Αγκόπ Τζελαλιάν Εκτύπωση E-mail

Το Ινστιτούτο «Πούσκιν» στο πλαίσιο της διοργάνωσης «Αθήνα-Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου 2018»* του Δήμου Αθηναίων, στη σειρά «Γέφυρες», παρουσίασε σε συνεργασία με τον «Αρμενικό Μορφωτικό και Πολιτιστικό Σύλλογο Χαμασκαΐν» έκθεση αφιερωμένη στο «Αρμενικό Βιβλίο». Η έκθεση, που πραγματοποιήθηκε στο Πολιτιστικό Κέντρο Μελίνα από τις 14 ως τις 16 Δεκεμβρίου 2018, περιελάμβανε πλούσια συλλογή αρμενόγλωσσων και ελληνόγλωσσων βιβλίων της αρμενικής λογοτεχνίας και του αρμενικού πολιτισμού, ενώ παράλληλα, φιλοξενήθηκε και μια έκθεση με 60 χαρακτικά (γκραβούρες) του Αγκόπ Τζελαλιάν, που είχε ως θέμα «28 Μαΐου 1918. Διαβατήριο για τη Δημοκρατία», αφιερωμένη στα 100 χρόνια από την ίδρυση της Πρώτης Δημοκρατίας της Αρμενίας. Με αφορμή την έκθεση αυτή ζητήσαμε από τον γνώριμο σε όλους μας, για την πολυποίκιλη δραστηριότητά του στα πολιτιστικά δρώμενα της ελληνο-αρμενικής κοινότητας, λόγιο, δημοσιογράφο, μεταφραστή, ποιητή και φιλότεχνο, να μας ξετυλίξει το κουβάρι των προσωπικών του αναμνήσεων.

jelalian2

Στον Σαρκίς Αγαμπατιάν
Δεκέμβριος 2018-Φεβρουάριος 2019, τεύχος 99

Ανήκω στη δεύτερη γενιά της αρμενικής διασποράς. Ο πατέρας μου ήταν από το Εσκί Σεχίρ. Αργότερα μετακόμισε στην Άγκυρα, όπου οι συνθήκες ήταν καλύτερες. Πήγε μια τάξη στο σχολείο όπου έμαθε να γράφει μόνο τ’ όνομα του. Το είχε καημό που δεν είχε μάθει γράμματα και μου έλεγε: «θα σε στείλω σε αρμενικό σχολείο». Αλλά ποτέ δεν έλεγε «հայ ըլլաս» (hay ellas) «να γίνεις Αρμένης», όπως λέμε εμείς, και είναι μια υπερβολή. Έλεγε «մարդ ըլլաս» (mart ellas), εννοώντας να είσαι άνθρωπος μεταξύ των Τούρκων. Κατάλαβες ποια είναι η σύγκριση. Η μητέρα μου ήταν από τη Σμύρνη. Πολλές φορές λέω ότι η οικογένεια μου αποτελείται από μια κολώνα δωρική, που ήταν ο πατέρας μου, λιτός, απέριττος και απόλυτος, και από πάνω ένα ιωνικό κιονόκρανο, όπως πραγματικά ήταν από την Ιωνία, η μάνα μου.

Το σπίτι μας ήταν από την άλλη μεριά της Συγγρού, εκεί που είναι το Κουκάκι σήμερα. Τότε, υπήρχαν ελάχιστα αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν στη Συγγρού, αλλά και πάλι ποιος θα μας πήγαινε κάθε μέρα στο αρμενικό σχολείο και θα μας έφερνε πίσω; Γι’ αυτό η μάνα μου μάς έμαθε, στην αδελφή μου και σε μένα, αρμένικα. Αν πεις στην αδελφή μου να γράψει αρμένικα, θα δεις πόσο καλύτερα θα γράψει από ορισμένους που είχαν πάει σχολείο. Στη συνέχεια πήγα στην πρώτη τάξη στο δημοτικό αλλά αρρώστησα. Όμως, επειδή ήμουν καλός μαθητής, πήγα απευθείας στη δευτέρα, χωρίς να έχω τελειώσει την πρώτη. Ήμουν στο Γυμνάσιο όταν ήρθαν οι Μεχιταριστές από την Ιταλία και ανακοίνωσαν ότι ξανανοίγουν το σχολείο που είχε κλείσει στη διάρκεια του πολέμου και άρχισε να λειτουργεί το 1950. Φοίτησαν αρκετά άτομα από την Ελλάδα, ανάμεσά τους και ο συγγραφέας Αρά Μπαλιοζιάν. Μετά την πρώτη Γυμνασίου που δεν την τελείωσα καλά-καλά για άλλους λόγους, με έβαλαν αμέσως στη δευτέρα τάξη του κολεγίου «Μουράτ Ραφαελιάν».

Με την αρμενική γλώσσα δεν δυσκολεύτηκα. Ίσως ήμουν και από τους καλύτερους και απορούσαν πως ξέρω τόσα αρμένικα. Κατ’ αρχήν, είχα μέσα μου ένα έμφυτο χάρισμα να γράφω ποίηση. Όταν ήμουν στην δευτέρα τάξη έγραψα ένα ποίημα, το οποίο ήταν καθοριστικό για τη ζωή μου και έλεγε το εξής: «Θα έρθει μια μέρα» Օր պիտի քա (Or bidi ka), και τελείωνα με την εξής φράση «Ζήτω η ανεξάρτητη Αρμενία μου» Կեցցէ անկախ իմ Հայաստան (getse angakh im Hayastan). Χωρίς να ξέρω τίποτα, δεν ήμουν καν 14-15 χρονών. Οι μοναχοί το άλλαξαν σε Կեցցէ խիզախ իմ Հայաստան (getse khizakh im Hayastan), δηλαδή «Ζήτω η ατρόμητη Αρμενία μου». Έγινα τρελός! Πήρα το πρώτο ψαλίδι της ζωής μου. Αλλά οι άνθρωποι μάς δίδασκαν πάντα την αγάπη για την πατρίδα και αν το πιστεύεις, μετά από το πρώτο διάστημα που πήγαν να μας αλλαξοπιστήσουν κατά κάποιον τρόπο, έγιναν πιο πολύ Ορθόδοξοι, κι από εμάς, Αρμένιοι Ορθόδοξοι. Στην αρχή προσπάθησαν να μας μυήσουν στον καθολικισμό αλλά μετά κάναμε μια επανάσταση και αναγκάστηκαν μια χρονιά, που δεν μας είχαν περιλάβει στο προσκύνημα για το εκκλησίασμα της 6ης Ιανουαρίου, να μας περιλάβουν και εμάς και ήταν καθοριστικό αυτό. Μετά τα 15-16 μας, αυτοί μας δίδασκαν πόσο πρέπει να αγαπάμε τη δική μας θρησκεία και τη δική μας πατρίδα.

Τελείωσα το σχολείο το 1956 και γύρισα πίσω στην Αθήνα, όπου αμέσως εντάχθηκα σ’αυτό που λέμε «δημόσια ζωή» της κοινότητας μας. Στα 22 μου ήμουν ήδη μέλος του Περιφερειακού Συμβουλίου του Χομεντετμέν. Κάποια στιγμή άρχισε να μου κεντρίζει το ενδιαφέρον και η αντίκα. Όταν αγαπάς τη γλώσσα σου και έχεις μάθει την ετυμολογία των λέξεων, όταν ξέρεις ότι η γλώσσα μας δεν είναι μια οποιαδήποτε γλώσσα που θα μιλούσε κάποιος που δεν έχει γραφή. Η ετυμολογία σε πηγαίνει στις ρίζες απευθείας. Και καταλαβαίνεις ότι αυτές οι ρίζες κοντεύουν τα 5.000 χρόνια και είναι το ελάχιστο για να εννοείς τη γλώσσα σου ινδοευρωπαϊκή.

Έτσι, ξεκίνησε σιγά-σιγά η αγάπη μου για τα παλιά αντικείμενα. Μόλις είχα παντρευτεί το 1968, ο πατέρας μου μού χάρισε ένα αρμένικο χαλί που παρίστανε τη Μητέρα Αρμενία. Τώρα βρίσκεται στην Αρμενία, το έχω δωρίσει. Είναι το ωραιότερο χαλί στο είδος του. Είναι υφασμένο στο Ισπαχάν γύρω στο 1890, με μια σπουδαία απεικόνιση της Μητέρας Αρμενίας. Συγχρόνως η μητέρα μου μού δώρισε ένα αρμενικό προσευχητάριο που ήταν μια καταπληκτική αρμενική λεπτοδουλειά σε ασήμι. Κι αυτό το έχω δωρίσει στην Αρμενία. Αυτά τα δύο αντικείμενα ήταν το έναυσμα για να ψάχνω αντίκες.
Μια μέρα ήρθε κάποιος από την Πόλη που παρουσιάστηκε σαν Αρμένης, ενώ ήταν Έλληνας, και άρχισε να μου πουλάει αντίκες. Και έτσι σιγά-σιγά μπήκα σε αυτόν τον χορό. Μάλιστα, όταν βρέθηκα στην πιο δύσκολη περίοδο της ζωής μου μεταξύ 1989-1996, ενώ έκανα τα πάντα για να σταθώ στα πόδια μου, δεν πούλησα τίποτα απ’ όλα αυτά που είχα συγκεντρώσει.

Δώρισα στο μουσείο Σαρνταραμπάντ της Αρμενίας 204 αντικείμενα κι όταν ξαναπήγα μετά από 17 χρόνια στην επέτειο των 1700 χρόνων του χριστιανισμού, δώρισα κι άλλα και συμπλήρωσα τον αριθμό 301 που συμβολίζει τη χρονιά που η Αρμενία υιοθέτησε επίσημα τη χριστιανική θρησκεία. Η δωρεά αυτή περιελάμβανε χαλιά, υφαντά, κεραμικά, ασημένια αντικείμενα και κυρίως χάλκινα πιάτα, τα οποία μπορεί σε κάποιους να φαίνονται ως τα ευτελέστερα πράγματα, αλλά πόσο σημαντικά ήταν αυτά τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης για τους ανθρώπους! Υπήρχαν χαραγμένες λέξεις στα πιάτα, η χρονολογία, το όνομα, το πατρώνυμο, το επάγγελμα και το χωριό στο οποίο κατασκευάστηκαν. Όταν βλέπεις το όνομα ενός χωριού στην Ανατολία που τώρα μπορεί και να μην υπάρχει και βλέπεις το όνομα ενός κτηνοτρόφου που το έχει δώσει σε μια εκκλησία, σημαίνει ότι για να υπάρχει εκκλησία σε εκείνο το χωριό, θα υπήρχαν τουλάχιστον 150 οικογένειες, δηλαδή περίπου 500 άτομα. Με αυτόν τον τρόπο δίνουμε ένα χτύπημα σε όσους αρνούνται ότι εκεί έγινε πραγματικά Γενοκτονία. Διότι σε μια τέτοια μεγάλη τραγωδία το λιγότερο είναι το έμψυχο υλικό, το άψυχο όμως όταν στο καταστρέφουν σου σπάνε τους κρίκους. Αν σου σπάσουν τους κρίκους με τίποτα δεν επανέρχονται. Αυτά τα λέω με πάθος και πίστη διότι αν σπάσουν οι κρίκοι μας τελείωσε. Όπως και με τη γλώσσα μας, όταν σπάει η γλώσσα και η ορθογραφία και με τη μεταρρύθμιση χαλάει όλη η δομή της γλώσσας, δεν έχουμε λόγο ύπαρξης. Όλα συνδέονται μεταξύ τους.

Το «Χαμασκαΐν» ήταν η βάση πάνω στην οποία ανέπτυξα όλα όσα ήξερα. Ακόμα και το 1990 που ήταν μια δύσκολη περίοδος για μένα, ποτέ δεν το ξέχασα. Όταν αγαπάς κάτι δεν μπορείς να το απαρνηθείς. Έβαλα το λιθαράκι μου στο «Χαμασκαΐν» και νομίζω συνέβαλα σε 2-3 πράγματα.
Τα τρία ωραιότερα πράγματα που κάναμε ήταν, πρώτο το 1984 όταν γιορτάσαμε τον Τανιέλ Βαρουζάν. Την επόμενη χρονιά κάναμε ένα αφιέρωμα στον Κομιτάς. Ζούσε ακόμα η τελευταία μαθήτρια της χορωδίας «Κουσάν» που το 1912 είχε 300 μέλη στην Κωνσταντινούπολη. Κάναμε κάτι ανατρεπτικό, σβήσαμε τα φώτα και ανεβάσαμε στη σκηνή την Περγκρουή Ατανασιάν που είπε ότι ήταν μαθήτρια του Κομιτάς και τον είχε δει με τα μάτια της. Ήταν ανατριχιαστικό. Μάλιστα, καλέσαμε και τον π. Νερσές Ντερ-Νερσεσιάν, ένα μουσικολόγο μεχιταριστή να μας μιλήσει για το θέμα.
Και το τρίτο ήταν όταν κάναμε μια καταπληκτική εκδήλωση στην Εστία της Νέας Σμύρνης για την αρμενική γλώσσα, όπου φέραμε πάλι ένα Μεχιταριστή, τον π. Χαρουτιούν Μπιζντικιάν να μας μιλήσει. Απαγγέλθηκαν ποιήματα γραμμένα και στα δύο ιδιώματα της αρμενικής γλώσσας.

Η πρώτη γενιά ενώ δεν είχε λάβει μόρφωση είχε μέσα της την Πατρίδα. Γι’ αυτήν «άνθρωπος» σήμαινε «Χάι». Στη δεύτερη γενιά, όταν φτιάξαμε το «Νορ Σερούντ» (Νέα Γενιά) θεωρούσαμε ότι όποιος πήγαινε στο Γυμνάσιο είχε Ανώτατη Εκπαίδευση, και μετά, μέσα σε μια δεκαετία, γέμισαν τα Πανεπιστήμια με Αρμένιους.
Αυτή η δεύτερη γενιά είναι νομίζω η πιο δυνατή γενιά, διότι έχει αφενός την κληρονομιά από τους επιζήσαντες της Γενοκτονίας, αλλά παράλληλα έβλεπε και μπροστά διότι είχε ενσωματωθεί ήδη στην ελληνική κοινωνία. Δυστυχώς, οι άνθρωποι της τρίτης γενιάς που θα έπρεπε να είναι η καλύτερη, συμπεριφέρονται απλώς σαν «φιλαρμένιοι».

Δεν θέλω να είμαι Έλληνας αρμενικής καταγωγής. Πάντα λέω ότι είμαι Αρμένης ελληνικής υπηκοότητας. Για παράδειγμα αναφέρω την περιοχή Κρασνοντάρ της Ρωσίας, εκεί που τελειώνει η Υπερκαυκασία. Εκεί, λέγεται ότι ζουν 800.000 Αρμένιοι. Αμιγώς Αρμένιους δεν θα βρεις ούτε 25%. Γενικά, δεν ξέρουν τι είναι, δεν ξέρουν τι γλώσσα μιλάνε. Είναι χαμένοι γιατί δεν είναι ούτε Ρώσοι, ούτε Αρμένιοι. Ενώ αν ήξεραν ότι είναι Αρμένιοι θα είχαν μια ταυτότητα. Γι΄αυτό ακριβώς πιστεύω ότι η επόμενη γενιά θα πει «γιατί μπαμπά δεν μου είχες πει ότι είμαι Αρμένης; Γιατί δεν μου μετέφερες τις αξίες;». Στον πόλεμο είχαμε μιαν ελπίδα. Και μετά τη Γενοκτονία το ίδιο. Τώρα οι άνθρωποι χάνονται μέσα στην ευμάρεια. Ένα πράγμα μόνο σχετικά με τη γλώσσα. Πρέπει να μείνουν και τα δύο ιδιώματα της γλώσσας μας (δυτικο-αρμενική και ανατολικο-αρμενική). Να παραδειγματιστούμε από χώρες που έχουν περισσότερες γλώσσες όπως, ο Καναδάς, η Ελβετία, το Βέλγιο. Να παραδειγματιστούμε και να δημιουργήσουμε ένα κράτος όπου να συγκεντρωθούν όλες οι δυνάμεις μας.
Να αγαπάμε εξ ίσου και να διδάσκουμε τους δύο κλάδους της γλώσσας μας, θεωρώ οτι πρέπει να καταργηθεί η γραμματική Απεγιάν και να μείνει η κλασσική αρμενική γλώσσα.
Δεν θέλω να φανώ εγωιστής αλλά ούτε και σεμνός. Θα πω την αλήθεια. Εγώ ο ίδιος προσπάθησα να ενταχθώ σε αυτήν την εκδήλωση με τα εκθέματα. Είμαι ικανοποιημένος και ευγνώμων στο Χαμασκαΐν που την πραγματοποιήσαμε μέσα στο 2018.
Όταν είναι να προσφέρεις δεν πρέπει να έχεις παρωπίδες. Ήταν μια σειρά από 130 γκραβούρες που συγκέντρωσα μέχρι το 2006 και εκτέθηκαν στην Πρεσβεία της Αρμενίας στην Αθήνα. Μού ζήτησαν να εκτεθούν και στο Μουσείο Σαρνταραμπάντ, όπου με παρεκάλεσαν να δωρίσω μερικές. χωρίς δεύτερη σκέψη τις δώρισα όλες. Από το 2006 μέχρι σήμερα συγκέντρωνα ομοειδείς γκραβούρες.
Μόλις συμπληρώθηκαν 50 τον περασμένο Σεπτέμβριο, προσπάθησα να βρω τρόπο να τις εκθέσω. Οι γκραβούρες αυτές ήταν το καλύτερο όχημα που μπορούσα να βρω για το «Μαΐς Κσανούτε», την 28η Μαΐου. Γι΄αυτό και ο τίτλος «Μαΐς Κσανούτε. Διαβατήριο για την Δημοκρατία». Περιλαμβάνουν όλες τις εκφάνσεις του αρμενισμού. Είχα δύο αρμενικά διαβατήρια, που ανήκαν σε Ελληνο-αρμένιους.
Ήταν τόσο δυνατή αυτή η Δημοκρατία που δεν κράτησε μόνο δύο χρόνια και 6 μήνες. Κράτησε πάνω από έξι χρόνια, και αυτό φάνηκε και από τα διαβατήρια που εξέδιδε. Χάρη σε αυτά τα διαβατήρια σώθηκε κόσμος. Τύπωνε διαβατήρια στη Βενετία, νομίσματα στη Γαλλία, γραμματόσημα στην Αγγλία. Έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε. Γι’αυτό, όποιος δεν τιμάει το Μαΐς Κσανούτε, δεν τιμάει τον εαυτό του. Σου ορκίζομαι στην καρδιά μου, ότι μέχρι πριν από δύο χρόνια κανείς δεν γνώριζε στο Μουσείο στην Αρμενία, σε ποια κομματική παράταξη ανήκω...

* Σημειωτέον πως οι πόλεις που ορίζονται Παγκόσμιες Πρωτεύουσες Βιβλίου από την UNESCO, οφείλουν να προωθούν τα βιβλία και την ανάγνωση κατά τη διάρκεια του έτους βιβλίου.
Την τιμητική αυτή διάκριση της UNESCO έφερε και το Γερεβάν, το 2012, με πλήθος εκδηλώσεων και πλούσιο πρόγραμμα που ανέδειξαν την πρωτεύουσα της Αρμενίας ως πολιτιστικό προορισμό.

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 37 επισκέπτες συνδεδεμένους