Το ΤΣΑΒΑΧΚ του χθες και του σήμερα Εκτύπωση


Οβαννές Γαζαριάν

Απρίλιος-Ιούνιος 2012 Τεύχος 73

 

 

Η ι­στο­ρί­α του Τσα­βάχ­κ, της πε­ριο­χής στη Νό­τια Γε­ωρ­γί­α εί­ναι ά­με­σα συ­νυ­φασμέ­νη με αυ­τήν της Αρ­με­νί­ας. Πα­ρου­σιά­ζει τό­σες ο­μοιό­τη­τες που α­κό­μα και ο αμ­φι­σβη­τί­ας ι­στο­ρι­κός, α­να­λυ­τής ή α­πλός α­να­γνώ­στης δεν μπο­ρεί πα­ρά να α­να­γνω­ρί­σει ό­τι πράγ­μα­τι α­πο­τε­λεί α­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι της Αρ­με­νί­ας. Το ι­στο­ρι­κό ο­δοι­πο­ρι­κό που α­κο­λου­θεί το α­πο­δει­κνύ­ει.

Η πα­λαιό­τε­ρη α­να­φο­ρά του ο­νό­μα­τος γί­νε­ται στις πη­γές των Ου­ραρ­τού, στις ση­μειώ­σεις του βα­σι­λιά Αρ­γκι­στί το 785 π.Χ., ό­που ε­κεί α­να­φέρε­ται ως Ζα­μπάχ­κ. Με τον και­ρό αυ­τό πα­ρα­φρά­στη­κε, ε­νώ με τη ση­με­ρι­νή του ο­νομα­σί­α α­να­φέ­ρε­ται για πρώ­τη φο­ρά α­πό τον Μοβ­σές Χο­ρε­να­τσί -τον πρώ­το ι­στο­ρι­κό της Αρ­με­νί­ας- στο έρ­γο του «Ι­στο­ρί­α της Αρ­με­νί­ας» και συ­γκε­κρι­μέ­να κα­τά την πε­ρί­ο­δο του βα­σι­λιά Βα­γαρ­σάκ. Το Τσα­βάχκ ή­ταν η πε­ριο­χή που χρησι­μο­ποιού­σαν οι Αρ­μέ­νιοι βα­σι­λείς ως θε­ρι­νή κα­τοι­κί­α.

Ό­ταν στα τέ­λη του 4ου αιώ­να μ.Χ. η Αρ­με­νί­α διαι­ρέ­θη­κε ανά­με­σα στην Περ­σί­α και το Βυ­ζά­ντιο, το Τσα­βάχ­κ προ­σαρ­τή­θη­κε στο περ­σι­κό τμή­μα. Τον 9ο αιώ­να η Αρ­με­νί­α α­πέ­σπα­σε την πε­ριο­χή α­πό το βα­σί­λειο της Γε­ωρ­γί­ας κα υ­πό τη δυ­να­στεί­α των Πα­κρα­ντου­νί τη δια­τή­ρη­σε μέ­χρι το 1065, χρο­νιά κα­τά την ο­ποί­α ει­σέ­βα­λαν οι Σελ­τζού­κοι στην πε­ριο­χή και την κα­τέ­στρε­ψαν. Το 1236 πέ­ρα­σε στην κυ­ριαρ­χί­α των Μογ­γό­λων με τη βο­ή­θεια των ο­ποί­ων οι ντό­πιοι 30 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα α­να­κη­ρύ­ξαν την ε­παρ­χί­α του Τσα­βάχκ αυ­τό­νο­μη και α­νε­ξάρ­τη­τη.

Το 1579 η πε­ριο­χή κα­τα­λή­φθη­κε α­πό τους Τούρ­κους, ε­νώ ξε­κί­νη­σε μια πραγ­μα­τικά πο­λύ δύ­σκο­λη πε­ρί­ο­δος σκλα­βιάς στη διάρ­κεια της ο­ποί­ας έ­να μέ­ρος του πλη­θυ­σμού α­να­γκά­στη­κε να ε­ξι­σλα­μι­σθεί για να σώ­σει τη ζω­ή του. Πα­ρό­λα αυτά, η πλειο­ψη­φί­α δια­τή­ρη­σε τη θρη­σκευ­τι­κή και την ε­θνι­κή της ταυ­τό­τη­τα.

Το 1828 με τη λή­ξη του ρω­σο-τουρ­κι­κού πο­λέ­μου, οι Ρώ­σοι προ­σάρ­τη­σαν την ε­παρ­χί­α στην ε­πι­κρά­τειά τους και τη δια­τή­ρη­σαν μέ­χρι το 1918, ό­ταν η πε­ριο­χή α­πο­τέλε­σε το μή­λον της έ­ρι­δος με­τα­ξύ Γε­ωρ­γί­ας και Αρ­με­νί­ας. Κερ­δι­σμέ­νη ω­στό­σο ή­ταν η πρώ­τη, κα­θώς -στα πλαί­σια της Σο­βιε­τι­κής Έ­νω­σης- η Μό­σχα την παρέ­δω­σε ο­ρι­στι­κά το 1921. Ω­στό­σο, με τη διά­λυ­ση της Σο­βιε­τι­κής Έ­νω­σης, η Γε­ωρ­γί­α προ­χώ­ρη­σε σε μια δια­δι­κα­σί­α υ­πο­βάθ­μι­σης της ε­παρ­χί­ας, με σκο­πό να κα­ταστή­σει τους Αρ­μέ­νιους της πε­ριο­χής πο­λί­τες δεύ­τε­ρης κα­τη­γο­ρί­ας.

 

Δυ­σκο­λί­ες και δρά­σεις


Σή­με­ρα στο Τσα­βάχ­κ οι Αρ­μέ­νιοι πο­λί­τες α­πο­τε­λούν τη συ­ντρι­πτι­κή πλειοψη­φί­α του πλη­θυ­σμού της ε­παρ­χί­ας κα­θώς α­ριθ­μούν 220.000 ά­το­μα. Στα 145 αρ­με­νι­κά χω­ριά, τις πό­λεις, α­κό­μα και την πρω­τεύ­ου­σα Α­χαλ­κα­λάκ υπάρ­χει έλ­λει­ψη πο­λι­τι­στι­κών κέ­ντρων, θε­ά­τρων, ό­πε­ρας και γε­νι­κώς ο­ποιασ­δή­πο­τε δρα­στη­ριό­τη­τας θα μπο­ρού­σε να κα­τα­στή­σει πιο ευ­χά­ρι­στη ή και α­νεκτή τη ζω­ή των αν­θρώ­πων που κα­τοι­κούν ε­κεί.

Τα πα­ρα­πά­νω ω­στό­σο φα­ντά­ζουν α­πλά πο­λυ­τέ­λειες, αν α­να­λο­γι­στού­με πως η κυβέρ­νη­ση της Τι­φλί­δας δεν πα­ρέ­χει ού­τε καν τα βα­σι­κά στους αρ­με­νι­κής κα­ταγω­γής πο­λί­τες της. Α­σφαλ­το­στρω­μέ­νοι δρό­μοι, δί­κτυο πα­ρο­χής πό­σι­μου νε­ρού, η­λε­κτρο­δό­τη­ση εί­ναι με­ρι­κά α­πό τα αυ­το­νό­η­τα, τα ο­ποί­α ω­στό­σο στε­ρού­νται αρ­κε­τοί κά­τοι­κοι του Τσα­βάχ­κ.

Ε­πί­σης, η μη υ­πο­χρε­ω­τι­κή εκ­μά­θη­ση της γε­ωρ­για­νής γλώσ­σας στα σχο­λεί­α της πε­ριο­χής μπο­ρεί να φα­ντά­ζει με­γά­λη πα­ρα­χώ­ρη­ση της κυ­βέρ­νη­σης α­πέ­να­ντι στην αρ­με­νι­κή κοι­νό­τη­τα. Ω­στό­σο, τα Γε­ωρ­για­νά κυ­ριαρ­χούν στις πε­ρισ­σό­τερες εκ­φάν­σεις του δη­μό­σιου βί­ου (π.χ. στις δη­μό­σιες υ­πη­ρε­σί­ες), γι’ αυ­τό και ό­σοι Αρ­μέ­νιοι κά­τοι­κοι δεν γνω­ρί­ζουν τη γλώσ­σα δυ­σκο­λεύ­ο­νται α­φά­νταστα στις συ­ναλ­λα­γές και εν γέ­νει στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά τους.

Τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια, μά­λι­στα, οι Γε­ωρ­για­νοί προ­ω­θούν και την τε­χνη­τή πλη­θυ­σμια­κή αλ­λοτρί­ω­ση, φέρ­νο­ντας στην ε­παρ­χί­α ε­ποί­κους α­πό άλ­λα μέ­ρη της χώ­ρας, α­φαι­ρώ­ντας αρ­με­νι­κά χω­ριά που βρί­σκο­νται στα σύ­νο­ρα του Τσα­βάχ­κ με άλ­λες ε­παρ­χί­ες και προ­σθέ­το­ντας α­ντί­στοι­χα με α­μι­γή γε­ωρ­για­νό πλη­θυ­σμό.

Ό­λα τα πα­ρα­πά­νω κα­ταγ­γέλ­λει στα διε­θνή αρ­μό­δια όρ­γα­να το «Συμ­βού­λιο Αρ­με­νι­κών Ορ­γα­νώ­σε­ων του Τσα­βάχ­κ», το ο­ποί­ο κα­τα­βάλ­λει προ­σπά­θειες ώ­στε να γί­νουν γνω­στές διε­θνώς οι α­δι­κί­ες και οι πα­ρα­βιά­σεις των δι­καιω­μά­των των Αρ­με­νί­ων στην εν λό­γω ε­παρ­χί­α. Το Συμ­βού­λιο ζη­τά­ει ε­πί­σης α­πό τη γε­ωρ­για­νή κυ­βέρ­νη­ση: τη χο­ρή­γη­ση αυ­τό­νο­μου ε­δα­φι­κού κα­θε­στώτος-με δι­κό του ά­με­σα ε­κλεγ­μέ­νο σώ­μα- μέ­σα στην ε­πι­κρά­τεια της Γε­ωρ­γί­ας, να ε­πι­τρα­πεί η χρή­ση της αρ­με­νι­κής γλώσ­σας στις δη­μό­σιες υ­πη­ρε­σί­ες της ε­παρ­χί­ας και τους δή­μους που α­πο­κό­πη­καν α­πό αυ­τήν και έ­χουν αρ­με­νι­κό πλη­θυ­σμό, τη βελ­τιω­μέ­νη εκ­προ­σώ­πη­ση των Αρ­με­νί­ων στους το­πι­κούς και κρατι­κούς θε­σμούς, ό­πως ε­πί­σης και την εκ­πό­νη­ση σχε­δί­ων για την κοι­νω­νι­κή και οι­κο­νο­μι­κή α­νά­πτυ­ξη της πε­ριο­χής, ώ­στε να φτά­σει στο ί­διο ε­πί­πε­δο με την υ­πό­λοι­πη χώ­ρα.

Α­σφα­λώς, η κυ­βέρ­νη­ση μό­νο με κα­λό μά­τι δεν βλέ­πει ό­λη αυ­τή την πρω­το­βου­λία. Α­ντί­θε­τα, προ­σπα­θεί με κά­θε τρό­πο να την σα­μπο­τά­ρει. Πα­ρό­λα αυ­τά το Συμ­βού­λιο συ­νε­χί­ζει τον α­γώ­να του και πι­στεύ­ει ό­τι με την, έ­στω και δια­κρι­τική, συ­μπα­ρά­στα­ση της Αρ­με­νί­ας θα μπο­ρέ­σει να πε­τύ­χει τους στό­χους του και να προ­σφέ­ρει έ­να κα­λύ­τε­ρο αύ­ριο στο λα­ό του Τσα­βάχ­κ.