O ξεχασμένος ήρωας Λοχαγός Τζιμ Τσανκαλιάν Εκτύπωση

Τζοβινάρ Μιχικιάν

Περιοδικό «Aρμενικά» Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2014. Τεύχος 82

 

Ο Τζιμ Τσαν­κα­λιάν προ­ή­χθη λο­χα­γός στο στρα­τό των Η­ΠΑ και έ­λα­βε μέ­ρος στον ι­σπα­νο-α­με­ρικα­νι­κό πό­λε­μο το 1898, ε­νώ αρ­γό­τε­ρα με με­γά­λες ε­πι­τυ­χί­ες και τι­μές συμ­με­τεί­χε στο Αρ­μενι­κό Α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό Κί­νη­μα. Κα­τό­πιν, υ­πη­ρέ­τη­σε στο Δη­μο­κρα­τι­κό Φι­λε­λεύ­θε­ρο κόμ­μα της Αμε­ρι­κής, στην ΓΑ­Ε­Α και στην αρ­με­νι­κή εκ­κλησί­α, μέ­χρι το θά­να­τό του στις 10 Μα­ΐ­ου του 1947.

Γεν­νη­μέ­νος το 1879 στο Τι­κρα­να­κέρ­τ  ως Μπε­ντρός Τσαν­κα­λιάν, ο Τζέ­ιμ­ς (Τζιμ) και η οι­κο­γέ­νειά του με­τα­νά­στευ­σαν στις Η­νω­μέ­νες Πο­λι­τεί­ες. Α­πο­φοί­τη­σε α­πό α­με­ρι­κανι­κό λύ­κειο και στη συ­νέ­χεια φοί­τη­σε στην Στρα­τιω­τι­κή Α­κα­δη­μί­α των Η­ΠΑ. Ο Τσαν­κα­λιάν ε­κτός α­πό έ­μπει­ρος α­ξιω­ματι­κός του α­με­ρι­κα­νι­κού στρα­τού, ή­ταν και μια δια­κε­κρι­μέ­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα της αρ­με­νι­κής κοι­νό­τη­τα της Νέ­ας Υόρ­κης. Με­τά τη συντα­ξιο­δό­τη­σή του με το βαθ­μό του λο­χα­γού, του προ­σφέρ­θη­κε μί­α υ­ψη­λή θέ­ση στην ε­ται­ρεί­α «Powers & Co.» που του ε­πέ­τρε­ψε να ζή­σει ά­νε­τα.  Το 1915, το κόμ­μα Χι­ντσάκ, σε συ­νερ­γα­σί­α με την Πε­ρι­φε­ρεια­κή Ε­πι­τρο­πή του Συ­νταγ­ματι­κού Δη­μο­κρα­τι­κού
Κόμ­μα­τος (Ραμ­γκα­βάρ) των Η­νω­μέ­νων Πο­λι­τειών, ζή­τη­σε να στεί­λουν τον Τζιμ Τσαν­κα­λιάν σε ει­δι­κή α­πο­στο­λή, πρώ­τα στον Καύ­κα­σο και στη συ­νέ­χεια στο Βαν, με σκο­πό να α­γω­νι­στεί στο αρ­με­νι­κό α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό κί­νη­μα. Ο Τσαν­κα­λιάν δέ­χτη­κε αμέ­σως την προ­σφο­ρά, θυ­σιάζο­ντας την ά­νε­τη ζω­ή του στην Α­με­ρι­κή. Α­κο­λου­θού­με­νος α­πό ο­μά­δα έ­μπει­ρων ε­θε­λο­ντών της Δυ­τι­κής Αρ­με­νί­ας, έ­φτα­σε στο Βαν για την καθο­ρι­σμέ­νη συ­νά­ντη­ση με τον η­ρω­ι­κό η­γέ­τη των αρ­με­νι­κών δυ­νά­με­ων αυ­το­ά­μυ­νας, Αρ­με­νάκ Ε­γκαριάν. Με­τά τις προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νες δια­βουλεύ­σεις, ο Τσαν­κα­λιάν έ­θε­σε την πεί­ρα του στην υ­πη­ρε­σί­α του α­γώ­να των Αρ­με­νίων του Βαν ως σύμ­βου­λος του Ε­γκα­ριάν.
Συμ­με­τεί­χε στην ορ­γά­νω­ση του συ­ντάγ­μα­τος “Γιερκρα­πάγ” (Υ­πε­ρα­σπι­στές της Πα­τρί­δας) και εκ­πλήρω­σε με ε­πι­τυ­χί­α τη στρα­τιω­τι­κή του α­πο­στο­λή.
Το 1917 ε­πέ­στρε­ψε στις Η­ΠΑ, αλ­λά ό­ταν έ­μα­θε για το σχη­μα­τι­σμό της αρ­με­νι­κής Λε­γε­ώ­νας της Γαλ­λί­ας, α­πο­φά­σι­σε να λά­βει μέ­ρος. Η λε­γε­ώ­να ε­πρό­κει­το να ε­πι­χει­ρή­σει στο πα­λαι­στι­νια­κό μέ­τω­πο, στο πλευ­ρό των Συμ­μά­χων (Γαλ­λί­α, Αγ­γλί­α, Ρω­σί­α) έ­να­ντι των τουρ­κι­κών στρατευ­μά­των. Ο Τσαν­κα­λιάν, ο ο­ποί­ος α­πο­λάμ­βα­νε τον α­πε­ριό­ρι­στο σεβα­σμό της αρ­μενι­κής κοι­νό­τη­τας της Α­με­ρι­κής και των αρ­με­νι­κών πο­λι­τι­κών κομ­μά­των, διο­ρίστη­κε ε­πι­κε­φα­λής ε­νός σώ­μα­τος, που α­πο­τε­λεί­το α­πό Αρ­με­νί­ους ε­θε­λο­ντές των Η­ΠΑ. Στις 9 Ιου­λί­ου του 1917, ο Τσαν­κα­λιάν μα­ζί με τους ε­θε­λο­ντές, ε­πι­βι­βά­στη­καν σε γαλ­λι­κό πλοί­ο και κα­τευ­θύν­θη­καν στη Μασ­σα­λί­α. Έ­φτα­σαν στο Πορ­τ Σά­ι­ντ και ε­ντά­χθη­καν στη Λε­γε­ώ­να. Ύ­στε­ρα, με­τα­φέρ­θη­καν στην Κύ­προ και ε­νώ­θη­καν με τους υ­πό­λοι­πους ε­θε­λο­ντές της γαλ­λι­κής Λε­γε­ώ­νας των Ξέ­νων. Με δια­τα­γή του  στρα­τη­γού Άλ­λεν­μπυ, διοι­κη­τή των συμ­μα­χι­κών δυ­νά­με­ων της Μέ­σης Α­να­το­λής, στις 14 Σε­πτεμ­βρί­ου 1918 οι Αρ­μέ­νιοι ε­θε­λο­ντές με­τα­φέρ­θη­καν στην Πα­λαι­στί­νη, ό­που πέ­ντε η­μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα, ε­πι­τέ­θη­καν κα­τά των τουρ­κι­κών δυ­νά­με­ων στο Α­ράρ, ό­που πέ­τυ­χαν μια λα­μπρή νί­κη με ε­λά­χι­στες α­πώ­λειες. Δε­δο­μέ­νου ό­τι ο Α΄ Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος έ­λη­ξε το Νο­έμ­βριο του 1918, οι Αρ­μέ­νιοι ε­θε­λο­ντές με­τα­φέρ­θη­καν στη Βη­ρυ­τό. Α­πό ε­κεί, τα βρε­τα­νι­κά πλοί­α τους με­τέ­φε­ραν μέ­σω της Α­λε­ξαν­δρέτ­τας, στην Κι­λι­κί­α.
Οι λε­γε­ω­νάριοι κα­λω­σορί­στη­καν στα Ά­δα­να με τις τρί­χρω­μες αρ­με­νι­κές ση­μαί­ες. Το η­θι­κό των Τούρ­κων ή­ταν ή­δη πε­σμέ­νο και η αρ­με­νική Λε­γε­ώ­να ή­ταν έ­τοι­μη να κα­τα­λά­βει ό­λη τη Κι­λι­κί­α. Ο σχε­δια­σμός για τη δη­μιουργί­α μιας αυ­τό­νο­μης και α­νε­ξάρ­τη­της αρ­με­νι­κής Κι­λι­κί­ας πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε υπό την κα­θο­δή­γη­ση του Μι­ράν Ντα­μα­τιάν.
Για να υ­λο­ποι­η­θεί αυ­τό το σχέ­διο, ή­ταν α­πα­ραί­τη­τη μια ι­σχυ­ρή στρα­τιω­τι­κή δύ­να­μη, με ή­ρω­ες σαν τον Τσαν­κα­λιάν, Α­ντρα­νίκ, Ε­γκα­ριάν, Εσα­ΐ Για­κου­μπιάν κλπ. Ό­μως, οι Σύμ­μα­χοι εί­χαν άλ­λες προ­θέ­σεις. Ε­μπό­δι­σαν την ά­φι­ξη των Αντρα­νίκ, Ε­γκα­ριάν και άλ­λων στην Κι­λι­κί­α, γε­γο­νός που έ­δω­σε τέ­λος στο αρ­με­νι­κό σχέ­διο κα­τά­κτη­σης της Κι­λι­κί­ας. Α­πο­γο­η­τευ­μέ­νος ο Τσαν­κα­λιάν ε­πέ­στρε­ψε στις Η­ΠΑ, με τα ε­πι­τεύγ­μα­τά του κα­τε­γραμ­μέ­να στην ι­στο­ρί­α του αρ­με­νι­κού α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κού α­γώ­να. Αρ­γό­τε­ρα, ως μί­α α­πό τις ηγε­τι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες του Δη­μο­κρα­τι­κού Φι­λε­λεύθε­ρου Κόμ­μα­τος της Α­με­ρι­κής, ο Τσαν­κα­λιάν οργά­νω­σε ε­ρά­νους για την οι­κο­νο­μι­κή ε­νί­σχυ­ση της πρώ­της Δη­μο­κρα­τί­ας της Αρ­με­νί­ας.
Ο Τσαν­κα­λιάν συ­νέ­χι­σε τις προ­σπά­θειές του προς ό­φε­λος της πα­τρί­δας. Έ­γινε η κι­νη­τή­ρια δύ­να­μη για τη δη­μιουρ­γί­α του Α­με­ρι­κα­νο-Αρ­με­νι­κού Ε­θνι­κού Συμ­βου­λί­ου και υ­πη­ρέ­τη­σε ως πρό­ε­δρος. Ε­πί­σης, έ­γι­νε ο πρώ­τος πρό­ε­δρος της Κε­ντρι­κής Ε­πι­τρο­πής της Γε­νι­κής Αρ­με­νι­κής Έ­νω­σης Α­γα­θο­ερ­γί­ας (ΓΑ­Ε­Α) και α­φιε­ρώ­θη­κε στην υ­πη­ρε­σί­α της Αρ­με­νι­κής Εκ­κλη­σί­ας. Αυτός ο μεγάλος πατριώτης, προικισμένος με εξαιρετική στρατιωτική ικανότητα, πέθανε στη Νέα Υόρκη το 1947 σε μεγάλη ηλικία, αφήνοντας πίσω του μια μεγάλη κληρονομιά αξέχαστης υπηρεσίας για το λαό του.