Πέτρος Μάρκαρης Εκτύπωση E-mail

Στον Χοβαννές Γαζαριάν

Τεύχος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2008

 

Ο Πέτρος Μάρκαρης είναι μυθιστοριογράφος, σεναριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και μεταφραστής, ενώ τον τελευταίο χρόνο είναι και πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Γεννήθηκε το 1937 στην Κωνσταντινούπολη. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα Νυχτερινό Δελτίο, Άμυνα ζώνης, Ο Τσε αυτοκτόνησε, Βασικός μέτοχος και Παλιά, πολύ παλιά, όλα με ήρωα τον αστυνόμο Κώστα Χαρίτο. Παράλληλα, έχει εκδώσει τη συλλογή διηγημάτων Αθήνα, πρωτεύουσα των Βαλκανίων και το μυθιστόρημα Κατ’ εξακολούθηση. Υπήρξε σεναριακός συνεργάτης του σκηνοθέτη Θόδωρου Αγγελόπουλου, ενώ έχει γράψει και τα σενάρια της τηλεοπτικής σειράς Ανατομία ενός εγκλήματος. Έχει μελετήσει το έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ, ενώ από το πλούσιο μεταφραστικό του έργο πιο γνωστή είναι η μετάφραση του Φάουστ του Γκαίτε.

 

Πέτρος Μάρκαρης κατάγεται από μια πολύ πλούσια αρμενική οικογένεια της Πόλης, ονόματι Μαρκαριάν… Ο παππούς του ερωτεύτηκε μια Ελληνίδα, με αποτέλεσμα να τον αποκληρώσει η οικογένειά του. Έκτοτε ο παππούς του συγγραφέα δεν ξαναμίλησε ποτέ αρμενικά στη ζωή του και «η αρμενική φύτρα της οικογένειας ξεράθηκε», όπως λέει ο συγγραφέας.

 


 

H έννοια πατρίδα για μένα είναι μια έννοια με την οποία δεν μπορώ να τα καταφέρω καλά

 

Πώς ξεκινήσατε να γράφετε;

Ξεκίνησα να γράφω γενικώς από το 1957, επειδή ήθελα να γράψω στη ζωή μου πάρα πολύ. Το μυθιστόρημα, που ήρθε τελευταίο, ήρθε κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Την εποχή που έκανα την «Ανατομία ενός εγκλήματος» για την τηλεόραση, εμφανίστηκε μπροστά μου μια μικροαστική οικογένεια, ένας πατέρας, μία μάνα, ένα παιδί. Στην αρχή δεν το ήθελα καθόλου το θέμα, επειδή όλοι γράφουν για τους μικροαστούς, θεωρούσα το μοτίβο τετριμμένο. Όταν όμως ανακάλυψα ότι αυτός ήταν ένας αστυνομικός μικροαστός, τότε τα πράγματα άλλαξαν πραγματικά. Έτσι βγήκε το πρώτο μυθιστόρημα.

Επειδή εκείνη την εποχή εγώ έγραφα για τον ΑΝΤ1, ήμουν συνέχεια μέσα στο σταθμό και εκεί έβλεπα όλους τους δημοσιογράφους, οι οποίοι σκοτωνόντουσαν, όπως και τώρα, να πάρουν την πρώτη είδηση, το έκτακτο γεγονός. Έτσι, έβαλα την πρώτη αυτή ιστορία μέσα στην τηλεόραση. Ήρθε η έμπνευση στα καλά καθούμενα. Αλλά οι εμπνεύσεις συνήθως έρχονται στα καλά καθούμενα. Από εκεί και πέρα γράφτηκε το πρώτο μυθιστόρημα.

 

Πώς υποδέχτηκε το κοινό το πρώτο σας μυθιστόρημα;

Στην Ελλάδα στην αρχή δεν είχε ιδιαίτερη επιτυχία το πρώτο, έλεγαν «ο Μάρκαρης πώς το κατέχει το μυθιστόρημα»; Αντίθετα έξω, στη Γερμανία, είχε πολύ μεγάλη επιτυχία από την αρχή. Και μετά, όταν βγήκε το δεύτερο μυθιστόρημα, «Η Άμυνα ζώνης» το 2001, όταν η Ελλάδα ήταν τιμώμενη χώρα στη Φρανκφούρτη, οι Έλληνες που ήρθαν εκεί είδαν το χαμό που γινόταν με το δεύτερο μυθιστόρημα. Οι δημοσιογράφοι και οι διπλωμάτες διάβασαν από περιέργεια το βιβλίο για να δουν για ποιο λόγο είχε επιτυχία. Αλλά ενώ στη Γερμανία η επιτυχία ήρθε με τα πρώτα δύο, η ουσιαστική επιτυχία στην Ελλάδα ήρθε με το «Ο Τσε αυτοκτόνησε». Ήταν φυσικό, γιατί το βιβλίο μιλούσε για τα 30 χρόνια μεταπολιτευτικής ελληνικής ιστορίας, για πράγματα και καταστάσεις που ήταν πολύ γνωστά. Και τα 5 μυθιστορήματα έχουν μια ιδιομορφία, έχουν μία εξέλιξη της οικογενειακής ιστορίας, ενώ η αστυνομική ιστορία κάθε φορά είναι διαφορετική.

 

Είχατε σκεφτεί ποτέ ότι μπορεί να γράψετε αστυνομικό μυθιστόρημα. Σας αρέσουν τα αστυνομικά μυθιστορήματα; Τα διαβάζετε;

Πολύ, από παιδί και διάβαζα και διαβάζω ακόμα πάρα πολλά. Όχι όμως όπως λένε όλοι για να ξεκουραστώ, αλλά επειδή με ενδιέφερε το αστυνομικό πάρα πολύ ως μυθιστόρημα. Η «Ανατομία» στην ουσία ήταν η πρώτη απόπειρα να γράψω ένα αστυνομικό. Βέβαια, εγώ μυθιστόρημα δεν ήθελα να γράψω στη ζωή μου ποτέ, το βαριόμουν, μετά ήρθε ο Χαρίτος και όλα άλλαξαν.

 

Στα βιβλία σας αναφέρεστε στην Κωνσταντινούπολη.

Είναι σε όλα τα βιβλία η Κωνσταντινούπολη. Εκεί γεννήθηκα, εκεί μεγάλωσα, εκεί τελείωσα το λύκειο, έζησα πολλά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Εγώ την έννοια άπατρις στην ουσία την κρατάω μέχρι σήμερα: είμαι ένας άνθρωπος που δεν έχει πατρίδα. Εάν έχεις μεγαλώσει σε μια μικτή οικογένεια με αρμένη πατέρα και ρωμιά μητέρα, είσαι γεννημένος στην Πόλη, μετά πηγαίνεις σε τρίγλωσσο σχολείο όπως εγώ, έρχεσαι στην Ελλάδα… Ποια πατρίδα; Έχω μια γενέθλια πόλη που είναι η Πόλη. Η Τουρκία δεν ήταν ποτέ η πατρίδα μου, η Ελλάδα επίσης δεν είναι ποτέ πατρίδα μου, είμαι έλληνας υπήκοος, έλληνας συγγραφέας, γράφω στα ελληνικά, αλλά η έννοια πατρίδα για μένα είναι μια έννοια με την οποία δεν μπορώ να τα καταφέρω καλά. Υπάρχει, όμως, το δέσιμο με την Πόλη. Η Πόλη είναι μια πολύ ισχυρή προσωπικότητα, έχει τρομερά ισχυρή παρουσία.

 

Η Πόλη παραμένει ίδια, όπως τη γνωρίσατε εσείς;

Σήμερα πια, ας μη γελιόμαστε, η Πόλη έχει αλλάξει πάρα πολύ. Αλλά τον καιρό που εγώ πήγαινα στο λύκειο και διέσχιζα την κεντρική λεωφόρο του Πέρα, άκουγα έξι γλώσσες ταυτόχρονα: τουρκικά, ελληνικά, αρμενικά σεφαραδίτικα εβραϊκά, ιταλικά, γαλλικά. Ήταν μια πανδαισία, σήμερα δεν υπάρχει αυτό. Τα εβραϊκά έτσι κι αλλιώς δεν τα ακούς πια. Οι Εβραίοι έχουν καταφέρει να αποποιηθούν μια εξαιρετική γλώσσα που είναι τα σεφαραδίτικα εβραϊκά, τα λατίνο όπως τα λένε, μια πανέμορφη γλώσσα και ντροπή τους που τα αποποιήθηκαν. Θεωρώ πολύ πιο σωστή τη στάση και των Αρμενίων και των Ελλήνων που τη γλώσσα τους, που είναι ένα βασικό στοιχείο έκφρασης, ένα εργαλείο παράδοσης και πολιτισμού μεγάλο, δεν την αποποιήθηκαν ποτέ. Υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στην ένταξη και την ενσωμάτωση. Οι Εβραίοι είναι πιο πολύ της ενσωμάτωσης, παρά της ένταξης. Το να εντάσσεσαι το θεωρώ λογικό, το να ενσωματώνεσαι δεν είμαι καθόλου σίγουρος… Πλούσιες κοινωνίες, πολιτισμικά πλούσιες κοινωνίες, είναι εκείνες που έχουν ένα σύνολο των οποίων τα διάφορα στοιχεία είναι ενταγμένα μέσα σε αυτή την κοινωνία, αλλά διατηρούν τα προσωπικά ή εθνικά ή πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά, δεν τα αποποιούνται.

 

Έχουμε την εντύπωση πως οι σχέσεις Ελλήνων και Αρμενίων με τους Τούρκους στην Πόλη ήταν καλές.

Μην το λέτε αυτό. Οι σχέσεις τους με το τουρκικό κράτος ήταν πολύ χάλια. Το ότι σε προσωπικό επίπεδο όλοι οι Ρωμιοί ή οι Αρμένιοι έχουν να πουν για μια-δυο οικογένειες, φίλους, γνωστούς, γείτονες με τους οποίους τα πήγαιναν καλά, αυτό δεν αλλάζει τη στάση του κράτους. Το κράτος που γνώρισα εγώ ήταν εχθρικό και απέναντι στον ίδιο του το λαό, όχι μονάχα απέναντι στις μειονότητες. Δηλαδή και οι Τούρκοι υπέφεραν από το κράτος, δεν υποφέραμε μόνο εμείς. Ήταν ένα κράτος αυταρχικό, καταπιεστικό και αυτό το νιώθαμε όχι μόνο εμείς αλλά και οι Τούρκοι.

Μια φίλη που έχω, καθηγήτρια τουρκάλα, που έχει σπουδάσει στη Γερμανία γερμανική φιλολογία και είναι χρόνια καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο της Πόλης, μια μέρα που συζητούσαμε, μου είπε: «Εγώ το δέχομαι, φερθήκαμε πολύ άσχημα στις μειονότητες, τους κάναμε πολύ μεγάλο κακό, εσάς σας διώξαμε. Εάν σήμερα το πρωί ερχόταν το τουρκικό κράτος και σας έλεγε, “Ωραία, σας τα κάναμε όλα αυτά, σας ζητούμε συγγνώμη, θέλουμε να σας ξαναδώσουμε ό,τι είχατε”. Μα κανένας δε θα γύριζε πίσω, γιατί βρήκατε μια καλύτερη πατρίδα στην Ελλάδα. Εμείς όμως μείναμε εδώ και υποφέραμε πάρα πολύ». Αυτό σε αφοπλίζει πραγματικά, δεν μπορείς να πεις τίποτα. Θεωρώ ότι οι Τούρκοι που ονειρεύονταν ένα άλλο κράτος, δημοκρατικό, ανοιχτό, υπέφεραν πάρα πολύ στη ζωή τους. Κυνηγήθηκαν, ξέρω συγγραφείς οι οποίοι κατέληξαν στις φυλακές. Ο μέσος Τούρκος μπορεί να μην το καταλάβαινε αυτό, υπήρχε όμως ένα κομμάτι του πληθυσμού, όπως και εδώ στη χούντα, που υπέφερε πάρα πολύ.

 

Ο ήρωάς σας, ο Χαρίτος, συνεργάζεται με έναν τούρκο αστυνομικό. Θα μπορούσε να συνεργαστεί με έναν αρμένιο αστυνομικό στην Αρμενία;

Όλοι με ρωτάνε το ίδιο. Προχθές ένας με ρώτησε, «φαντάζεσαι τον Χαρίτο να πάει στη Γερμανία;» Ο άλλος μου λέει, «το φαντάζεσαι να πάει στην Κίνα;» Τους λέω, με συγχωρείτε, αλλά δεν είναι τουριστικός πράκτορας, αστυνομικός είναι. Έβαλα την Πόλη, αλλά την ξέρω καλά, ενδεχομένως και τη Γερμανία την ξέρω καλά. Έχει σημασία αυτό, πρέπει να ξέρεις το περιβάλλον καλά. Το σύγχρονο αστυνομικό είναι αστυνομικό μεγαλουπόλεων. Οι μεγαλουπόλεις δεν είναι απλώς ένα πλαίσιο, είναι ένας από τους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος. Και δεν είναι μόνο σε μένα έτσι, είναι και με τον Μονταλμπάν στη Βαρκελώνη, με τον Καμιλιέρι στην Ιταλία, είναι με τον Ιζζό στη Μασσαλία. Πολλά από τα έργα της Αγκάθα Κρίστι εκτυλίσσονται σε επαύλεις, σε κάτι τεράστια αγροκτήματα εκτός πόλεως. Αυτό σήμερα δε γίνεται, έχει να κάνει και με το γεγονός ότι άλλαξε η υφή του εγκλήματος. Σήμερα ασχολούμαστε περισσότερο με το οργανωμένο έγκλημα, με το χρηματικό έγκλημα και αυτά γίνονται μέσα στις πόλεις.

 

Ο Χαρίτος θα έχει συνέχεια;

Αυτή τη στιγμή δεν είμαι σε θέση να σκεφτώ το επόμενο μυθιστόρημα του Χαρίτου. Πρέπει να περάσει κάποιος χρόνος πάλι για να σκεφτώ το επόμενο. Μ’ αρέσει ενδιάμεσα να κάνω κι άλλα πράγματα ωραία. Μεταξύ δύο μυθιστορημάτων μπορεί να υπάρξει ένα άλλο βιβλίο, όπως το «Κατ’ εξακολούθηση», ή μπορεί να γράψω ένα σενάριο, όπως έκανα με τον Αγγελόπουλο. Δεν μπορώ να μπαίνω από το ένα μυθιστόρημα στο άλλο. Είναι εξαιρετικά δύσκολο και κουραστικό. Άλλοι συγγραφείς το κάνουν. Εμένα δεν μου αρέσει. Εμένα ο ρυθμός μου είναι να βγάζω ένα μυθιστόρημα κάθε 18 μήνες με 2 χρόνια. Αυτός είναι ο φυσιολογικός ρυθμός μου ως συγγραφέα.

 

Θα μπορούσατε να γράψετε και ιστορικό μυθιστόρημα;

Δεν με νοιάζει να γράψω ιστορικό μυθιστόρημα, ούτε ερωτικό μπορώ να γράψω. Δεν μου λέει τίποτα. Κάθε συγγραφέας έχει ένα είδος, με το οποίο ασχολείται. Όταν γράφω μυθιστόρημα, γράφω αστυνομικό. Αλλιώς, κάνω άλλα πράγματα, γράφω σενάρια. Ή τώρα θα γράψω ένα βιβλίο για την Αθήνα, που μου το ζήτησε ένας γερμανός εκδότης. Αυτό μπορώ να το κάνω.

Εμένα μ’ αρέσει το αστυνομικό, μ’ αρέσει το κοινωνικό αστυνομικό, μ’ αρέσουν οι μεγαλουπόλεις, έχω μια αγάπη για τις μεγάλες πόλεις, τρελή, φοβερή. Δεν μπορώ να φανταστώ το εαυτό μου να ζει έξω από τις πόλεις. Εάν αύριο πήγαινα στη Γερμανία, θα διάλεγα μια μεγάλη πόλη, όπως το Βερολίνο, για να πάω να ζήσω. Δεν θα πήγαινα να ζήσω εκτός, όπως πολλοί Γερμανοί.

 

Γράφετε μόνο για την Αθήνα, όχι για τη Θεσσαλονίκη;

Δεν έτυχε. Αν έγραφα ένα μυθιστόρημα για τη Θεσαλονίκη, θα το έγραφα καλά, την ξέρω καλά. Αλλά δεν έτυχε. Αυτό έχει να κάνει και με το γεγονός ότι ένας αστυνομικός είναι τοποθετημένος σε μια πόλη, το να τον μεταθέσεις αλλού είναι κάτι που δεν μου ‘ρχεται να το κάνω. Ύστερα την Αθήνα την ξέρω πολύ καλά, την ξέρω όσο λίγοι και αυτό με διευκολύνει.

Μ’ αρέσει πολύ να περιγράφω τις πόλεις που αλλάζουν. Η Αθήνα αλλάζει, δεν είναι πάντα η ίδια, όλες οι πόλεις αλλάζουν. Το σημερινό Βερολίνο με το Βερολίνο του τείχους που γνώρισα, με τα δύο Βερολίνα που γνώρισα, δεν έχει καμία σχέση. Είναι άλλη πόλη, συναρπαστική, πανέμορφη. Είναι μια μαγική πόλη το Βερολίνο έτσι όπως την έκαναν τώρα.

Θα μπορούσατε να γράψετε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα στην Αθήνα, που να περιέχει μία δολοφονία μέσα στην αρμενική παροικία;

Η έμπνευση είναι περίεργο πράγμα. Είναι λάθος να πεις τώρα εγώ θα βάλω εκεί ένα μυθιστόρημα. Εξαρτάται από το πώς σου ’ρχεται, τι σ’ ενδιαφέρει.

 

Λαμβάνετε τα «Αρμενικά»;

Ναι, κανονικά. Είναι συμμαζεμένο περιοδικό. Θα ήθελα να περιέχει περισσότερα θέματα σχετικά με τους Αρμένιους στην Ελλάδα.

 

Την Αρμενία την έχετε επισκεφθεί;

Όχι. Θέλω πάρα πολύ να πάω. Είναι μια χώρα που θα ήθελα να την επισκεφθώ κάποια στιγμή. Αλλά από ένα σημείο και μετά το πρόβλημα με τα ταξίδια είναι ότι πάω όπου με καλούν. Όταν δε με καλούν, το μόνο πράγμα που δεν θέλω να κάνω είναι τα ταξίδια, διότι ταξιδεύω πολύ. Φέτος δεν πήγα ούτε για διακοπές, γιατί δεν ήθελα να φύγω από το σπίτι μου. Όταν μέχρι τέλος Ιουλίου ταξιδεύεις και ξέρεις ότι στις 15 Σεπτεμβρίου θα είσαι στην Κίνα, λες να κάτσω και μια μέρα σπίτι μου. Δεν μπορώ να είμαι συνέχεια με μια αποσκευή και να τρέχω, είναι και κουραστικό αυτό. Η κόρη μου μου λέει να φτιάξω μια κατάσταση πότε θα είμαι στην Αθήνα. Οι φίλοι μου το ίδιο. Και να σκεφτεί κανείς ότι μου αρέσουν πολύ τα ταξίδια. Εάν δεν μου άρεσε να ταξιδεύω, θα ήταν κατάρα. Το μόνο που ελπίζω είναι ότι από τις αρχές Δεκεμβρίου μέχρι τον Απρίλη-Μάη δεν θα έχω ταξίδια να κάνω. Θα μπορούσα να γράψω δύο βιβλία για την Αθήνα. Ξέρω τι θα γράψω, δεν έχω χρόνο να το γράψω.

 

Το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) θα μπορούσε να συνεργαστεί με τον αντίστοιχο φορέα της Αρμενίας;

Εμείς επιδιώκουμε συνεργασία με όλα τα Κέντρα Βιβλίου, όπου κι αν βρίσκονται. Με την Αρμενία δεν έχουμε επαφή, κάποιος πρέπει να μας φέρει σε επαφή. Αν μας φέρετε σε επαφή, το κάνουμε. Όπως το κάνουμε και με άλλες χώρες, όπως με την Σερβία που έχουμε πολύ στενές σχέσεις ή με την Ολλανδία ή με τη Γαλλία. Σε άλλες χώρες, όπως στη Γερμανία όπου το όλο σύστημα είναι αποκεντρωμένο, δεν υπάρχει ένα Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Βεβαίως, μπορεί να υπάρξει συνεργασία, αρκεί να βρούμε μια άκρη. Το πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρουμε. Αυτό είναι ως ένα βαθμό δουλειά της εδώ αρμενικής κοινότητας. Να μας φέρει σε επαφή. Αλλιώς δεν μπορεί να γίνει.

Αρμένικα δεν ξέρετε καθόλου;

Εμείς είμαστε μια εξελληνισμένη οικογένεια. Είναι μια ερωτική ιστορία. Όταν την είπα στον ελβετό εκδότη μου, μου λέει, «δεν την γράφεις; Είναι μια καταπληκτική ερωτική ιστορία». «Το ξέρω, του λέω, αλλά εγώ δεν γράφω ερωτικές ιστορίες. Τι να γράψω;» Απίστευτη ιστορία. Βεβαίως, αυτή η ιστορία του παππού μου του έσωσε τη ζωή, γιατί στη σφαγή μάζεψε την οικογένεια και πήγε στην Άνδρο. Έτσι, σώθηκε. Ο παππούς μου ήταν ένας αποφασιστικός άνθρωπος. Τεμπέλης, δεν δούλεψε ποτέ στη ζωή του. Αλλά αποφασιστικός. Όταν είδε τι γινόταν, όταν ξέσπασε το μεγάλο κακό στην Πόλη και τους κυνηγούσαν, μάζεψε την οικογένεια, τους έβαλε σε ένα καράβι και βρέθηκε στην Άνδρο.

 

Η κόρη σας, η Ιωσηφίνα Μαρκαριάν, βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ της Δράμας.

Ναι, είναι μια ταινία μικρού μήκους. Και αυτή έχει να κάνει με μειονότητες, με μια σερβοβόσνια. Κι εγώ στο τελευταίο μυθιστόρημά μου μιλάω για τις μειονότητες. Όχι μόνο για τους Ρωμιούς, αλλά γενικώς για μειονότητες.

 


Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 20 επισκέπτες συνδεδεμένους