Αλεξανδρούπολη: ένα κρίσιμο σταυροδρόμι για την Αρμενική Διασπορά Εκτύπωση

ALEXANDROUPOLI vivlioparousiasi

Το βιβλίο του ιστορικού και μεταδιδακτορικού ερευνητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Λεωνίδα-Λεβόν Ντιλσιζιάν αποτελεί την πρώτη απόπειρα συστηματικής καταγραφής της ιστορίας της αρμενικής κοινότητας της Αλεξανδρούπολης. Πρόκειται για έκδοση του Περιοδικού «Αρμενικά» που πραγματοποιείται σε συνεργασία με την αρμενική κοινότητα της Αλεξανδρούπολης με την αφορμή της συμπλήρωσης των 150 ετών από τη θεμελίωση του αρμενικού ναού της Αλεξανδρούπολης.

Ο συγγραφέας αξιοποιεί για πρώτη φορά αρμενικά χειρόγραφα και ντοκουμέντα από το ιστορικό αρχείο της αρμενικής κοινότητας της Αλεξανδρούπολης. Παράλληλα φέρνει στο φως άγνωστα τεκμήρια τόσο από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους Έβρου όσο και από το πλούσιο αρχείο του περιοδικού «Αρμενικά», ενώ αξιοποιεί μαρτυρίες από μέλη της κοινότητας, αλλά και άγνωστα τεκμήρια και φωτογραφικό υλικό από την συλλογή της αείμνηστης Τζένης Κασαπιάν για τους Αρμένιους της Θράκης με αναφορά την Αλεξανδρούπολη.

Με αφετηρία τον πρώτο «πυρήνα» οργάνωσης της κοινότητας και τις πρώτες αφίξεις των Αρμενίων παρουσιάζονται με χρονολογική σειρά οι διαφορετικές περίοδοι της κοινότητας παράλληλα με την ίδια την ιστορία της Αλεξανδρούπολης και της ευρύτερης Αρμενικής Διασποράς.

Στο μικροσκόπιο της έρευνας βρίσκονται η οθωμανική, η βουλγαρική και η ελληνική περίοδος της κοινότητας, ενώ η έρευνα σκιαγραφεί άγνωστες πτυχές από το ενοριακό συμβούλιο, το μεικτό αρμενικό σχολείο «Νταρονιάν» της πόλης και τις σχέσεις με το ελληνικό κράτος και τις αρμενικές Μητροπόλεις.

Με επιστημονική τεκμηρίωση ο συγγραφέας ανατρέχει στη συμμετοχή της κοινότητας στο Αλβανικό Μέτωπο, στα χρόνια της βουλγαρικής κατοχής, στο χρονικό ορόσημο του «επαναπατρισμού» στη Σοβιετική Αρμενία και στη μετάβαση στη νέα εποχή που σηματοδοτούν οι μαζικές αφίξεις Αρμενίων από το 1991 έως σήμερα. Το βιβλίο πλαισιώνεται με ένα πλούσιο φωτογραφικό παράρτημα και πλήθος ντοκουμέντων που αναδεικνύουν μια αδιάλειπτα ζωντανή κοινότητα και ένα ενεργό κύτταρο της κοινωνίας της Αλεξανδρούπολης.

Κατά την παρουσίαση του βιβλίου στην Αλεξανδρούπολη ο Λεωνίδας Ντιλσιζιάν τόνισε ότι «η Αλεξανδρούπολη αποτελεί διαχρονικά ένα ζωντανό αρμενικό σταυροδρόμι, ένας πολύτιμος κόμβος για την Αρμενική Διασπορά». Όπως ανέφερε, «όταν καταρρέει το μικρασιατικό μέτωπο το 1922 και εκκενώνεται η Ανατολική Θράκη αποφασίζεται κατεπειγόντως η ίδρυση μιας ζωτικής σημασίας Επιτροπής για την Πρόνοια και την προστασία των Αρμενίων Προσφύγων – ζωτικής με την κυριολεκτική σημασία του όρου γιατί είχε την ευθύνη για τα άμεσα ζητήματα της διατροφής, της στέγασης και της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης των προσφύγων. Πού αποφασίζεται να μεταφερθεί η έδρα αυτής της επιτροπής; Εδώ στην Αλεξανδρούπολη. Τα παραρτήματα ήταν στη Δράμα, στη Καβάλα, στη Ξάνθη, αλλά η έδρα της Επιτροπής εδώ στην Αλεξανδρούπολη».

Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η έρευνα δείχνει ότι για να εξετάσει κανείς τη κοινότητα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι για ένα μεγάλο διάστημα η κοινότητα βρίσκεται διαρκώς σε στενή αλληλογραφία με ένα «πρόσωπο-κλειδί», τον Μητροπολίτη επίσκοπο Γερβάντ ο οποίος είναι εκείνος που αποφασίζει για τα κρίσιμα ζητήματα του σχολείου και του αρμενικού ναού. «Όποιος θέλει να δει την ιστορία της κοινότητας θα πρέπει να λάβει επίσης υπόψη τον καταλυτικό ρόλο που διαδραματίζουν για την Αλεξανδρούπολη αλλά και για όλη τη Θράκη οι Αρμενικές Μητροπόλεις Ραιδεστού και Αδριανούπολης, και κατόπιν μέχρι το 1930 η Αρμενική Μητρόπολη Θράκης-Μακεδονίας. Οι Μητροπόλεις αυτές είναι εκείνες που ρυθμίζουν και κανονίζουν τα βασικά ζητήματα λειτουργίας της κοινότητας».

«Είναι εντυπωσιακό ότι σε κρίσιμες συγκυρίες η κοινότητα αντί να βοηθιέται η ίδια είναι εκείνη που βρίσκεται βοηθά. Μετά από οδηγίες της εκάστοτε Μητρόπολης η κοινότητα στέλνει ποσά για τα ορφανά των Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη, ακόμη και για την αμυντική θωράκιση της Ελλάδας το 1926, ή ακόμη στέλνει μέσα από έρανο ποσά μέχρι και για την ανέγερση του μνημείου του Αντρανίκ στο Παρίσι». όπως χαρακτηριστικά τονίστηκε.

Κεντρική θέση στο βιβλίο κατέχουν δύο βασικά ζητήματα: «Πρώτον, ο ναός. Ο ναός είναι ο πυρήνας διαμόρφωσης της αρμενικής εθνικής ταυτότητας και δεύτερον, το σχολείο που αποτελεί τον φορέα συνέχισης και διατήρησης της. Το σχολείο και ο ναός είναι και ένας καθρέφτης της ιστορίας της κοινότητας. Τι λέει σε ένα χειρόγραφο σημείωμα του ο αρμένιος δάσκαλος τον Σεπτέμβρη του 1922: “Το σχολείο έχει καταληφθεί από πρόσφυγες”, γράφει. Και για τον επόμενο μήνα, τον Οκτώβρη: “στις 11 Οκτωβρίου (σ.σ.1922) το σχολείο ξανα-άνοιξε μέσα στην εκκλησία”. Αυτή είναι η πραγματικότητα: Μια κοινότητα που από τη μία περιθάλπει τους πρόσφυγες και που ταυτόχρονα μέσα στο ναό παλεύει για τη γνώση στους μαθητές. Είναι η εικόνα μιας κοινότητας του 1922 που προσπαθεί να επιβιώσει στη δίνη μιας πρωτόγνωρης ανθρωπιστικής και προσφυγικής κρίσης».

Μέσα από το αρχείο της κοινότητας διαφαίνεται με σαφήνεια ότι οι περισσότεροι πόροι της κοινότητας κατευθύνονται στο σχολείο, ενώ για πρώτη φορά κατά το σχολικό έτος 1926-1927 ο αριθμός των μαθητών/τριών θα υπερβεί τους/τις 200 μαθητές/τριες – γεγονός που χαιρετίζεται σε όλες τις εκθέσεις των διευθυντών. Όπως σε όλα τα αρμενικά σχολεία και στην Αλεξανδρούπολη το σχολείο είναι μεικτό κι αυτό δείχνει το ρόλο της γυναίκας μέσα στη κοινότητα.

Το βιβλίο φέρνει στο φως και άγνωστες μικρές λεπτομέρειες για το ίδιο το σχολείο: π.χ. μέχρι πόσα «παλαιά επιμήκη θρανία» διαθέτει εκείνη την εποχή η κοινότητα, τους ακριβείς αριθμούς των μαθητών και μαθητριών - ακόμη και πόσοι και πόσες κατάφεραν να ολοκληρώσουν τη τάξη. «Λεκτικές ασκήσεις», ιχνογραφία, χειροτεχνία, ωδική, άγνωστα σήμερα παιχνίδια όπως «άμμος» ή «ξυλάρια» συγκαταλέγονται στα μαθήματα του σχολείου.

Στις σελίδες του βιβλίου δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στην περίοδο του Μεσοπολέμου που αποτελεί την περίοδο άνθησης της κοινότητας. Αυτό αποτυπώνεται και στα επαγγέλματα με τα οποία καταπιάνονται οι Αρμένιοι αυτή την περίοδο, όπως μεταξύ άλλων εμπόριο δερμάτων, υφασμάτων, άνθρακα, καπνού (αυτή την περίοδο είναι που αγοράζεται το λεγόμενο «Καπνομάγαζο»), υποδηματοποιΐα, αργυροχρυσοχοΐα, μηχανουργία-σιδηρουργία, ραπτική, λιανικό εμπόριο, ενώ σε αυτή την περίοδο έχουμε Αρμένιους ιατρούς, φαρμακοποιούς, αλευροβιομήχανους, καφεκόπτες και άλλα επαγγέλματα που τα καταγράφει, είτε ο ιστοριογράφος Ασαντούρ Μαγκαριάν το 1929, είτε μπορεί κανείς να τα εντοπίσει και σήμερα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.

Παράλληλα, γίνεται φανερό ότι παρά τις συνεχείς μετακινήσεις και μεταναστεύσεις με επίκεντρο την ίδια την πόλη, ο Μεσοπόλεμος είναι η περίοδος στην οποία η κοινότητα βρίσκεται σε μια σχετική «κανονικότητα».

Ο Λεωνίδας-Λεβόν Ντιλσιζιάν ανέφερε κατά την παρουσίαση του βιβλίου ότι μέσα στον κυκεώνα των αλλαγών η κοινότητα κατόρθωσε και επιτέλεσε ένα πολιτιστικό θαύμα: «Στα μέσα της δεκαετίας του 1920 – με ό,τι κανείς φαντάζεται ότι διαδραματίζεται στην Αλεξανδρούπολη εκείνη την περίοδο – οι απόφοιτοι του αρμενικού σχολείου βγάζουν ένα λογοτεχνίζον περιοδικό, μια πολυγραφημένη μηνιαία έκδοση με την ονομασία «Τζιλ Νταρονί» (Το Βλαστάρι του Νταρόν), και αργότερα ένα «φιλολογικό, εθνικό και κοινωνικό» περιοδικό, το «Οσαγκάν». Μια εκδοτική παραγωγή που για όποιον διαβάσει τα κείμενα διαπιστώνει μια πνευματική εγρήγορση και μια ανήσυχη και δημιουργική νεολαία».

Παράλληλα τόνισε ότι μέσα σε εκείνες τις συνθήκες δημιουργείται και μια θεατρική ομάδα από ερασιτέχνες Αρμένιους ηθοποιούς. «Ανεβάζουν μέχρι και «Οθέλλο» και ο τοπικός τύπος της Θράκης γράφει ιδιαίτερα κολακευτικά λόγια. Την ίδια περίοδο σχηματίζεται και μια πολυμελής χορωδία η «Χάι Κναρ». Όλα τα παραπάνω υπό την μπαγκέτα ενός «ανθρώπου πραγματικής ορχήστρας», του Κεβόρκ Γκαρβαρέντς, ο οποίος αναμφίβολα όσο έμεινε στην Αλεξανδρούπολη – άσχετα από τη μετέπειτα πορεία - συνέβαλε στην πολιτιστική άνθηση όχι μόνο της κοινότητας, αλλά της ίδιας της Αλεξανδρούπολης. Μαζί του το εκπαιδευτικό προσωπικό, αλλά και ο ιερέας ο Νσανιάν, δεξιοτέχνης του μουσικού οργάνου σάζι, ο οποίος ασκεί και εμπλουτίζει στην Αλεξανδρούπολη την αρμενική τέχνη των «ασούγ», δηλαδή των πλανόδιων λαϊκών βάρδων».

Ειδική αναφορά στο βιβλίο γίνεται και στην πρόσφατη περίοδο της κοινότητας, δηλαδή από το 1991 και μετά, κατά την οποία η κοινότητα βρίσκεται μπροστά σε ένα νέο τοπίο: την έλευση ενός ισχυρού ρεύματος μεταναστών και «παλιννοστούντων» ομογενών από την Αρμενία. «Μέσα από τις ατομικές και ομαδικές βαπτίσεις που πραγματοποιεί η κοινότητα από το 1991 και μετά συμβολικά θα έλεγα ότι και η κοινότητα «επαναβαπτίζεται» και η ίδια σε μια νέα πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που αποτελεί και το μεγάλο στοίχημα για το μέλλον».

Η παρουσίαση του βιβλίου πραγματοποιήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2025, με μεγάλη συμμετοχή κόσμου.

Την εκδήλωση συντόνισε η δημοσιογράφος Κατερίνα Καλεντερίδη και χαιρέτησαν κατά σειρά ο εκπρόσωπος του Σεβασμιοτάτου Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως, Τραϊανουπόλεως και Σαμοθράκης Άνθιμου πατήρ Θεολόγος, ο Σεβασμιότατος Αρχιεπίσκοπος των Ορθοδόξων Αρμενίων Ελλάδος Σαχάκ Γεμισιάν, ο δήμαρχος Αλεξανδρούπολης Γιάννης Ζαμπούκης, ο επίτιμος πρόξενος της Αρμενίας στη Θεσσαλονίκη Άκης Νταγκαζιάν, ο πρόεδρος της αρμενικής κοινότητας Αλεξανδρούπολης Βαρτκές Μαρουκιάν, η εκπρόσωπος του περιοδικού «Αρμενικά» Αραξή Απελιάν-Κολανιάν και ο πρώην υπερνομάρχης Ροδόπης-Έβρου Γιώργος Μηνόπουλος.

Για το βιβλίο μίλησαν η Μαρία Σπηλιωτοπούλου, διευθύντρια Ερευνών του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών, ο Ιάκωβος Ζ. Ακτσόγλου, μόνιμος επίκουρος καθηγητής του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης, και ο Λεωνίδας-Λεβόν Ντιλσιζιάν, συγγραφέας του βιβλίου, μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Πάντειου Πανεπιστημίου.

Η παρουσίαση πλαισιώθηκε από τη χορωδία της αρμενικής κοινότητας Αλεξανδρούπολης «Μεγετί», υπό τη διεύθυνση του ιερέα Τανιέλ Καλογλιάν, και τελούσε υπό την αιγίδα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης.