Το μοναστηριακό συγκρότημα Τατιβάνκ Εκτύπωση

tativankΟι εικόνες της μονής μεταφέρονται για ασφάλεια στις ελεύθερες περιοχές του Αρτσάχ

Ζακ Νταματιάν
Οκτώβριος- Δεκέμβριος 2020, τεύχος 105

Στον άνισο πόλεμο του Αρτσάχ, που κατέληξε με την οδυνηρή για τους Αρμένιους συμφωνία, εκτός από τους γενναίους υπερασπιστές τους, ξεχώρισαν και προσωπικότητες, όπως η ηρωική μορφή του Πατέρα Οβαννές, ηγούμενου της Μονής Τατιβάνκ. Το μεσαιωνικό κομψοτέχνημα κινδύνεψε να καταστραφεί από τους Αζέρους, ωστόσο σήμερα βρίσκεται υπό τον έλεγχο της ρωσικής ειρηνευτικής δύναμης. Σε αυτή την εξέλιξη, έπαιξαν σημαντικό ρόλο οι επίμονες προσπάθειες του χαρισματικού ιερέα, ο οποίος είχε συμμετάσχει στον απελευθερωτικό πόλεμο του Αρτσάχ, τη δεκαετία του ‘90 και η ανάδειξη του ζητήματος από διεθνή μέσα ενημέρωσης.
Στη δενδρόφυτη πλαγιά του όρους Μραβ, στην αριστερή όχθη του ποταμού Ταρτάρ της επαρχίας Σαουμιάν στο βόρειο Aρτσάχ ξεπροβάλλει το μοναστηριακό συγκρότημα Τατιβάνκ, εξαιρετικό δείγμα της αρμενικής μεσαιωνικής ναοδομίας. Ονομάζεται και Χουταβάνκ, γιατί είναι χτισμένο πάνω σε «χουτ» (λοφίσκο). Υπήρξε Μητρόπολη, πολιτιστικό και πνευματικό κέντρο του Άνω Χατσέν, με δύο ναούς, δύο παρεκκλήσια, κελιά, ξενώνα, βιβλιοθήκη, εργαστήριο και άλλα κτίσματα. Πολλές φορές υπέστη καταστροφές από επιδρομές των Αράβων και των Σελτζούκων Τούρκων. Κάθε φορά, όμως, ανακατασκευαζόταν ακόμα πιο λαμπρό.
Σύμφωνα με την παράδοση, θεμελιώθηκε τον 1ο μ.Χ. αιώνα, εκεί όπου μαρτύρησε και τάφηκε ο Άγιος Δάδιος (Դադ), ένας από τους 70 μαθητές του Απόστολου Θαδδαίου που κήρυξε το χριστιανισμό στο Αρτσάχ. Τον 5ο αιώνα μνημονεύεται ως επισκοπή. Τον 7ο αιώνα λεηλατείται από τους Άραβες. Πληροφορίες για την περίοδο αυτή αντλούνται από επιγραφές που έχουν διασωθεί σχεδόν αναλλοίωτες στο χώρο της Μονής.
Αναφορές για κατασκευαστικά έργα υπάρχουν από τον 9ο αιώνα. Το 1145 η Μονή καταστρέφεται ολοσχερώς από τους Σελτζούκους. Λίγα χρόνια μετά ανακατασκευάζεται.
Στα τέλη του 12ου αιώνα, στο Τατιβάνκ ο λόγιος και πνευματικός Μχιτάρ Γκος επεξεργάζεται για λίγο καιρό το «Τανταστανακίρκ», το «Βιβλίο Κρίσεων», ο περίφημος Νομικός Κώδικας χωρισμένος σε δύο μέρη, με εκκλησιαστικούς κανόνες και κοσμικούς νόμους.
Στολίδι του συγκροτήματος θεωρείται η Καθολική Εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία, ο μεγαλοπρεπέστερος από τους τέσσερις ναούς του. Η ανέγερσή της πραγματοποιήθηκε το 13ο αιώνα με απόφαση της πριγκίπισσας του Χατέρκ, Αρζουχατούν.
Με αυτόν τον τρόπο θέλησε να τιμήσει τους γιους της, Χασσάν και Κρικόρ, που σκοτώθηκαν πολεμώντας τους Σελτζούκους, καθώς και τη μνήμη του συζύγου της, πρίγκιπα Βαχτάνκ.
Διακοσμείται με όμορφες παραστάσεις. Οι τοιχογραφίες του νότιου τοιχώματος, σύμφωνα με το χρονογράφο Γκιραγκός Καντσαγκετσί, αγιογραφήθηκαν από την ίδια την Αρζουχατούν.
Σε πλήρη αρμονία με τον Καθολικό ναό αλλά και το ευρύτερο περιβάλλον δεσπόζει διώροφο καμπαναριό. Στη δυτική του πλευρά βρίσκονται δύο άρτια διατηρημένες σταυρόπετρες. Θεωρούνται έργα υψηλής καλλιτεχνικής αισθητικής. Ακόμα, στο μοναστηριακό συγκρότημα βρίσκεται ο οικογενειακός τάφος του Οίκου των Βαχτανιάν, αρχόντων του Πριγκιπάτου του Χατέρκ.
Το 1920 η Μονή περιέρχεται υπό αζερική κατοχή. Παύει η λειτουργία της και τα περιουσιακά της στοιχεία δημεύονται. Το 1960 η τοπική κυβέρνηση του Σοβιετικού Αζερμπαϊτζάν προχωρά στην ίδρυση οικισμού στα όρια του μοναστηριακού συγκροτήματος. Οι νέοι κάτοικοι προξενούν ζημιές στο χώρο. Στις 31 Μαρτίου του 1993 το Τατιβάνκ απελευθερώνεται και από το επόμενο έτος ξεκινούν σταδιακά εργασίες αποκατάστασης.
Το 2001, μετά από συμβούλιο αντιπροσώπων 16 ευρωπαϊκών κρατών, μεταξύ των οποίων η Αρμενία, η Ελλάδα, η Κύπρος, η Ρωσία και η Ιταλία, υπογράφτηκε ψήφισμα, το οποίο καταδικάζει την αζερική καταστροφική τακτική και ο μοναστηριακός χώρος κηρύσσεται μνημείο ιστορικής πολιτιστικής κληρονομιάς.
Το 2007 κατά τη διάρκεια ανασκαφών, ανακαλύπτονται τα ιερά λείψανα του Αγίου Δάδιου κάτω από το Ιερό ενός από τους ναούς του συγκροτήματος. Η ειδυλλιακή τοποθεσία του Τατιβάνκ, σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερης ομορφιάς μεσαιωνικά γλυπτά κομψοτεχνήματα, το καθιστούσαν ως έναν από τους δημοφιλέστερους τουριστικούς προορισμούς του Αρτσάχ. Τα πάντα όμως άλλαξαν μετά την κατάπτυστη συμφωνία, που επιβλήθηκε την 9η Νοεμβρίου, όταν το Καρβατζάρ, περιοχή στην οποία βρίσκεται η Μονή, πέρασε υπό στη δικαιοδοσία των Αζέρων
Οι Αρμένιοι εγκατέλειψαν τις πατρογονικές εστίες τους, καίγοντας τα σπίτια τους και παίρνοντας μαζί τους τα λείψανα και τους τάφους των συγγενών τους. Οκτώ αιώνες μετά την κατασκευή τους αποκολλήθηκαν από τη Μονή οι δύο μεγάλες σταυρόπετρες «Χατσκάρ», και μεταφέρθηκαν προσωρινά στην Αγία Έδρα του Ετσμιατζίν.
Τελικά επιστράφηκαν στη θέση τους μετά από διαβεβαιώσεις ότι το Τατιβάνκ δε θα παραδοθεί στον εχθρό. Λέγεται ότι ο Αρμένιος Καθολικός (Πατριάρχης) του Ετσμιατζίν ζήτησε τη μεσολάβηση του Ρώσου Πατριάρχη και αυτός με την σειρά του επικοινώνησε με τον Πούτιν. Ο Πρόεδρος της Ρωσίας δήλωσε πως θα φροντίσει προσωπικά για την προστασία του Τατιβάνκ και της εκκλησίας του «Αγίου Σωτήρος - Γαζαντσετσότς» στο Σουσί. Είναι παρήγορο πως τουλάχιστον μέχρι σήμερα υπάρχει μέριμνα από τους Ρώσους, για την ασφάλεια της αρμενικής πολιτιστικής κληρονομιάς του Αρτσάχ, στα εδάφη που πέρασαν στην αζερική επικράτεια.
Στην αποχαιρετιστήρια λειτουργία του Τατιβάνκ εκτυλίχθηκαν συγκινητικές στιγμές. Πιστοί και στρατιώτες έψαλλαν τον εθνικό ύμνο και ύστερα οι συγκεντρωμένοι τραγούδησαν αγκαλιασμένοι: «Ποιος μπορεί να οδηγήσει ένα ιστιοφόρο χωρίς άνεμο, ποιος μπορεί να αφήσει ένα φίλο χωρίς δάκρυ; Εγώ μπορώ να οδηγήσω ένα ιστιοφόρο χωρίς άνεμο, δεν μπορώ να αφήσω ένα φίλο χωρίς δάκρυ».
Σε άλλη μια προσπάθεια αλλοίωσης της πολιτισμικής και θρησκευτικής ταυτότητας της περιοχής, το αζερικό καθεστώς έστειλε στο Τατιβάνκ τον Ραφίκ Τανακαρί, ιερέα της κοινότητας των Ουντί, της μοναδικής χριστιανικής στη χώρα που αριθμεί λίγες χιλιάδες, για να τελέσει λειτουργία. Η προσπάθεια αυτή ωστόσο, φαίνεται ότι έπεσε στο κενό. Στόχος των Αζέρων είναι η σταδιακή μετατροπή των αρμενικών εκκλησιών σε «αλβανικές»*. Σήμερα, οι ιερείς της Μονής παραμένουν στις θέσεις τους και εκτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντά υπό την προστασία της ρωσικής ειρηνευτικής δύναμης ενώ ο Πατέρας Οβαννές δήλωσε ρητά ότι δεν πρόκειται ποτέ να εγκαταλείψει τη Μονή.