Η λατρεία της φωτιάς και οι τελετουργίες της εστίας στην Αρμενία Εκτύπωση E-mail

Δρ. Ε­λευ­θέ­ριος Π. Α­λε­ξά­κης
Eθνο­λό­γος-κοι­νω­νι­κός αν­θρω­πο­λό­γος
τ. Διευ­θυ­ντής Ε­ρευ­νών Α­κα­δη­μί­ας Α­θη­νών
Περιοδικό «Aρμενικά» Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2014. Τεύχος 82

«Οι νέοι χορεύουν γύρω ή πηδούν πάνω από τις πυρές. Ιδιαίτερα οι νεόνυμφες αλλά και οι άτεκνες συμμετέχουν σ’ αυτές τις τελετουργίες, ώστε να συλλάβουν και να τεκνοποιήσουν. Αν υπάρχουν νεογέννητα βρέφη κάτω του έτους τα περιφέρουν γύρω από την πυρά»

H σημασία της εστίας από άποψη πρακτική, τελετουργική και θρησκευτική έχει επισημανθεί στον Καύκασο από την προϊστορική περίοδο. Οι αρχαιολόγοι έχουν ανασκάψει εστίες σε οικίες που έχουν διάφορα σχήματα. Πολλές εστίες  βρίσκονται στο κέντρο του δωματίου κοντά στο  στύλο του σπιτιού. Συχνά είναι σταθερές στο έδαφος, ενώ άλλες φορές αυτές είναι πήλινες φορητές. Οι αρχαιολόγοι συνδέουν τις εστίες με την οικιακή λατρεία, και κάνουν υποθέσεις και για ενδεχόμενες ιρανικές επιδράσεις στη λατρεία του πυρός, όπως και του ηλίου. Μερικές εστίες βρίσκονται έξω από τις οικίες, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτές χρησίμευαν και για θυσίες.
Στους Αρμενίους η εστία, η οποία ονομάζεται τονίρ, όπως και σε πολλούς άλλους γειτονικούς λαούς με μικροδιαφορές, μια πολύ αρχαία λέξη της ευρύτερης περιοχής καθώς τη συναντάμε σε κείμενα σφηνοειδούς γραφής, είναι το κύριο σύμβολο της οικογένειας. Συμβολίζει και τους προγόνους, οι οποίοι θεωρείται ότι συχνάζουν στο κέντρο του σπιτιού.

Το καλό φίδι

Θεωρείται ότι και το «φίδι προστάτης» του σπιτιού βρίσκεται συνήθως κοντά στην εστία. Πιστεύεται ότι το ιερό αυτό φίδι ή «φιδόσπιτο» (τανότζ) εξοντώνει τα ποντίκια που τρώνε το σιτάρι στις αποθήκες. Το φίδι αυτό που πρέπει να το σέβονται και να το τρέφουν με γάλα, λένε ακόμα ότι φέρνει στο σπίτι την ευτυχία και τον πλούτο, ενώ απεικονίζεται μερικές φορές στους στύλους και στις πόρτες. Άλλες φορές χαράσσουν  την εικόνα ενός φιδιού πάνω στην πέτρα της πλησιέστερης πηγής. Ακόμα και έγκυες γυναίκες φορούν μερικές φορές φυλαχτά σε σχήμα φιδιού. Πιστεύουν ότι αν το σκοτώσουν, θα πέσει μεγάλο κακό στο σπίτι. Θεωρούν ότι το φίδι είναι η φυσική ενσάρκωση των πνευμάτων των προγόνων, οι οποίοι όμως παρουσιάζονται και με ανθρώπινη μορφή ως επισκέπτες.
Η εστία στην Αρμενία είναι κατασκευασμένη με ένα ιδιαίτερο τρόπο. Μοιάζει πολύ με την εστία των Ελλήνων του Πόντου. Βρίσκεται στο κέντρο του δωματίου και είναι στρογγυλή ανοιγμένη μέσα στο  έδαφος ή το πάτωμα σε βάθος 3-5 πόδια  και επιστρωμένη εσωτερικά ως τα χείλη με πηλό σε σχήμα κυλίνδρου. Σε μικρή απόσταση από το τονίρ υπάρχει συνήθως μια άλλη μικρή στρογγυλή και ρηχή  τρύπα, για να κάθεται οκλαδόν η γυναίκα που ψήνει το ψωμί. Η εστία χρησιμεύει κυρίως για το ψήσιμο του ψωμιού, που είναι πλατιές πίτες λαβάς αλλά και φαγητών π.χ. χοροβάτς - κρέας ψητό. Γι’ αυτό επιπλέον θεωρείται ιδιαίτερα ιερή. Το ψήσιμο δηλαδή είναι μια ιερή τελετουργία. Το ψωμί ψήνεται στα πήλινα τοιχώματα με επικόλλησή του την κατάλληλη στιγ­μή ό­σο αυ­τά εί­ναι αρ­κε­τά ζε­στά.
Έ­να α­πό τα του­ρι­στι­κά α­ξιο­θέ­α­τα στην Αρ­με­νί­α εί­ναι να πά­ρει κα­νείς φω­τογρα­φί­α μιας πραγ­μα­τι­κής α­γρό­τισ­σας α­πό το χω­ριό να ψή­νει λα­βάς στο το­νίρ.
Για καύ­σι­μη ύ­λη χρη­σι­μο­ποιούν ξε­ρα­μέ­νη σβου­νιά α­γε­λά­δας, κλη­μα­τό­βερ­γες, ξύ­λα ή ξε­ρά κλα­διά, κου­κου­νά­ρια κ.ά.
Σή­με­ρα με­γά­λα το­νίρ με υ­πε­ρυ­ψω­μέ­να πή­λι­να χεί­λη χρη­σι­μοποιούν και στους ε­παγ­γελ­μα­τι­κούς φούρ­νους ό­που ψή­νουν ψω­μί, α­κό­μα και σε με­γά­λα σου­περ­μάρ­κετ. Ε­σω­τε­ρι­κά έ­χουν κυ­κλι­κά με­γά­λο βά­θος που μοιά­ζει με πη­γά­δι και χα­μη­λά καί­ει η φω­τιά.

Σε­βα­σμός προς τους προ­γό­νους

Στην ε­στί­α γί­νο­νται οι τε­λε­τές του γά­ μου και των βα­φτί­σε­ων. Η νύ­φη, ό­ταν πρω­το­έρ­χε­ται στο σπί­τι του γα­μπρού, πε­ρι­φέ­ρε­ται γύρω α­πό την ε­στί­α τρεις φο­ρές και προ­σκυ­νά­ει μα­ζί με το γα­μπρό τα πή­λι­να χεί­λη της. Ε­πι­πλέ­ον ρί­χνει λι­βά­νι που φέρ­νει α­πό το σπί­τι του πα­τέ­ρα της, δείχνο­ντας έ­τσι το σε­βα­σμό προς την ε­στί­α και τους νε­κρούς προ­γό­νους του συζύ­γου της. Κα­τά­λοι­πο άλ­λω­στε της λα­τρεί­ας της ε­στί­ας και των προ­γό­νων θεω­ρεί­ται και ο κα­θαρ­μός της οι­κί­ας με κε­ριά και λι­βά­νι­σμα που γί­νε­ται α­πό ό­λους τους Αρ­με­νί­ους το Σάβ­βατο.
Η δη­μιουρ­γί­α του σπιτιού μιας νέ­ας οι­κο­γένειας και η διαί­ρε­ση της με­γά­λης οι­κο­γέ­νειας συμ­βο­λι­ζό­ταν με τη φω­τιά που έ­παιρ­νε ο νέ­ος οι­κο­γε­νειάρ­χης α­πό την προ­γο­νι­κή ε­στί­α και τη με­τέ­φε­ρε στην και­νούρ­για κα­τοι­κί­α. Έτσι, θε­ω­ρεί­το ό­τι συ­νε­χι­ζό­ταν συμ­βο­λι­κά η πα­ρά­δο­ση της οι­κο­γέ­νειας.
Με­ρι­κές φο­ρές έ­να με­γά­λο σπί­τι έ­χει δύ­ο το­νίρ, έ­να μι­κρό για το μα­γεί­ρε­μα και έ­να με­γα­λύ­τε­ρο για το ψή­σι­μο του ψω­μιού. Σε πιο ε­ξε­λιγ­μέ­να σπί­τια υ­πάρχει και τζά­κι «οτζάχ». Η λέ­ξη εί­ναι τουρ­κι­κή και ση­μαί­νει την ε­ντοι­χι­σμέ­νη ε­στί­α που χρη­σι­μο­ποιείται κυ­ρί­ως για ζε­στα­σιά. Σε πολλά αρ­μενι­κά σπί­τια μπο­ρεί να υ­πάρ­χει συν­δυα­σμός το­νίρ και ο­τζάχ.
Στη σύγ­χρο­νη Αρ­με­νί­α τα τζά­κια έ­χουν πε­ριο­ρι­σθεί ή έ­χουν ε­ξα­φα­νι­σθεί, για­τί σε ό­λα τα σπί­τια α­κό­μα και τα α­γρο­τι­κά χρη­σιμο­ποιούν φυ­σι­κό α­έ­ριο. Έ­τσι πολ­λά σχε­τι­κά έ­θι­μα έ­χουν τρο­πο­ποι­η­θεί ή χαθεί. Δια­τη­ρού­νται ό­μως σε χρή­ση τα το­νίρ και σε με­ρι­κές πε­ρι­πτώ­σεις ορ­γανω­μέ­να σε σύ­στη­μα με α­ε­ρα­γω­γούς σε ι­διαί­τε­ρο δω­μά­τιο ή χώ­ρο, ό­πως εί­χα την ευ­και­ρί­α να πα­ρα­τη­ρή­σω στο χω­ριό Καρ­μπί του Α­στα­ράκ.
To σύγ­χρο­νο το­νίρ βρί­σκε­ται συ­νή­θως στο «τον­ρα­τούν» φούρ­νο, έ­να υ­πό­στε­γο που προ­ο­ρί­ζε­ται για το ψή­σι­μο του ψω­μιού. Πολ­λές α­γρο­τι­κές οι­κο­γέ­νειες στη σύγ­χρο­νη Αρ­με­νί­α χρη­σι­μο­ποιούν «α­τάρ», ό­πως λέ­γο­νται τα τού­βλα α­πό σβου­νιά α­γε­λά­δας, για καύ­σι­μο στο το­νίρ. Τα βλέ­πει κα­νείς στοι­βαγ­μέ­να δί­πλα στο σπί­τι.
Έ­να και­νούρ­γιο το­νίρ ή­ταν υ­πό­θε­ση υ­πε­ρη­φά­νειας και χα­ράς, ό­πως έ­νας θά­λαμος μι­κρο­κυ­μά­των εί­ναι για τον ι­διο­κτή­τη μιας σύγ­χρο­νης κου­ζί­νας. Αλ­λά ένας πι­στός χω­ρι­κός πο­τέ δεν θα χρη­σι­μο­ποι­ή­σει το και­νού­ριο το­νίρ, πριν κα­λέ­σει έ­να πα­πά να κά­νει α­για­σμό.

Οι δει­σι­δαι­μο­νί­ες

Σύμ­φω­να με τις αρ­μενι­κές δει­σι­δαιμο­νί­ες, ό­πως α­νέ­φε­ρα,  ό­λα τα κα­κά πνεύ­μα­τα κα­τοι­κούν στο έ­δα­φος, έ­τσι το το­νίρ πρέ­πει να προ­στα­τευ­θεί α­πό τον υ­πο­χθό­νιο κό­σμο.
Κα­κός οιω­νός ή­ταν αν έ­πε­φτε μέ­σα στο το­νίρ λί­γο κουρ­κού­τι για τη­γά­νι­σμα. Κά­ποιο κα­κό νέ­ο θα έ­φθα­νε. Κα­λός οιω­νός ή­ταν αν δύο κομ­μά­τια ψω­μί κολ­λού­σαν μα­ζί κα­τά το ψή­σι­μο. Ή­ταν έ­θι­μο να ξε­κολ­λούν τα κολ­λη­μέ­να ψω­μιά πά­νω α­πό το κε­φά­λι ε­νός μέ­λους της οι­κο­γέ­νειας, που έ­τσι θα γι­νό­ταν πλού­σιο. Ε­πί­σης ή­ταν κα­κό ση­μά­δι, ό­ταν τα παι­διά παί­ζο­ντας, έ­βαζαν το λα­βάς πά­νω α­πό το κε­φά­λι.
Το πα­ρα­δο­σια­κό κε­ντρι­κό ση­μεί­ο του σπι­τιού το το­νίρ δεν ή­ταν μό­νο για να μα­γει­ρεύ­ουν και να ζε­σταί­νε­ται το σπί­τι. Τα μέ­λη της οι­κο­γέ­νειας μπο­ρούσαν να το­πο­θε­τή­σουν έ­να χα­μη­λό τρα­πέ­ζι, που ο­νο­μά­ζε­ται  «κουρ­σί» στα α­ραβι­κά, πά­νω α­πό το βυ­θι­σμέ­νο το­νίρ. Θα έ­τρω­γαν γύ­ρω α­πό το το­νίρ ή θα χα­λά­ρωναν στη ζε­στα­σιά του. Τους κρύ­ους χει­μώ­νες. ό­λη η οι­κο­γέ­νεια κοι­μό­ταν κο­ντά στο το­νίρ, με τα πό­δια τυ­λιγ­μέ­να κά­τω α­πό μια κου­βέρ­τα πά­νω α­πό το «κουρ­σί».
Οι Αρ­μέ­νιοι α­κό­μα και πριν δε­χθούν την περ­σι­κή ε­πί­δρα­ση του Ζω­ρο­α­στρι­σμού λά­τρευαν και σέ­βο­νταν τη φω­τιά. Χρη­σι­μο­ποιούν για τη φω­τιά, την ο­ποί­α θε­ω­ρούν θη­λυ­κή, λ.χ. λέ­νε «η α­δελ­φή φω­τιά» και «ο α­δελ­φός νε­ρό», δύ­ο λέ­ξεις, τη λέ­ξη  χουρ που εί­ναι α­ντί­στοι­χη της ελ­λη­νι­κής πυρ, και τη λέ­ξη γκρακ την ο­ποί­α ο­ρι­σμέ­νοι με­λε­τη­τές  συν­δέ­ουν με την  αρ­μενι­κή λέ­ξη τζρα­γκ κε­ρί.
Η φω­τιά συν­δέ­ε­ται με ο­ρι­σμέ­νες προ­χρι­στια­νι­κές θε­ό­τη­τες, ό­πως ο θε­ός Βαχάκν που ε­τυ­μο­λο­γι­κά ση­μαί­νει «αυ­τός που φέρ­νει τη φω­τιά» (στο ό­νο­μα υ­πάρ­χει η ιν­δο­ϊ­ρα­νι­κή λέ­ξη agni (φω­τιά) και ο θε­ός Μί­θρας, Μί­χρ στα αρ­με­νι­κά. Για τον Βα­χάκν υ­πάρ­χει τρα­γού­δι που α­να­φέ­ρε­ται στη γέν­νη­σή του, που τρα­γου­δού­σαν και με­τά τον εκ­χρι­στια­νι­σμό των Αρ­με­νί­ων οι βάρ­δοι α­σου­γνέρ στην Αρ­με­νί­α με συ­νοδεί­α λύ­ρας (κναρ). Σε ε­πι­σκο­πι­κό α­νά­κτο­ρο του 7ου μ.Χ. αιώ­να που βρέ­θη­κε στο χω­ριό Α­βάν κο­ντά στην πρω­τεύ­ου­σα Ε­ρε­βάν και ή­ταν συ­νε­χό­με­νο με το να­ό υ­πήρχε ε­στί­α ή τζά­κι πέ­τρι­νο με εγ­χά­ρα­κτο ή ο­λό­γλυ­φο λιο­ντά­ρι που συμ­βο­λί­ζει τη φω­τιά και τον ή­λιο ε­πο­μέ­νως τον Μί­θρα (Μι­χρ), ε­νώ στην Α­γί­α Έ­δρα του Ετσμια­τζίν κά­τω α­πό την Α­γί­α Τρά­πε­ζα υ­πήρ­χε βω­μός του πυ­ρός (α­τρου­σάν), κα­θώς και στη βα­σι­λι­κή του Κα­σάχ .
Η φω­τιά εί­ναι ιε­ρή και δεν πρέ­πει  να μο­λυν­θεί. Δεν πρέ­πει κα­νείς να φτύ­νει σ’ αυ­τή ή να ρί­χνει μέ­σα α­κά­θαρ­τα πράγ­μα­τα ή α­ντι­κεί­με­να, ό­πως μαλ­λιά και νύ­χια. Μπο­ρεί ε­πί­σης να μο­λυν­θεί με την α­να­πνο­ή. Ι­διαί­τε­ρα με το θά­να­το που συμ­βαί­νει μέ­σα στο σπί­τι θε­ω­ρεί­ται ό­τι αυ­τή μο­λύ­νε­ται και πρέ­πει να σβη­στεί και να α­να­φτεί και­νούρ­για κα­θα­ρή συ­νή­θως με έ­να πυ­ρι­τό­λι­θο.
Ορ­κί­ζο­νται στη φω­τιά της ε­στί­ας, ό­πως και στον ή­λιο. Η φω­τιά θε­ω­ρεί­ται και σή­με­ρα ως το πιο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό μέ­σο για να διώ­χνουν τα κα­κά πνεύ­μα­τα.
Α­σφα­λώς υ­πήρ­χε την προ­χρι­στια­νι­κή πε­ρί­ο­δο μια μορ­φή πυ­ρο­λα­τρί­ας στους Αρ­με­νί­ους, ώ­στε ο­ρι­σμέ­νοι συγ­γρα­φείς τους α­πο­κα­λού­σαν «στα­χτο­λά­τρες», ό­πως α­πο­κα­λού­σαν και τους Πέρ­σες. Ό­μως η πυ­ρο­λα­τρί­α των Αρ­με­νίων ή­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο συμ­βο­λι­κή πα­ρά υ­λι­κή.

Τα παι­διά του η­λί­ου

Οι Αρ­μέ­νιοι λά­τρευαν μό­νο τον ή­λιο
(α­ρέβ) ως υ­λι­κή υ­πό­στα­ση του ου­ρα­νί­ου πυ­ρός. Υ­πήρ­χε μά­λι­στα μια αί­ρε­ση η­λιο­λα­τρών, που εί­χε δια­τη­ρη­θεί μέ­χρι τε­λευ­ταί­α και α­πο­κα­λού­νταν «τα παι­διά του η­λί­ου (α­ρε­βορ­ντίκ). Η λέ­ξη  «ή­λιος» (α­ρέβ) ση­μαί­νει με­τα­φο­ρι­κά και «ζω­ή».
Σε ό­λους τους Ιν­δο­ευ­ρω­παί­ους  το «πυρ», ά­σχε­τα α­πό την προ­έ­λευ­σή του (ου­ράνιο, χθό­νιο, υ­πο­χθό­νιο), θε­ω­ρεί­ται ό­τι παίρ­νει διά­φο­ρες μορ­φές αλ­λά έ­χει μια και ε­νιαί­α υ­πό­στα­ση: ή­λιος, α­στρα­πή, φω­τιά της  γης κλπ. Ε­δώ θα ή­θε­λα να επι­ση­μά­νω κά­τι το ο­ποί­ο συ­χνά πα­ρα­βλέ­πε­ται α­πό ό­σους α­σχο­λού­νται με τη μελέ­τη του αρ­μενι­κού πο­λι­τι­σμού, ό­τι η Αρ­με­νί­α ή­ταν μια κα­τεξο­χήν η­φαι­στειο­γε­νής πε­ριο­χή και ε­πο­μέ­νως η πυ­ρο­λα­τρί­α του υ­πο­χθό­νιου πυ­ρός εί­ναι κά­τι που πρέ­πει να θε­ω­ρη­θεί αυ­το­νό­η­το. Α­κό­μα και το ό­τι το τονίρ α­νοί­γε­ται σε ο­ρι­σμέ­νο βά­θος μέ­σα στο σπί­τι πρέ­πει να εί­ναι σχε­τι­κό. Υπάρ­χει πα­ρά­δο­ση ό­τι το φως που με­ρι­κές φο­ρές φαί­νε­ται στην  υ­ψη­λή κο­ρυ­φή του  η­φαι­στειο­γε­νούς ό­ρους Α­ρακάτζ της Αρμε­νί­ας εί­ναι το κα­ντή­λι του Α­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου του Φω­τι­στή (Σουρ­π Κρι­κόρ Λου­σα­βο­ρίτ­ς).
Στους Αρ­με­νί­ους, ε­κτός α­πό την οι­κια­κή ε­στί­α (το­νίρ), υ­πάρ­χει συ­χνά και κοι­νο­τι­κή ε­στί­α του χω­ριού, η ο­ποί­α α­νή­κε στον αρ­χη­γό ή τον πρώ­το οι­κι­στή του χω­ριού. Αν δεν υ­πήρ­χε να­ός στο χω­ριό, ε­κεί γί­νο­νταν και οι τε­λε­τουρ­γί­ες του γά­μου και της βά­φτι­σης. Α­κό­μα και στα μο­να­στή­ρια και ειδι­κό­τε­ρα στην αί­θου­σα ε­στί­α­σης υ­πάρ­χει με­ρι­κές φο­ρές έ­να τε­ρά­στιο το­νίρ, ως σύμ­βο­λο της ε­νό­τη­τας των μο­να­χών του κοι­νο­βί­ου. Σή­με­ρα κοι­νά στοι­χεί­α έ­χει και η τε­ρά­στια ε­στί­α πα­ρό­μοια με α­τρου­σάν ό­που καί­ει το «α­κοί­μητο πυρ» στο μνη­μεί­ο της Γε­νο­κτο­νί­ας του Ε­ρε­βάν.

Ντιαρ­νε­ντα­ρά­τζ

Η ε­στί­α συν­δέ­ε­ται και με τις ε­τή­σιες τε­λε­τουρ­γι­κές πυ­ρές  που α­νά­βουν οι Αρ­μέ­νιοι ο­ρι­σμέ­νες στιγ­μές του χρό­νου και ι­διαί­τε­ρα τη 13η Φε­βρουα­ρί­ου που συ­μπί­πτει με το σα­ρά­ντι­σμα της Πα­να­γί­ας με­τά τη γέν­νη­ση του Χρι­στού (6η Ια­νουα­ρί­ου με το πα­λιό η­με­ρο­λό­γιο). Πρό­κει­ται για τη γιορ­τή Ντια­ρε­ντάς (συ­ντο­μευ­μέ­νη μορ­φή του Ντιαρ­νε­ντα­ρά­τζ που με­τα­φρά­ζε­ται «Υ­πα­πα­ντή του Κυ­ρί­ου»). Οι πυ­ρές α­νά­βο­νται στις αυ­λές των να­ών α­πό τους ιερείς, τους ε­πι­σκό­πους ή τα νε­ό­νυμ­φα ζευ­γά­ρια, που πα­ντρεύ­τη­καν μέ­σα στον πε­ρα­σμέ­νο χρό­νο, με φω­τιά  που παίρ­νουν με λα­μπά­δες α­πό τη φω­τιά του κα­ντηλιού που δια­τη­ρεί­ται στην Α­γί­α Τρά­πε­ζα  του να­ού. Αυ­τό γί­νε­ται, α­φού προ­ηγη­θεί μια σύ­ντο­μη θρη­σκευ­τι­κή τε­λε­τή. Το έ­θι­μο της πυ­ράς με αυ­τό τον τρό­πο στη γιορ­τή Ντια­ρε­ντάς  δια­τη­ρεί­ται α­κό­μα στην Αρ­με­νί­α.
Πα­ρό­μοιες πυ­ρές α­νά­βουν και στους δρό­μους και σταυ­ρο­δρό­μια στις αυ­λές ή στις τα­ρά­τσες δώ­μα­τα, πριν με­τα­τρα­πούν σε σύγ­χρο­νες ρι­χτές στέ­γες των σπι­τιών, ό­που εί­χε γί­νει γά­μος μέ­σα στο χρό­νο. Οι νέ­οι χο­ρεύ­ουν γύ­ρω ή πη­δούν πά­νω α­πό τις πυ­ρές. Ι­διαί­τε­ρα οι νε­ό­νυμ­φες αλ­λά και οι ά­τε­κνες συμ­με­τέ­χουν σ’ αυ­τές τις τε­λε­τουρ­γί­ες, ώ­στε να συλ­λά­βουν και να τε­κνο­ποι­ή­σουν. Αν υ­πάρ­χουν νε­ο­γέν­νη­τα βρέ­φη κά­τω του έ­τους τα πε­ρι­φέρουν γύ­ρω α­πό την πυ­ρά, τρα­γου­δώ­ντας και χο­ρεύ­ο­ντας, ό­χι σπά­νια και με μουσι­κή.

Η «νέα» Φωτιά

Α­πό τις πυ­ρές α­νά­βουν λα­μπά­δες και φέρ­νουν τη φω­τιά στα σπί­τια τους, ό­που α­νάβουν ή α­να­νε­ώνουν με αυ­τές τη φω­τιά της ε­στί­ας του σπι­τιού. Άλ­λω­στε και ε­δώ το Πά­σχα οι πι­στοί φέρ­νουν το ιε­ρό φως της Α­νά­στα­σης α­πό την εκ­κλη­σί­α στο σπί­τι και α­νά­βουν  ή α­να­νε­ώ­νουν τη φω­τιά της ε­στί­ας.
Οι ε­τή­σιες τε­λε­τουρ­γι­κές πυ­ρές έ­χουν ιε­ρό αλ­λά και γονι­μικό χα­ρα­κτή­ρα. Γι’ αυ­τό οι πι­στοί παίρ­νουν τη στά­χτη και τη ρί­χνουν στα χω­ρά­φια, ώ­στε να εξα­σφα­λί­σουν πλού­σια συ­γκο­μι­δή. Δί­νουν ε­πί­σης στα ζώ­α να πιούν νε­ρό με στά­χτη α­πό την πυ­ρά, για να εί­ναι γε­ρά και πα­ρα­γω­γι­κά. Η στά­χτη α­πό την πυ­ρά έ­χει και ια­μα­τι­κές ι­διό­τη­τες. Γί­νε­ται με αυ­τή α­να­μειγμέ­νη με νε­ρό λά­σπη που χρη­σι­μο­ποιεί­ται για φάρ­μα­κο σε ζώ­α και αν­θρώ­πους.
Οι πυ­ρές του Φε­βρουα­ρί­ου πά­λι, συν­δε­ό­με­νες βέ­βαια με τη θρη­σκευ­τι­κή πίστη για τον κα­θαρ­μό σα­ρά­ντι­σμα της Πα­να­γί­ας, συ­μπί­πτουν με το μή­να Με­χα­κάν του αρ­με­νι­κού η­με­ρο­λο­γί­ου  που εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νος, ό­πως δεί­χνει και η ονο­μα­σί­α του, στον πα­γα­νι­στι­κό θε­ό Μί­χρ (Μί­θρα). Από τις πυ­ρές που ά­να­βαν την η­μέρα της γιορ­τής του Μί­θρα ά­να­βαν έ­να κα­ντή­λι που δια­τη­ρού­σαν ό­λο το χρό­νο αναμ­μέ­νο στο να­ό του.
Ό­λη η πί­στη γύ­ρω α­πό τη φω­τιά οι­κια­κή, κοι­νο­τι­κή, θρη­σκευ­τι­κή α­πο­τε­λεί ένα σύ­στη­μα, ό­που πα­γα­νι­στι­κές και χρι­στια­νι­κές θρη­σκευ­τι­κές α­ντι­λή­ψεις ή πρα­κτι­κές και τε­λε­τουρ­γί­ες δο­μού­νται και βρί­σκο­νται σε α­πό­λυ­τη αρ­μονί­α.

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 24 επισκέπτες συνδεδεμένους