­σαν πυ­ρο­βολι­σμοί, ε­ξήλ­θαν εις τας ο­δούς οι ρο­πα­λο­φό­ροι, χω­ρίς να πα­ρέλ­θη χρο­νι­κόν τι διά­στη­μα προ­ε­τοι­μα­σί­ας ως θα ε­γέ­νε­το ε­άν μη ή­το προ­πα­ρα­σκευα­σμέ­νοι».

Οι σφα­γές ε­πε­κτά­θη­καν και στα πε­ρί­χω­ρα της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης. Η νε­α­ρή Αγγλί­δα Ντο­ρί­να Νηβ, η ο­ποί­α διέ­με­νε στο Κανδή­λι και υ­πήρ­ξε αυ­τό­πτης μάρ­τυς των διωγμών κα­τά των Αρ­με­νί­ων στο πα­ρα­λια­κό αυ­τό προ­ά­στιο, πε­ριέ­γρα­ψε τα γε­γο­νό­τα στο αυ­το­βιο­γρα­φι­κό βι­βλί­ο της «Εί­κο­σι έ­ξι χρόνια στο Βό­σπο­ρο», ως ε­ξής: «Ο­μά­δες μου­σουλ­μά­νων εμ­φα­νί­στηκαν ταυ­τό­χρο­να και οι Αρ­μέ­νιοι σφα­γιά­ζονταν α­πό μια ορ­δή βαζιβου­ζού­κων, ά­γριων αν­θρώ­πων α­πό τη Μι­κρά Α­σία, που ή­ταν σε ε­τοι­μό­τη­τα για μια τέ­τοια πε­ρί­στα­ση. Η τουρ­κι­κή κυ­βέρ­νη­ση εί­χε πλη­ρο­φο­ρη­θεί, μέ­σω του ορ­γα­νω­μένου συ­στή­μα­τος κα­τα­σκό­πων που διέ­θε­τε, ό­τι οι Αρ­μέ­νιοι προ­ε­τοί­μα­ζαν αυ­τό το δρα­στικό εγ­χεί­ρη­μα και μό­λις α­κού­στη­κε η έ­κρη­ξη της πρώ­της βόμ­βας, δό­θη­κε το σύν­θη­μα της χω­ρίς δια­κρί­σεις σφα­γής των Αρ­με­νί­ων. Ε­πι­κε­φαλής των συμ­μο­ριών ή­ταν σο­φτά­δες και α­ξιω­ματι­κοί της α­στυ­νο­μί­ας, ε­νώ οι πα­ρευ­ρι­σκό­με­νοι στρα­τιώ­τες α­πλώς πα­ρα­τη­ρού­σαν και πό­τε-πότε έ­ρι­χναν κά­ποιον πυ­ρο­βο­λι­σμό στον α­έ­ρα…».

Οι σφα­γές της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης υ­πήρ­ξαν α­φορ­μή να εκ­δη­λω­θεί έ­να πραγ­μα­τι­κά με­γά­λο κύ­μα συ­μπά­θειας του Ελ­λη­νι­σμού προς τους Αρ­με­νί­ους. Ο α­νά τον κό­σμο ελλη­νι­κός Τύ­πος πα­ρου­σί­α­σε λε­πτομε­ρώς τα συμ­βά­ντα. Τα δη­μο­σιεύμα­τα, οι πε­ριγρα­φές και οι κα­ταγ­γε­λί­ες ή­ταν πολ­λές.

Η συ­μπα­ρά­στα­ση προς τους διω­κό­με­νους Αρ­με­νί­ους, εί­χε την κο­ρυ­φαί­α έκ­φαν­σή της στο χώ­ρο του μι­κρού και πτω­χού ελ­λα­δι­κού κράτους, Κά­ποια άλ­λα κρά­τη (Ρω­σί­α, Σερ­βί­α, Ρου­μανί­α) αρ­νή­θη­καν να δε­χτούν αρμε­νί­ους πρό­σφυγες.

Σχε­τι­κή ή­ταν η α­κό­λου­θη εί­δη­ση της ε­φη­με­ρί­δας Σκριπ στο φύλ­λο της 6ης Σε­πτεμ­βρί­ου 1896:

«Χθες την πρω­ΐ­αν κα­τέ­πλευ­σε εις Πει­ραιάν αγ­γλι­κόν ε­μπο­ρι­κόν α­τμό­πλοιον, δι’ ου α­φίκο­ντο έ­τε­ροι 59 Αρ­μέ­νιοι, οί­τι­νες α­να­χω­ρή­σα­ντες προ 15 η­με­ρών εκ Κων­στα­ντι­νου­πό­λε­ως ε­πή­γαν εις την Ο­δησ­σόν της Ρω­σί­ας, ό­που τοις α­πα­γο­ρεύ­θη η έ­ξο­δος υ­πό της Ρω­σι­κής κυ­βερνή­σε­ως. Εί­τα εκ­διωχθέ­ντες εξ Ο­δησ­σού κα­τευ­θύνθη­σαν εις Ρου­μα­νί­αν, αλ­λά και ε­κεί την αυ­τήν τύ­χην έ­σχον ως και εν Τουρ­κί­α εξ ης α­να­χω­ρή­σα­ντες προ 3 ημε­ρών έ­φθα­σαν εις Πει­ραιάν εις ε­λε­ει­νήν κα­τά­στα­σην, μη έ­χο­ντες κυ­ριο­λε­κτι­κώς που την κε­φα­λήν κλίναι. Συ­νι­στώ­μεν εις τον κ. α­στυ­νό­μον να φρο­ντί­ση πε­ρί αυ­τών». 

Η ελ­λη­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση δέ­χτη­κε α­νε­πι­φύ­λα­κτα τους αρμε­νί­ους πρό­σφυ­γες, πραγ­μα­το­ποιώ­ντας πο­λι­τι­κή ψυ­χής και ό­χι συμ­φέρο­ντος. Η κυ­βέρ­νη­ση του Θε­ό­δω­ρου Δη­λι­γιάν­νη που μέ­χρι ε­κεί­νη τη στιγ­μή ακολου­θού­σε ά­ψο­γη πο­λι­τι­κή έ­να­ντι της Τουρ­κί­ας, εν­δί­δο­ντας συ­χνά σε α­παι­τή­σεις της ή υ­ποβαθ­μί­ζο­ντας τις προ­ερ­χό­με­νες α­πό αυτήν προ­κλή­σεις, ά­νοι­ξε τα σύ­νο­ρα της χώ­ρας στους δει­νο­πα­θούντες πρό­σφυ­γες, πα­ραβαί­νο­ντας μια α­πό τις βα­σι­κές αρ­χές της πο­λι­τι­κής της.

Δεν ή­ταν μι­κρός ο αριθ­μός των Αρ­με­νί­ων που κα­τέ­φυ­γαν στην Ελ­λά­δα. Σε άρ­θρο του με τί­τλο «Οι σφα­γές της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης» στο α­με­ρι­κα­νι­κό πε­ριο­δι­κό The Nation (Ο­κτώ­βρης 1896), ο εκ­δό­της του Α­θη­να­ϊ­κού «Ε­μπρός» Δη­μή­τριος Κα­λα­πο­θά­κης τους υ­πο­λό­γιζε -υ­περ­βάλ­λο­ντας ί­σως- σε 12.000.

«Δώ­δεκα χι­λιά­δες Αρ­μέ­νιοι πρό­σφυ­γες βρί­σκο­νται ε­δώ και στον Πει­ραιά, με­ρι­κοί σε σπί­τια που έ­χουν ε­νοι­κια­σθεί για αυ­τόν το σκο­πό α­πό την το­πι­κή ε­πι­τρο­πή περί­θαλψης, αλ­λά οι πε­ρισ­σό­τε­ροι έ­χουν στρι­μω­χτεί σε στρα­τιω­τι­κά α­ντί­σκη­να, που έ­χει δια­θέ­σει η Ελ­λη­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση και τα ο­ποία έ­χουν στη­θεί στους α­γρούς του Νέ­ου Φα­λή­ρου». 

Πο­λυά­ριθ­μες ή­ταν οι εκ­δη­λώ­σεις της αλ­λη­λεγ­γύ­ης προς τους δει­νο­πα­θού­ντες Αρ­με­νί­ους - μια από τις ο­ποί­ες ή­ταν εκ μέ­ρους της κο­ρυ­φαί­ας η­θο­ποιού της ε­πο­χής, Ευαγ­γελί­ας Πα­ρα­σκευο­πού­λου. Ο ελλη­νι­κός Τύ­πος πα­ρό­τρυ­νε το κοι­νό να συ­μπα­ρα­στα­θεί στους πρό­σφυ­γες.

Θα πα­ρα­θέ­σου­με με­ρι­κά σύ­ντο­μα α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα πολυ­πλη­θή σχε­τι­κά δη­μο­σιεύ­μα­τα, ση­μειώ­νο­ντας ό­τι η τό­σο συ­χνή α­να­φο­ρά στο θέ­μα α­πο­κτά α­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρη α­ξί­α, αν α­να­λο­γι­στού­με ότι οι ε­φη­με­ρί­δες της ε­πο­χής ή­ταν μό­λις τε­τρα­σέ­λι­δες και το ει­δη­σε­ο­γρα­φι­κό τμή­μα δεν ξε­περ­νούσε τις δυό­μι­σι σε­λί­δες. 

«Ε­στί­α», 17 Αυ­γού­στου 1896

Ε­πι­στο­λή Αρ­μέ­νιου

Μί­α α­πά­ντησις

Ε­λά­βο­μεν παρ’ Αρ­με­νί­ου εν Α­θή­ναις διαμέ­νο­ντος, την κα­τω­τέ­ρω ε­πι­στο­λήν, εις α­πά­ντη­σιν των γρα­φέ­ντων σή­με­ρον υ­πό των Και­ρών.

Δύ­ο λέ­ξεις εις τον διευ­θυ­ντήν των «Και­ρών». Εις το ση­με­ρι­νόν φύλ­λον των «Και­ρών» ευ­ρί­σκω άρ­θρον πε­ρί της ε­ξε­γέρ­σε­ως των Αρ­με­νί­ων. Αι δυ­σμε­νείς εκ­φρά­σεις σας κατ’ αυ­τών, ου­δέν δύ­να­νται να προ­σθέ­σουν βε­βαί­ως εις τας ω­μό­τη­τας των Τούρ­κων, ας ε­ξαί­ρε­τε πα­νη­γυ­ρι­κώ­τα­τα υ­βρί­ζο­ντες άν­δρας γεν­ναί­ως α­γω­νι­ζο­μέ­νους κα­τά θη­ριω­δών τυ­ράν­νων. Η ι­στο­ρί­α ας κρίνει. Οι ε­κα­το­ντα­κι­σχί­λιοι σφα­γέ­ντες Αρμέ­νιοι γρά­φου­σι δι’ αί­μα­τος τας σε­λί­δας της ι­στο­ρί­ας της α­πε­λευ­θε­ρώσε­ώς των, ό­πως και οι Κρή­τες, ων την ε­λευ­θέ­ρω­σιν πο­θού­μεν ό­σον εις την ι­δι­κήν μας.

Εις Αρ­μέ­νιος

«Ακρό­πο­λις», 30 Αυ­γού­στου 1896

«Οι εν διωγ­μώ πρό­σφυ­γες του αρ­με­νι­κού έ­θνους, οι κα­τα­φυ­γό­ντες εις το Ελ­λη­νι­κόν έ­δα­φος, ό­πως ζη­τή­σω­σιν α­σφά­λειαν της κιν­δυ­νευού­σης ζω­ής των με­ταξύ η­μών, πρέ­πει να τύ­χουν προ­θύ­μους φι­λο­ξενί­ας και περι­θάλ­ψε­ως, ως αρ­μό­ζει εις τας κατ’ ε­ξο­χή φι­λε­λευ­θέ­ρας και χριστια­νι­κάς πα­ρα­δό­σεις του ελλη­νι­κού λα­ού. Οι δυ­στυ­χείς αυ­τοί άν­θρωποι εί­ναι ά­ξιοι πά­σης συ­μπα­θεί­ας δια τα μαρ­τύ­ρια τα ο­ποί­α υ­πέ­στη­σαν... Ο­φεί­λο­μεν να προ­σέλ­θωμεν α­ρω­γοί με­τά προ­θύ­μου ευ­σπλα­χνί­ας». 

«Ε­στί­α», 30 Αυ­γού­στου 1896

«Οι πρό­σφυ­γες Αρ­μέ­νιοι εύ­ρον ερ­γα­σί­αν εν Α­θή­ναις και είναι α­λη­θώς α­ξί­α συγ­χα­ρητη­ρί­ων η Κυ­βέρ­νη­σις, η με­ρι­μνήσα­σα να δώ­ση στέ­γην εις τα πτω­χά θύ­ματα των τε­λευ­ταί­ων εν Κων­στα­ντι­νού­πο­λει τα­ρα­χών τα δια­φυ­γό­ντα τον θά­να­τον. Εις τους ερ­γα­τι­κω­τά­τους Αρ­με­νί­ους δεν θ’ αρ­νη­θώ­σι βε­βαί­ως ερ­γα­σί­αν, οι δυ­νά­με­νοι να πα­ρά­σχω­σι τοιαύ­την, θα σπεύσω­σι δε α­πό τού­δε να προ­σλά­βω­σι αυτούς α­πευ­θυ­νό­με­νοι εις εν Φα­λή­ρω προ­σω­ρι­νόν συ­νοι­κι­σμόν των, ό­που η φι­λαν­θρω­πί­α δύ­να­ται προ­σερ­χο­μέ­νη να ε­πι­τε­λέ­ση εκ των μάλ­λον θε­α­ρέ­στων έρ­γων της». 

Έ­να πρω­το­σέ­λι­δο κύ­ριο άρ­θρο του Ά­στε­ως στο φύλ­λο της 1ης Σε­πτεμ­βρί­ου 1896, με τί­τλο Υ­πέρ των Αρ­με­νί­ων, ε­ξυ­μνού­σε τις α­ρε­τές του αρ­με­νι­κού λα­ού και συ­νη­γο­ρού­σε έν­θερ­μα υ­πέρ της πα­ρο­χής της με­γα­λύ­τε­ρης κα­τά το δυ­να­τόν βο­ήθει­ας προς τους Αρ­με­νί­ους, ό­που έ­γρα­φε με­τα­ξύ άλ­λων:

«...Αι­σθά­νε­ται τις α­να­κούφι­σην βλέ­πων ό­τι τα α­τυ­χή ταύ­τα θύ­μα­τα, τα πα­ντα­χό­θεν α­πω­θού­με­να, ευ­ρί­σκου­σιν α­συλί­αν εις την μι­κρήν ταύ­την ε­λευ­θέ­ραν γω­νί­αν της Ευ­ρώπης, ό­που πά­ντο­τε σχε­δόν εύ­ρον φι­λο­ξε­νί­αν οι υ­πό δια­φό­ρων ει­δών τυ­ράν­νων κα­τα­διω­χθέ­ντες.

Δεν αρ­κεί ό­μως το ο­λί­γον ελεύ­θε­ρον χώ­μα το ο­ποί­ον τοις ε­δώ­κα­μεν και αι στρα­τιω­τι­καί σκη­ναί, τας ο­ποί­ας χά­ριν αυ­τών, έ­πηξαν οι στρα­τιώ­ται μας. Οι άν­θρω­ποι αυ­τοί στε­ρού­νται και άρ­του. Ου­δέ είνε δυ­να­τόν να μέ­νω­σι πά­ντο­τε υ­πό σκη­νο­πη­γί­αν. Είναι α­νά­γκη να λη­φθούν συστη­μα­τι­κό­τε­ρα υ­πέρ αυ­τών μέ­τρα. Εί­ναι και αυ­τοί χρι­στια­νοί. Εί­ναι και αυ­τοί α­δελ­φοί εν τη δου­λεί­α, συν­δε­ό­με­νοι και νυν δια πολ­λών δε­σμών αλ­λη­λεγ­γύ­ης με­τά των εν Τουρ­κί­α ο­μαι­μό­νων μας...». 

«Εστί­α» 3 Σε­πτεμ­βρί­ου 1896

Κα­τά­σκο­πος τουρ­κι­κής πρε­σβεί­ας ηθέ­λη­σε να εκ­βιά­ση τους Αρ­με­νί­ους.

Μί­α α­να­φο­ρά προς την Τουρ­κι­κήν πρε­σβεί­αν - Οι Άγ­γλοι και το Αρμε­νι­κόν ζή­τη­μα.

«Κα­τά­σκο­πος βρο­με­ρός, μυστι­κός υ­πάλ­λη­λος της εν Α­θή­ναις Τουρ­κι­κής πρε­σβεί­ας, κα­τήλ­θε χθες εις Φά­λη­ρον και υ­πο­κρι­θείς τον υ­πάλ­λη­λον του Ελ­λη­νι­κού Κρά­τους συ­νε­κά­λε­σε τους εν σκη­ναίς βιού­ντας πρό­σφυ­γας Αρ­με­νί­ους, ό­πως α­να­γνώ­ση αυ­τοίς α­να­φο­ράν α­πευ­θυ­νο­μέ­νην προς την εντά­υ­θα Ο­θω­μα­νι­κήν πρε­σβεί­αν εκ μέ­ρους των, την ο­ποί­αν ως έ­λε­γεν, ή­σαν υ­πο­χρε­ω­μέ­νοι να την υπο­γρά­ψω­σι, διό­τι εν ε­να­ντί­α πε­ρι­πτώ­σει θα τους α­πε­δί­ω­κεν η ελληνι­κή Κυ­βέρ­νη­σις ε­κεί­θεν και θα τους εστέ­ρει της προ­στα­σί­ας της.

Δια της α­να­φο­ράς ταύ­της, οι Αρ­μέ­νιοι υ­πο­χρε­ού­ντο να ομο­λο­γή­σω­σι την τα­πει­νήν υ­πο­τα­γήν των εις τον πα­νέν­δο­ξον και φι­λό­λα­ον Σουλ­τά­νον, κα­τά του ο­ποί­ου τους ε­ξή­γει­ρον Άγ­γλοι, ε­ντο­λήν έ­χο­ντες προς τού­το πα­ρά της αγγλι­κής κυ­βερ­νή­σε­ως, ε­πι­διω­κού­σης πά­ντο­τε την πα­ντί τρό­πω ε­ξέ­γερ­σιν των Αρ­με­νί­ων, οί­τι­νες δυ­στυ­χώς πα­ρα­πεί­θο­νται και με­τέρ­χο­νται βί­αια μέ­σα κα­τά του φι­λο­νό­μου και φι­λαν­θρώ­που Α­να­κτός των.

Ευ­τυ­χώς ο τούρ­κος κα­τά­σκο­πος ε­γκαί­ρως κα­τε­νό­η­σεν, ό­τι το τέ­χνα­σμά του α­πε­τύγ­χα­νεν, ε­πει­δή δε εί­δε και τι­νας των Αρ­με­νί­ων ε­τοί­μους να δια­μαρ­τυ­ρη­θώ­σι ε­ντο­νώ­τε­ρον κα­τά της εκ­βιά­σε­ως ταύ­της, έ­σπευ­σε ν’ α­πέλ­θη πριν δο­κι­μά­σει επί της ρά­χε­ώς του, την δύ­να­μιν των γρόν­θων των δυ­στυ­χών προσφύ­γων.

Εν τού­τοις συ­νι­στώ­μεν εις την α­στυ­νο­μίας να ερ­γα­σθή προς α­να­κά­λυ­ψιν του κα­κο­ήθους ορ­γά­νου της τουρ­κι­κής πρε­σβεί­ας, του ο­ποί­ου δευ­τέ­ρα α­πό­πει­ρα εί­ναι η χθε­σινή, ως πλη­ρο­φο­ρού­με­θα». 

«Α­κρό­πο­λις» 3 Σε­πτεμ­βρί­ου 1896

«Καθ’ ε­κά­στην εκ Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως α­τμό­πλοια με­τα­φέ­ρου­σιν εις Πει­ραιά ε­κα­το­ντά­δες Αρ­με­νί­ων, το πλεί­στον πτω­χούς και έ­χοντας α­νά­γκην ερ­γα­σί­ας.

Η φι­λαν­θρω­πί­α των Α­θη­ναί­ων δε­σποι­νί­δων θα ε­ξε­δη­λού­το λί­αν κα­ταλ­λή­λως, δια της πα­ρο­χής μι­κρών βο­η­θημά­των, ι­δί­ως εις τους α­σθε­νείς, τους γέ­ροντας, τας ά­νευ προ­στα­σί­ας γυ­ναί­κας και τα μι­κρά παι­διά.

Τι ευαγ­γε­λι­κώ­τε­ρον και α­γνό­τε­ρον της φιλαν­θρω­πί­ας τού­της; Ε­άν συ­νε­κρο­τεί­το μια ε­πι­τρο­πή προς τον σκο­πόν τού­τον, ό­λοι προ­θύ­μως θα έ­δι­δον τον ο­βο­λόν των». 

«Ε­φη­με­ρίς» 5 Σε­πτεμ­βρί­ου 1896

Τι α­φη­γού­νται πε­ρί της κα­τα­στάσε­ως εν Κων/πο­λει. Μέ­τρα των Ελ­λή­νων.

«Ε­πί του διελ­θό­ντος χθες εκ Πει­ραιώς γαλ­λικού α­τμο­πλοί­ου της ε­ται­ρί­ας Φραιο­σι­νέ, ε­πέ­βαι­ναν πολ­λοί Αρ­μέ­νιοι, προ­ερ­χό­με­νοι εκ Κων/πό­λε­ως και με­τα­βαί­νο­ντες εις Μασ­σαλί­αν, ό­που προ­τί­θε­νται να ε­γκα­τα­στα­θώ­σιν. Κα­τά τας πλη­ρο­φο­ρί­ας των Αρ­με­νί­ων τού­των, η εν Κων/πό­λει κα­τά­στα­σις φαί­νε­ται βελ­τιω­μέ­νη, ουχ’ ήττον ο πα­νι­κός ε­ξα­κο­λου­θεί να κα­τέ­χη τους κα­τοί­κους και ι­δί­α τους Αρ­με­νί­ους φο­βου­μέ­νους νέ­αν συμ­φο­ράν. Δια τον λό­γον δε τού­τον, καθ’ ε­κά­στην κα­τά ε­κα­το­ντά­δες σχε­δόν, εκ­διώ­κο­νται ε­κεί­θεν οι μη οι­κο­γε­νειάρ­χαι Αρ­μέ­νιοι, ε­πι­βι­βα­ζό­με­νοι ε­πί των ευ­ρω­πα­ϊ­κών α­τμοπλοί­ων, αλ­λά και οι έ­ρευ­ναι εις τας οι­κί­ας αυ­τών και οι συλ­λή­ψεις δεν έπαυ­σαν ει­σέ­τι εκ μέ­ρους των τουρ­κι­κών αρ­χών, αί­τι­νες ε­σχά­τως ήρ­χι­σαν να δει­κνύ­ουν μέγα εν­δια­φέ­ρον προς α­πο­κα­τά­στα­σιν της τά­ξε­ως και προς πρό­λη­ψιν εν­δε­χο­μέ­νων τα­ρα­χών. 

Και οι η­μέ­τε­ροι ό­μως ο­μο­γε­νείς, κα­τά τα βε­βαιώ­σεις Ελ­λή­νων ε­πι­βα­τών, δεν μέ­νου­σιν α­πα­θείς και α­δρα­νείς α­πέ­να­ντι της τοιαύ­της εν Κων/πό­λει κα­τα­στά­σε­ως και ε­τοι­μά­ζο­νται εν τυ­χού­ση πε­ρι­στά­σει, να α­μυν­θώ­σιν υ­πέρ της ζω­ής και της πε­ριου­σί­ας των, α­πει­λου­μέ­νων υ­πό του α­γρί­ου φα­να­τισμού του τουρ­κι­κού ό­χλου. 

Οι εν Φά­λη­ρω Αρ­μέ­νιοι

«Ου­δό­λως εί­ναι ευ­χά­ρι­στος η θέ­σις των εν Φα­λή­ρω κα­τα­σκη­νού­ντων Αρ­με­νί­ων. Αι σκη­ναί αυ­τών έ­νε­κα της προχθε­σι­νής βρο­χής είναι εις ε­λε­ει­νήν κα­τά­στα­σιν. Ως δε να μη ήρκει τού­το οι πρό­σφυ­γες δεν έ­χουν ού­τε τρο­φήν ι­κα­νή. Έ­νε­κα τού­του πα­ρί­στα­ται α­νά­γκη α­ρω­γής αυ­τών, προς τού­το δε πρό­κειται ε­ντός της ε­βδο­μά­δος ταύ­της, να δο­θή πα­ρά­στα­σις ευερ­γε­τι­κή, ης αι ει­σπρά­ξεις θα δια­τε­θώ­σιν υ­πέρ της δια­τρο­φής τού­των. Ελπί­ζε­ται ό­τι ο κό­σμος θα συρ­ρεύ­ση υ­πο­στη­ρίζων τους δυ­στυ­χείς πρό­σφυ­γας». 

«Α­κρό­πο­λις» 6 Σε­πτεμ­βρί­ου 1896

«...Είναι και οι 43 ερ­γά­ται α­χθο­φό­ροι των γαιαν­θρά­κων των α­τμο­πλοί­ων πτω­χό­τα­τοι άν­θρω­ποι, των πά­ντων στε­ρού­με­νοι και ά­ξιοι ε­πο­μέ­νως πάσης πε­ρι­θάλ­ψε­ως υ­πό των φι­λαν­θρώ­πων μας, των ο­ποί­ων ε­πι­κα­λού­με­θα τα φι­λάν­θρω­πα αι­σθή­μα­τα...». 

«Α­κρό­πο­λις» 7 Σε­πτεμ­βρί­ου 1896

«Πολ­λοί Αρ­μέ­νιοι ήρ­χι­σαν να ζητώ­νται εις δια­φό­ρους ε­νταύ­θα υ­πη­ρε­σί­ας, ό­που η φι­λο­πο­νί­α των και η ε­ντι­μό­της των τα­χέ­ως θέ­λει τους προ­α­γά­γει.

Αλ­λά και παι­δά­κια και κο­ρι­τσά­κια πολ­λά δύ­να­νται να εύ­ρω­σιν εις ερ­γο­σα­τάσια του Πει­ραιώς θέ­σιν ή εις τας οι­κί­ας πλου­σί­ων, ό­που υ­πάρ­χει με­γά­λη τοιού­των α­νά­γκη». 

«Ε­φη­με­ρίς» 10 Σε­πτεμ­βρί­ου 1896

Οι ε­νταύ­θα Αρ­μέ­νιοι

Μί­α ευερ­γε­τι­κή πα­ρά­στα­σις

«Πε­ρί των ε­νταύ­θα προ­σφυ­γό­ντων Αρ­με­νί­ων, οί­τι­νες πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται α­πό τι­νός, ε­λή­φθη πρό­νοια να μη α­πο­στα­λώ­σι προς ερ­γα­σί­αν εις Βό­λον και Λάρισ­σαν, ε­πει­δή ε­κεί είναι Τούρ­κοι και ή­το δυ­να­τόν να συμ­βώ­σιν α­πρό­ο­πτα. Εις την Πε­λο­πόν­νη­σον και τας νή­σους δύ­να­νται ού­τοι να με­τα­βώ­σιν ε­ξευρί­σκο­ντες ερ­γα­σί­αν, κα­θώς και εν Α­θή­ναις, εί­τε ως φύ­λα­κες οι­κιών εί­τε ως α­χθο­φό­ροι ή και ως τε­χνί­ται.

Χά­ριν της δια­τρο­φής αυτών, μέ­χρις ό­ταν ευ­ρε­θή ερ­γα­σί­α, α­πε­φα­σί­σθη ό­πως δο­θή εν τω θε­ά­τρω των «Ποι­κί­λων» την ε­σπέ­ραν της προ­σε­χούς Πα­ρα­σκευ­ής, ευερ­γε­τι­κή πα­ρά­στα­σις υ­πό του θιά­σου της κ. Πα­ρα­σκευο­πού­λου. Ελ­πί­ζε­ται ό­τι ο κό­σμος θα συρ­ρεύ­ση α­θρόως, υ­πο­στη­ρί­ζων δυ­στυχείς κα­τα­διω­κό­με­νους χρι­στια­νούς». 

«Ε­φη­με­ρίς» 13 Σε­πτεμ­βρί­ου 1896

Τα Αρ­με­νι­κά

Αρ­μέ­νιοι εις Πει­ραιά

«Δια του κα­τα­πλεύ­σα­ντος χθες εις Πει­ραιά αυ­στρια­κού α­τμο­πλοί­ου, α­φί­κο­ντο εκ Κων/πόλε­ως ο­λί­γοι ε­πι­βά­ται, εν οις και τι­νες Αρ­μέ­νιοι. Κα­τά τας πλη­ρο­φο­ρί­ας τού­των, α­να­χω­ρη­σά­ντων ε­κεί­θεν την πα­ρελ­θού­σαν Τρί­την, η κα­τά­στα­σις ευ­ρί­σκε­ται εις το αυ­τό ση­μεί­ον. Ο φό­βος και ο τρό­μος δεν ε­ξέ­λει­πεν ει­σέτι. Αι συλ­λή­ψεις των Αρ­με­νί­ων και ι­δί­ως των α­έρ­γων και υ­πό­πτων ε­ξα­κο­λου­θούν, οι δε συλ­λαμ­βα­νό­με­νοι ρί­πτο­νται εις τας φυλα­κάς, εξ ων ε­ξέρ­χο­νται μό­νον τα πτώ­μα­τά των, τα ο­ποί­α δέ­χε­ται κα­τό­πιν ο Βό­σπο­ρος. Οι ελ­θό­ντες μακρό­θεν και πα­ρά τα Δαρ­δα­νέλ­λια εί­δον σκά­φη πο­λε­μι­κά, δεν διέ­κρι­ναν ό­μως την ση­μαί­αν των πλοί­ων τού­των». 

«Ε­στί­α» 16 Σε­πτεμ­βρί­ου 1896

«Ό­σοι πα­ρέ­χουν ερ­γα­σί­αν εις τους α­τυ­χείς πρό­σφυ­γας Αρ­με­νί­ους, εκ­πλη­ρούν έρ­γον φι­λαν­θρω­πι­κόν. Ζη­τούν δε οι άν­θρω­ποι ερ­γα­σί­αν δια να κερ­δί­ζουν τον άρ­τον της η­μέ­ρας.

Ο διευ­θυ­ντής του τρο­χιο­δρό­μου κ. Βω­τύ πα­ρέ­σχεν ή­δη ερ­γα­σί­αν εις πολ­λούς εξ αυτών, προ­σλα­βών αυτούς εις την υ­πη­ρε­σί­αν του σταύ­λου της ε­ται­ρί­ας και των εν γέ­νει τρο­χιο­δρό­μων».

«Ε­στί­α» 14 Νο­εμ­βρί­ου 1896

Υ­πο­φέ­ρουν δει­νώς

Ε­λά­βο­μεν χθες την ε­ξής ε­πι­στο­λήν ην ε­πε­κύ­ρω­σεν η ε­πελ­θού­σα κα­τα­στρο­φή:

Κύ­ριε Διευ­θυ­ντά της «Ε­στί­ας»

Αι α­τυ­χείς οι­κογέ­νειαι των Αρ­με­νί­ων αι κα­τα­σκη­νού­σαι εν τω Κο­λω­νώ πά­σχου­σι τα πάν­δειν κατά την ώ­ραν ταύ­την του έ­τους ό­τε αι βρο­χαί, το ψύ­χος και οι ά­νε­μοι ε­πέ­πε­σαν εφ’ ημάς. Αι σκη­ναί αυ­τών α­πό η­με­ρών δεν εστέ­γνω­σαν και το έ­δα­φος δια­πε­ρά­ται α­πό ά­κρου εις ά­κρον υ­πό των υδά­των, σκε­πά­σμα­τα εί­νε ά­γνω­στος πο­λυ­τέ­λεια και ε­πί πά­σιν η πεί­να λυ­μαί­νε­ται άν­δρας και γυ­ναί­κας και παι­διά. Μέ­χρι τού­δε έ­ζη­σαν σχε­δόν α­πο­κλει­στι­κώς εκ των λει­ψά­νων του τρυ­γη­τού των πέ­ριξ α­μπε­λώ­νων. Σή­με­ρον και αυτά και τα φύλ­λα των α­μπέ­λων έ­λει­ψαν. Η ελ­ληνική φι­λο­ξε­νί­α α­πε­δεί­χθη λί­αν πε­νι­χρά δι’ αυ­τούς, αφ’ ου δεν κα­τωρθώ­θη να ευ­ρε­θή μη­δέ εν οί­κη­μα του­λά­χι­στοςν, ό­που να μεί­νω­σιν ε­ντός τεσ­σά­ρων τοί­χων προ­στα­τευό­με­νοι κα­τά των α­νέ­μων. Δεν γνωρί­ζω αν υ­πάρ­χει ε­πι­τρο­πή τις Αρ­με­νί­ων με­ριμνώ­σα δια τους δυ­στυ­χείς τού­τους. Οι εύ­πο­ροι Αρ­μέ­νιοι α­ντί να δα­πα­νώ­σιν εις έκ­δο­σιν εν μέ­σαις Α­θή­ναις γαλ­λι­κών εφη­με­ρί­δων, ας ου­δείς α­να­γι­νώ­σκει, θα έ­πρατ­τον δε­ξιώ­τε­ρον αν διέ­νε­μον μι­κρόν τι σι­τη­ρέ­σιον εις τας πρό­σφυ­γας ταύ­τας οι­κο­γέ­νειας, όπως συ­ντη­ρή­σω­σι παρ’ αυ­ταίς το σθέ­νος του πα­τριω­τι­σμού και κα­τα­στή­σω­σι το μαρτύ­ριόν των ο­λι­γώ­τε­ρον πι­κρόν. Κα­τά τας δια­βε­βαιώ­σεις του φί­λου μου και δια­πρε­πούς ια­τρού κ. Κο­τά­νωφ πά­ντες σχε­δόν οι εν Κο­λω­νώ πρό­σφυ­γες εκ πε­ντα­κο­σί­ων πε­ρί­που α­τό­μων πά­σχου­σιν εκ γα­στρι­κών και δια­λει­πό­ντων πυ­ρε­τών, τα δε σπου­δαιό­τε­ρα νο­σή­ματα α­πο­βαί­νου­σι πά­ντα ως εκ των ό­ρων τού­των του βί­ου αυ­τών θα­νά­σι­μα. Αι­δώς και έ­λε­ος Αρ­γεί­οι τε και Αρ­μέ­νιοι, έ­λε­ος! 

Κ. Ιε­ρο­κλής

Για το άρ­θρο χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν α­πο­σπά­σμα­τα α­πό το βι­βλί­ο του Ιω­σήφ Κασ­σε­σιάν «Το φι­λο­αρ­με­νι­κό κί­νη­μα στην Ελ­λά­δα και η με­γά­λη η­θο­ποιός Ευαγ­γε­λί­α Πα­ρα­σκευο­πού­λου».