Παλιές, ξεχασμένες ιστορίες Εκτύπωση

 

Μά­ικ Τσι­λι­γκι­ριάν

Τεύχος: Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011

 

 

Στη συ­νεί­δη­ση ό­λων μας έ­χει κα­τα­γρα­φεί ό­τι η ι­στο­ρί­α της αρμενικής κοι­νό­τη­τας στην Α­θή­να και τον Πει­ραιά ξε­κί­νη­σε με­τά τη Μι­κρα­σια­τι­κή κα­τα­στρο­φή, με την ε­γκα­τά­στα­ση χι­λιά­δων Αρ­με­νί­ων στις δύ­ο πα­ρα­πά­νω πό­λεις. Ω­στό­σο, μάλλον εί­ναι σε πο­λύ λί­γους γνω­στή η ε­νερ­γή πα­ρου­σί­α -πο­λύ νω­ρί­τε­ρα- μιας μικρής αλ­λά δρα­στή­ριας κοι­νό­τη­τας, η ο­ποί­α μά­λι­στα έ­χει εν­δια­φέ­ρου­σα και ιδιό­μορ­φη ι­στο­ρί­α.

Α­πό το 1890 έ­ως το 1922 υπήρχαν 150 με 200 μόνιμοι κάτοικοι στην Α­θή­να και τον Πει­ραιά, ό­μως χι­λιά­δες ή­ταν αυ­τοί που για μι­κρό χρο­νι­κό διά­στη­μα -α­πό έ­να μή­να έ­ως και δύ­ο χρό­νια- φι­λο­ξε­νή­θη­καν όλα αυτά τα χρόνια. Ο Πει­ραιάς ή­ταν έ­νας σχε­τι­κά κο­ντι­νός και σί­γου­ρα α­σφαλής προ­ο­ρι­σμός για τους αρ­μέ­νιους ε­πα­να­στά­τες κα­θώς και για αρ­κε­τούς πρόσφυ­γες κα­τά τη διάρ­κεια των διώ­ξε­ων και των σφα­γών του 1896 α­πό τον Α­μπντούλ Χα­μίτ. Τα χρό­νια αυ­τά, χί­λιοι και πλέ­ον Αρ­μέ­νιοι βρή­καν ά­συ­λο και θερ­μή φι­λο­ξενί­α α­πό τον ελ­λη­νι­κό λα­ό και πρέ­πει να το­νί­σου­με, ό­τι ο πρω­θυ­πουρ­γός Δε­ληγιάν­νης ε­πέ­δει­ξε πα­τρι­κή στορ­γή γι’ αυ­τούς τους αν­θρώ­πους. Η συ­μπε­ρι­φο­ρά αυ­τή ή­ταν α­πο­τέ­λε­σμα των αλ­λη­λέγ­γυων συ­ναι­σθη­μά­των των Ελ­λή­νων αλ­λά δεν πρέ­πει να ξε­χνά­με, ό­τι την ί­δια ε­πο­χή ξέ­σπα­σε η Κρη­τι­κή ε­πα­νά­στα­ση το 1896 και ο ελ­λη­νο-τουρ­κι­κός πό­λε­μος του 1897.

 

Ε­πα­να­στα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες


Με α­φορ­μή τις ι­στο­ρι­κές συ­γκυ­ρί­ες και το φι­λι­κό πε­ρι­βάλ­λον των πο­λι­τών και πο­λι­τι­κών στην Α­θή­να, οι Αρ­μέ­νιοι έ­στει­λαν στους συ­ντρό­φους τους που μά­χο­νταν ε­νά­ντια στον τουρ­κι­κό ζυ­γό ό­πλα και πυ­ρο­μα­χι­κά α­πό τον Πει­ραιά στο Ι­σμίτ, τη Μερ­σί­να, το Μπα­τούμ και αλ­λού. Πα­ράλ­λη­λα, ε­ξέ­δι­δαν στην Α­θή­να ε­φη­με­ρί­δες, οι ο­ποί­ες στέλ­νο­νταν κρυ­φά στην Τουρ­κί­α και την κα­τε­χό­με­νη Αρ­με­νί­α. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα α­ποτε­λούν οι ε­φη­με­ρί­δες «Α­σπα­ρέζ» (1890), «Χιντσάκ» (1894), «Α­πτάκ» (1892) και «Μιου­τιούν» (1896). Ό­λες πρό­σκει­νταν στο ε­πα­να­στα­τι­κό κόμ­μα Χιντσα­κιάν. Μά­λι­στα, για έ­να μικρό διά­στη­μα λει­τούρ­γη­σε και ι­διό­κτη­το τυ­πο­γρα­φεί­ο στην Α­θή­να.

 

Ο Ντι­κράν Γερ­γκάτ


Στο διά­στη­μα 1890-1900 ι­στο­ρι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες και δια­νο­ού­με­νοι βρή­καν κα­τα­φύ­γιο στην Α­θή­να. Α­νά­με­σά τους, οι Αρ­μέν Γκα­ρό, Γερ­βά­ντ Ο­ντιάν, Ντικράν Γερ­γκάτ, Σα­χρι­μάν, Βα­χέ Αρ­γου­γιάν και άλ­λοι. Κα­τά την πα­ρα­μο­νή του στην Α­θή­να το 1896, ο ποι­η­τής Ντι­κράν Γερ­γκάτ κέρ­δι­σε την προ­σο­χή των δια­νο­ούμε­νων της ε­πο­χής. Με δια­λέ­ξεις για τα ζη­τή­μα­τα της Α­να­το­λής και ξε­χω­ρι­στές για το Αρ­με­νι­κό Ζή­τη­μα α­πέ­σπα­σε α­πο­δο­χή και συ­μπά­θειες σε κύ­κλους ποι­ητών και αν­θρώ­πων των γραμ­μά­των, ε­νώ έ­γι­νε μέ­λος της «Ε­θνι­κής Ε­ται­ρί­ας». Πα­ρά το νε­α­ρό της η­λι­κί­ας του, ο Γερ­γκάτ α­να­γνω­ρί­στη­κε ως έ­νας σπου­δαί­ος ποι­η­τής και δια­νο­ού­με­νος α­πό τους α­θη­ναί­ους συ­να­δέλ­φους του. Ό­ταν πέ­θανε, σε η­λι­κί­α μό­λις 29 ε­τών, στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, ο Σου­ρής θρή­νη­σε τον ω­ραίο νέ­ο με τα με­λαγ­χο­λι­κά γα­λα­νά μά­τια και ο Κω­στής Πα­λα­μάς του α­φιέ­ρω­σε την πρώ­τη σει­ρά των «Πα­τρί­δων» του.

 

Η κοι­νό­τη­τα με­τά το 1900


Στην κα­τα­μέ­τρη­ση των με­λών της κοι­νό­τη­τας το 1901, οι μό­νι­μα ε­γκατε­στη­μέ­νοι κά­τοι­κοι στην Α­θή­να και τον Πει­ραιά ή­ταν 105, εκ των ο­ποί­ων 35 έγ­γαμοι. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό αυ­τούς ή­ταν έ­μπο­ροι και τε­χνί­τες. Η πρώ­τη ε­νο­ριακή ε­πι­τρο­πή ε­κλέ­χθη­κε στις 24 Σε­πτεμ­βρί­ου 1900 και στε­λε­χω­νό­ταν α­πό τους: Δρ. Γκ. Α­γα­πε­κιάν (πρό­ε­δρος), Α­λε­ξάν Για­ζι­τζιάν (α­ντι­πρό­ε­δρος), Λε­βόν Μπο­ρεκ­τσιάν (τα­μί­ας), Γκα­ρα­μπέτ Μα­ντο­γιάν και Σαρ­κίς Μπα­γντα­σα­ριάν (μέ­λη).

Την ί­δια ε­πο­χή, ­νοι­κιά­στη­κε έ­να οί­κη­μα στην ο­δό Κου­μουν­δού­ρου 16, ό­που θα λει­τουρ­γού­σε η πρώ­τη αρ­με­νι­κή εκ­κλη­σί­α στην Α­θή­να, υ­πό τον ιε­ρέ­α Καρε­κίν Αρ­τζρου­νί. Α­ξί­ζει να ση­μειω­θεί, ό­τι για τη λει­τουρ­γί­α της εκ­κλη­σί­ας ο πρέ­σβης της Τουρ­κί­ας Ρι­φάτ Μπέ­ης, έ­στει­λε ε­πί­ση­μη ε­νη­με­ρω­τι­κή ε­πι­στολή προς το υ­πουρ­γεί­ο Ε­ξω­τε­ρι­κών της Τουρ­κί­ας στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη.

 

Διώ­ξεις και φυ­λα­κί­σεις αρ­με­νί­ων ε­πα­να­στα­τών


Το 1905 εί­χε γί­νει η α­πο­τυ­χη­μέ­νη προ­σπά­θεια των αρ­με­νί­ων ε­πα­να­στα­τών να δο­λο­φο­νή­σουν τον Α­μπντούλ Χα­μίτ. Η τουρ­κι­κή α­στυ­νο­μί­α συ­νέ­λα­βε πολ­λούς Αρ­με­νί­ους, ε­νώ έ­γι­ναν διώ­ξεις κα­τά του αρ­με­νι­κού πλη­θυ­σμού της Κωνστα­ντι­νού­πο­λης.

Την ί­δια ε­πο­χή στην Α­θή­να, το φι­λαρ­με­νι­κό κλί­μα κιν­δύ­νευ­σε να δια­τα­ρα­χθεί με α­φορ­μή την α­να­κά­λυ­ψη βομ­βών και δυ­να­μί­τι­δας που ανή­καν σε Αρ­μέ­νιους και θα διο­χε­τεύ­ο­νταν α­πό το λι­μά­νι του Πει­ραιά στη Σμύρνη και την Κι­λι­κί­α.

Έ­γι­ναν 25 συλ­λή­ψεις α­πό την ελ­λη­νι­κή α­στυ­νο­μί­α και πέ­ντε ά­το­μα πα­ρα­πέμ­φθη­καν σε δί­κη με βα­ριές κα­τη­γο­ρί­ες. Οι τουρ­κι­κές μυ­στι­κές υ­πη­ρε­σί­ες έ­στειλαν κλι­μά­κιο τούρ­κων πρα­κτό­ρων για να πα­ρακο­λου­θή­σουν το έρ­γο των ελ­λη­νι­κών αρ­χών αλ­λά και για να α­ντι­στρέ­ψουν το φι­λ­αρ­με­νι­κό κλί­μα. Προς στιγ­μήν το κα­τά­φε­ραν με κα­τα­σκευα­σμέ­να δη­μο­σιεύ­μα­τα, πα­ρου­σιά­ζο­ντας την α­να­κά­λυ­ψη του ο­πλο­στα­σί­ου ως συ­νερ­γα­σί­α Αρ­μενί­ων και Βουλ­γά­ρων, με στό­χο να πλήξουν την ελ­λη­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση. Έ­φθα­σαν δε στο ση­μεί­ο να ι­σχυ­ρι­στούν ό­τι οι Αρ­μέ­νιοι θα α­να­τί­να­ζαν δη­μό­σια κτή­ρια στην Α­θή­να. Το α­πο­τέ­λε­σμα ή­ταν η ελ­λη­νι­κή κοι­νή γνώ­μη να στρα­φεί ε­να­ντίον των Αρ­με­νί­ων, να πραγ­μα­το­ποι­η­θούν α­ντιαρ­με­νι­κές δια­δη­λώ­σεις στην Αθή­να και να δε­χθεί ε­πί­θε­ση με πέ­τρες η αρ­με­νι­κή εκ­κλη­σί­α της Α­θή­νας.

Η δί­κη των πέ­ντε κα­τη­γο­ρού­με­νων έ­γι­νε στη Λα­μί­α. Ό­λοι κρί­θη­καν ο­μό­φω­να αθώ­οι και α­φέ­θη­καν ε­λεύ­θε­ροι. Οι κα­τη­γο­ρού­με­νοι έ­πει­σαν τους δι­κα­στές ότι οι ε­νέρ­γειες τους δεν εί­χαν - σε κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση - στό­χο ελ­λη­νι­κά συμ­φέ­ροντα, κα­θώς οι βόμ­βες και η πυ­ρί­τι­δα α­πο­τε­λού­σαν ο­πλι­σμό για τους συ­ντρόφους τους που α­γω­νί­ζο­νταν στην Αρ­με­νί­α.

 

Ο σύλ­λο­γος «Γκα­τίλ»


Με α­φε­τη­ρί­α τα έ­ντο­να πα­τριω­τι­κά συ­ναι­σθή­μα­τα και τον προ­βλημα­τι­σμό για τον α­γώ­να που πραγ­μα­το­ποιεί­το στην τουρ­κο­κρα­τού­με­νη Αρ­με­νία, στις 25 Μα­ΐ­ου 1903 ι­δρύ­θη­κε ο σύλ­λο­γος «Γκα­τίλ» (στά­λα), ό­που σχε­δόν ό­λοι οι Αρμέ­νιοι έ­γι­ναν μέ­λη του. Ο σύλ­λο­γος, που λει­τούρ­γη­σε ­ως το 1905, διορ­γά­νω­σε διά­φο­ρες εκ­δη­λώ­σεις και γιορ­τές. Ο ε­ορ­τα­σμός του «Βαρ­τα­νά­ντς» στις 5 Φε­βρουα­ρί­ου 1904, που πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στον α­ριθ­μό 8 της ο­δού Στα­δί­ου, στον πά­νω όρο­φο ε­νός κα­φε­νεί­ου και δι­ήρ­κε­σε α­πό τις 9 μ.μ. ως τις πρώ­τες πρω­ι­νές ώ­ρες, λέ­γε­ται ό­τι ή­ταν η κο­ρω­νί­δα των δρα­στη­ριο­τή­των του συλ­λό­γου.

Εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η πε­ρι­γρα­φή της εν λό­γω εκ­δή­λω­σης. Ο πρό­ε­δρος του συλ­λό­γου Χμα­γιάκ Α­ζα­ντιάν, ντυ­μέ­νος με τη στο­λή του στρα­τη­γού Βαρ­τάν, α­νέβη­κε στο βή­μα και με­τα­ξύ άλ­λων εί­πε: «…ε­μείς ό­λοι εί­μα­στε α­νά­ξιοι να φο­ράμε τη στο­λή του στρα­τη­γού Βαρ­τάν, αν δεν α­σπα­στού­με τον όρ­κο και το νό­μο των αρ­με­νί­ων ε­πα­να­στα­τών, που χρό­νια τώ­ρα πο­λε­μούν στα βου­νά μας». Μό­λις ολο­κλή­ρω­σε τη δή­λω­σή του, με μια γρή­γο­ρη κί­νη­ση έ­βγα­λε α­πό πά­νω του τα ρούχα του Βαρ­τάν. Α­πό μέ­σα φο­ρού­σε στρα­τιω­τι­κά ρού­χα των αρ­με­νί­ων α­νταρ­τών και σταυ­ρω­τά φι­σε­κλί­κια, ε­νώ κρα­τού­σε έ­να ό­πλο στο χέ­ρι δη­μιουρ­γώ­ντας έ­ντονο εν­θου­σια­σμό στους πα­ρευ­ρι­σκο­μέ­νους ­που όρ­θιοι χει­ρο­κρο­τού­σαν για πολ­λή ώ­ρα.

Ο σύλ­λο­γος «Γκα­τίλ» α­σχο­λή­θη­κε με την α­νά­γκη ύ­παρ­ξης ι­διό­κτη­της εκ­κλησί­ας στην Α­θή­να και για το λό­γο αυ­τό έ­στει­λε ε­πι­στο­λή στο δή­μο Α­θη­ναί­ων για τη διά­θε­ση ε­νός κτη­ρί­ου. Ο δή­μος α­πά­ντη­σε πως ή­θε­λε 50 ο­νό­μα­τα Αρ­με­νί­ων με ελ­λη­νι­κή υ­πη­κο­ό­τη­τα για να δια­θέ­σει κά­ποιο χώ­ρο. Τα πρα­κτι­κά του συλ­λόγου στα­μα­τούν το 1905, ό­που πι­θα­νόν τε­λεί­ω­σε και η δρα­στη­ριό­τη­τά του.

 

Α­γο­ρά κτη­ρί­ου για εκ­κλη­σί­α


Η εύ­ρε­ση ι­διό­κτη­του χώ­ρου για α­νέ­γερ­ση εκ­κλη­σί­ας εί­χε γί­νει πρω­ταρ­χι­κός στό­χος της ε­νο­ρια­κής ε­πι­τρο­πής και του ιε­ρέ­α της μι­κρής κοι­νότη­τας. Έ­τσι, στις 17 Μαρ­τί­ου 1905 α­γο­ρά­στη­κε οί­κη­μα ε­νός ο­ρό­φου στην ο­δό Κριεζή 10, ό­που σή­με­ρα βρί­σκε­ται η Μη­τρό­πο­λη των Αρμενίων. Πα­λαιό­τε­ρα, ο χώ­ρος στέ­γα­ζε κρατη­τή­ρια γυ­ναι­κών. Το τί­μη­μα ή­ταν 11.200 δραχ­μές, με προ­κα­τα­βο­λή 5.200 δραχ­μές (τις 2.000 δραχ­μές τις έ­δω­σε ο σύλ­λο­γος «Γκα­τίλ») και τις υ­πό­λοι­πες 6.000 με συμ­φω­νί­α για α­πο­πλη­ρω­μή σε με­ρι­κά χρό­νια με τό­κο 10%. Η ε­νο­ρια­κή ε­πι­τρο­πή δεν εί­χε ε­πίση­μη και α­να­γνω­ρι­σμέ­νη α­πό το κρά­τος υ­πό­στα­ση, γι’ αυ­τό και το α­κί­νη­το γρά­φτη­κε στο ό­νο­μα του μέ­λους της Μπε­ντρός Γε­γο­γιάν. Πρό­κει­ται για μια λανθα­σμέ­νη ε­πι­λο­γή που έ­βα­λε σε νο­μι­κές πε­ρι­πέ­τειες την ε­πι­τρο­πή για αρ­κετά χρό­νια ­ως το 1908, ό­που με δι­κα­στι­κή α­πό­φα­ση, πέ­ρα­σε στην ι­διο­κτη­σί­α της.

Έ­να α­κό­μη -με­γα­λύ­τε­ρο- πρό­βλη­μα που α­ντι­με­τώ­πι­σε η ε­πι­τρο­πή σχε­τι­κά με την α­γο­ρά του α­κι­νή­του α­πο­τέ­λε­σε η α­δυ­να­μί­α της να πλη­ρώ­σει, ­ως και το 1910, έστω και μί­α δραχ­μή στον ι­διο­κτή­τη. Α­πό το 1905 έ­ως το 1908, η ε­πι­τρο­πή προ­σπά­θη­σε να βρει κε­φά­λαιο α­πό άλ­λες πα­ροι­κί­ες, χω­ρίς κά­ποια ση­μα­ντι­κή α­ντα­πό­κριση. Στις 19 Φε­βρουα­ρί­ου 1909 υ­πήρ­ξε έ­γκρι­ση α­πό το ελ­λη­νι­κό κρά­τος για διε­νέρ­γεια ε­ρά­νου, ό­που και πά­λι δεν εί­χε τα α­να­με­νό­με­να α­πο­τε­λέ­σμα­τα. Το 1910 πλη­ρώθη­καν 1.000 δραχ­μές, πο­σό που κά­λυ­ψε τους τό­κους τό­σων ε­τών, ε­νώ το κε­φά­λαιο παρέ­μει­νε στις 6.000.

Η λύ­ση του προ­βλή­μα­τος δό­θη­κε το 1912 α­πό τον Ντι­κράν Χαν Κε­λε­κιάν. Επρό­κει­το για ένα πλού­σιο Αρ­μέ­νιο α­πό το Πα­ρί­σι, ο ο­ποί­ος ό­ταν έ­μα­θε για το θέ­μα έ­στειλε το πο­σό των 6.000 δραχ­μών στο Πα­τριαρ­χεί­ο της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, ό­που τό­τε υ­πά­γο­νταν ό­λες οι αρ­με­νι­κές εκ­κλη­σί­ες στην Ελ­λά­δα, ενώ το Πατρι-αρχείο με κα­θυ­στέ­ρηση ε­νός έ­τους με­τα­βί­βα­σε το πο­σό στην Α­θή­να. Τε­λι­κά, η κοι­νό­τη­τα α­πέ­κτη­σε την πρώ­τη ι­διό­κτη­τη εκ­κλη­σί­α στην Α­θή­να τον Α­πρί­λιο του 1913, με­τά α­πό πε­ριπέ­τειες ο­κτώ ε­τών.

 

Το ζή­τη­μα της νο­μι­κής υ­πό­στα­σης


Το πρό­βλη­μα της νο­μι­κής και θε­σμι­κής υ­πό­στα­σης της αρ­μενι­κής κοι­νό­τη­τας α­πο­τε­λού­σε χρό­νιο και α­καν­θώ­δες ζή­τη­μα, πα­ρα­κω­λύ­ο­ντας την ε­πίση­μη εκ­προ­σώ­πη­ση αλ­λά και την ο­μα­λή και έν­νο­μη λει­τουρ­γί­α της. Έ­πει­τα ό­μως α­πό πρό­τα­ση της ε­νο­ρια­κής ε­πι­τρο­πής, στις 22 Σε­πτεμ­βρί­ου 1908 με βα­σι­λι­κό διά­ταγ­μα, το ο­ποί­ο εκ­δό­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα της κυ­βερ­νή­σε­ως (φύλ­λο Σε­πτεμ­βρί­ου), συ­στά­θη­κε το κα­τα­στα­τι­κό για τη λει­τουρ­γί­α της αρ­με­νι­κής κοι­νό­τη­τας, το ο­ποί­ο α­πο­τε­λού­ταν α­πό 18 άρ­θρα. Το κα­τα­στα­τι­κό αυ­τό ή­ταν ου­σια­στι­κά η πρώ­τη ε­πί­ση­μη α­να­γνώ­ρι­ση της αρ­μενι­κής πα­ροι­κί­ας σε Α­θή­να και Πει­ραιά από την πο­λι­τεί­α. Σε πρα­κτι­κό και ου­σια­στι­κό ε­πί­πε­δο ό­μως, δεν έ­παι­ξε κα­νένα ση­μα­ντι­κό ρό­λο στα ε­πό­με­να χρό­νια και πέ­ρα­σε στη λή­θη.

 

Η σύ­ντο­μη και ί­σως α­πο­σπα­σμα­τι­κή αυ­τή κα­τα­γρα­φή γε­γο­νό­των και ι­στο­ριών εί­χε ως στό­χο να δώ­σει μια μι­κρή γεύ­ση της ε­πο­χής, τις ι­στο­ρι­κές ε­κεί­νες δε­κα­ε­τί­ες που ση­μά­δε­ψαν για πά­ντα την πο­ρεί­α του αρ­με­νι­κού και ελ­λη­νι­κού λα­ού. Μια μι­κρή αλ­λά δυ­να­μι­κή κοι­νό­τη­τα σε Α­θή­να και Πει­ραιά, που συμ­με­τεί­χε ε­νερ­γά στον α­γώ­να που γι­νό­ταν στα βου­νά της Αρ­με­νί­ας και πα­ράλ­λη­λα κα­τάφε­ρε να ε­δραιώ­σει την πα­ρου­σί­α της στην Ελ­λά­δα. Αρ­γό­τε­ρα, το 1922-1923, ό­ταν χι­λιάδες συ­μπα­τριώ­τες μας έ­φτα­σαν στην Ελ­λά­δα, η ο­μά­δα αυ­τή έ­γι­νε ο κι­νη­τή­ριος μο­χλός στην προ­σπά­θεια για ε­πι­βί­ω­ση των προ­σφύ­γων και την ά­με­ση ορ­γά­νωση εκ­κλη­σιών, σχο­λεί­ων, ορ­φα­νο­τρο­φεί­ων, συλ­λό­γων, που έ­παι­ξαν ση­μα­ντι­κό ρό­λο στη με­τέ­πει­τα ι­στο­ρί­α της αρμενικής κοι­νό­τη­τας.

 

Πη­γές:

«Η Ε­λη­νο­αρ­με­νι­κή Κοι­νό­τη­τα» - Α­με­νούν Ντα­ρε­κίρ­κ 1960, Γκά­ρο Κε­βορ­κιάν.

«Η δί­κη των Αρ­με­νί­ων Ε­πα­να­στα­τών στη Λα­μί­α» - Αρ­με­νι­κά, τεύ­χος 64. Σαρ­κίς Α­γα­μπα­τιάν.

«Αρ­με­νι­κή Μού­σα» (ε­πιλο­γή ποι­η­μά­των) Κού­λη Α­λέ­πη, 1957.

«Ι­στο­ρί­α των Αρ­με­νο-Ελ­λη­νι­κών Στρα­τιω­τι­κών Σχέ­σε­ων και Συ­νερ­γα­σί­ας», Σαμ­βέλ Ρα­μα­ζιάν, 2010.

 


[Top]