Σουζάνα Απαρτιάν Εκτύπωση

Κα­θη­γή­τρια και συγ­γρα­φέ­α εκ­παι­δευ­τι­κών βι­βλί­ων

γαλ­λι­κής γλώσ­σας

 

Σαρκίς Αγαμπατιάν

Iανουάριος – Μάρτιος 2013 τεύχος 76

Με τη Σου­ζά­να Α­παρ­τιάν συ­να­ντη­θή­κα­με για πρώτη φο­ρά σ’ έ­να τα­ξί­δι στην

Αρ­με­νί­α με α­φορ­μή την α­νά­βα­ση στο ό­ρος Α­ρα­γκά­τζ που εί­χε ορ­γα­νώ­σει ο Ο­ρει­βα­τι­κός Σύλ­λογος Φυ­λής, το 2006. Ή­ξε­ρα ό­τι ή­ταν α­δελφή του η­θο­ποιού Αρ­τό Α­παρ­τιάν, ό­τι εί­χε πά­θος με τη γαλ­λι­κή γλώσ­σα και κουλ­τούρα και ό­τι ή­ταν συγ­γρα­φέ­ας σχο­λι­κών εγ­χειρι­δί­ων εκ­μά­θη­σης γαλ­λι­κών.

Ζή­τη­σα να γρά­ψει τις ε­ντυ­πώ­σεις της α­πό το τα­ξί­δι για λο­γα­ρια­σμό του περιο­δι­κού μας και α­ντα­πο­κρί­θη­κε πρό­θυ­μα. Το α­πλό, λι­τό και πε­ριε­κτι­κό της κεί­με­νο «Πε­ζο­πο­ρώ­ντας στην Αρ­με­νί­α» έ­κα­νε ι­διαί­τε­ρη ε­ντύ­πω­ση.

Με α­φορ­μή την έκ­δο­ση του τε­λευ­ταί­ου της βι­βλί­ου συ­να­ντη­θή­κα­με στο σπί­τι της έ­τσι α­πλά για μια συ­ζή­τη­ση χω­ρίς πρω­τό­κολ­λο.

 

“Α­σχο­λού­μαι με τα βι­βλί­α για­τί εί­ναι κά­τι που με γε­μί­ζει και μου προ­σφέ­ρει τη χα­ρά και την ικανοποίηση της δη­μιουρ­γί­ας” 

 

Πώς προ­έ­κυ­ψε η ε­να­σχό­λη­σή σου με τα εκ­παι­δευ­τι­κά βι­βλί­α στα γαλ­λι­κά ;

Σαν φυ­σι­κό ε­πα­κό­λου­θο μακρό­χρο­νης δι­δα­σκα­λί­ας στο Γαλ­λι­κό Ιν­στι­τού­το Αθη­νών και σε ι­διω­τι­κό σχο­λεί­ο. Ξέ­ρεις, έρ­χε­ται μια στιγ­μή που η τά­ξη, οι μα­θη­τές, κα­θη­λώ­νουν τον δά­σκα­λο που αι­σθάνε­ται κα­τά κά­ποιο τρό­πο δέ­σμιος του χρο­νο­διαγράμ­μα­τος, της ύ­λης που πρέ­πει να βγει σε συ­γκε­κρι­μέ­νο χρό­νο και ψά­χνει να βρει μια διέ­ξο­δο, έ­να κί­νη­τρο για να προ­χωρή­σει.

Ο κα­θέ­νας βέ­βαια βρί­σκει τη λύ­ση που του ται­ριά­ζει. Ε­γώ προ­σω­πι­κά δεν το με­τά­νιω­σα που στρά­φη­κα προς τη συγ­γρα­φή. Ή­θε­λα να φτιά­ξω βι­βλί­α που θα μου ά­ρε­σε να δι­δά­σκω. Βι­βλί­α ευ­χά­ρι­στα και κα­τα­νο­η­τά τό­σο για τον μα­θη­τή ό­σο και για τον δά­σκα­λο. Δύ­σκο­λο το εγ­χείρη­μα, πέ­τυ­χε ό­μως! Εί­χα ό­μως και την τύχη να συ­νερ­γα­στώ και συ­νερ­γά­ζο­μαι α­κό­μα με συ­να­δέλφους (N.Bertin, Α.Τί­γκα, Σ.Τσα­κα­γιάν­νης) που λει­τουργούν με τα ί­δια κρι­τή­ρια και με τους ο­ποί­ους αλ­λη­λο­συ­μπλη­ρω­νό­μα­στε. Ευ­τυ­χώς!

 

Πό­τε εκ­δό­θη­κε το πρώ­το βι­βλί­ο;

Το πρώ­το μας βι­βλί­ο εκδό­θη­κε το 2001 α­πό τις εκ­δό­σεις Kauffmann. Ό­ταν εί­δα­με την α­πή­χη­ση που εί­χε, σκε­φτή­κα­με να φτιάξου­με μια μέ­θο­δο εκ­μά­θη­σης γαλ­λι­κών για παι­διά 12-14 ε­τών, προ­σαρ­μο­σμέ­νη στις α­νά­γκες των ελ­λή­νων μα­θη­τών.

Το «C’est clair 1!» και «C’est clair 2 !» (Εκ­δό­σεις Trait d’union), ε­γκρί­θη­καν α­πό το Υ­πουρ­γεί­ο Παι­δεί­ας και ε­ντά­χθη­καν στο πρό­γραμ­μα των τριών πρώ­των τά­ξε­ων του γυ­μνα­σί­ου α­πό το 2004 μέ­χρι το 2010. Α­κο­λού­θη­σαν άλ­λα ο­κτώ.

Τον Σε­πτέμ­βριο του 2012 με το «Objectif B1-B2» (Εκδό­σεις Le livre ouvert) φτά­σα­με αι­σί­ως στο 11ο!

 

Τι προ­ϋ­πο­θέ­τει η συγ­γραφή ε­νός εκ­παι­δευ­τι­κού βι­βλί­ου;

Κατ’ αρχάς σκλη­ρή δου­λειά! Και χρό­νο, πο­λύ χρό­νο! Α­παι­τεί επί­σης σω­στή δο­μή, ε­ναλ­λα­γή δε­ξιο­τή­των, θε­μά­των και δρα­στη­ριο­τή­των και ο­πωσ­δή­πο­τε αυ­το­λο­γο­κρι­σί­α για να μη γί­νε­ται φλύ­α­ρο και βαρε­τό!

 

Η α­ντα­μοι­βή σου εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­ναι­σθη­μα­τι­κή ή υ­λι­κή;

Εί­ναι συ­νι­στα­μέ­νη και των δύ­ο πα­ρα­μέ­τρων. Ζω στο πα­ρόν και ερ­γά­ζο­μαι σε πραγ­μα­τι­κό χρό­νο, ό­χι σε ει­κο­νι­κό! Α­σχο­λού­μαι με τα βι­βλί­α για­τί εί­ναι κά­τι που με γε­μί­ζει και μου προ­σφέ­ρει τη χα­ρά και την ικανοποίηση της δη­μιουρ­γί­ας.

Εί­ναι α­πί­στευ­το πώς ι­δέ­ες, ει­κό­νες, προ­τάσεις, συ­γκε­χυ­μέ­νες μέ­σα στο μυα­λό, ά­παξ και κα­τα­γρα­φούν στην οθό­νη του υ­πο­λο­γι­στή α­πο­κτούν θαρ­ρείς μί­α οντό­τη­τα που μου ε­πι­τρέ­πει να τις πλά­σω κα­τά το δο­κούν α­νά­λο­γα με το ε­πί­πε­δο που στο­χεύ­ω.

Και αρ­γό­τε­ρα, έρ­χε­ται η στιγμή της πλή­ρω­σης, η στιγ­μή που παίρ­νω στα χέ­ρια μου έ­να φρε­σκο­τυ­πω­μένο βι­βλί­ο μας, ω­στό­σο δεν σκέ­φτο­μαι το ε­πό­με­νο ό­πως λέ­νε συ­χνά, α­πλώς χαί­ρο­μαι τη στιγ­μή.

Ό­σο για τις α­πο­λα­βές, παρ’ όλο που τα βι­βλί­α αυ­τά α­πευ­θύ­νο­νται σε συ­γκε­κρι­μέ­νο κοι­νό, μπο­ρώ να πω πώς εί­ναι ι­κα­νο­ποι­η­τι­κές και οι εκ­δοτι­κοί οί­κοι με τους ο­ποί­ους έ­χου­με συ­νερ­γα­στεί έ­χουν κά­νει κα­λή προ­ώ­θη­ση.

 

Τι προ­ϋ­πο­θέ­τει η ι­σορ­ρο­πη­μέ­νη σχέ­ση δά­σκα­λου μα­θη­τή;

Πρώ­τα απ’ ό­λα α­μοι­βαί­ο σε­βα­σμό. Ο δά­σκα­λος να εί­ναι προ­σαρ­μο­στικός. Συ­χνά, α­παι­τού­με α­πό τους μα­θη­τές να προ­σαρ­μό­ζο­νται στα δι­κά μας μέ­τρα και σταθ­μά, δεν βλά­πτει να μπαί­νου­με λί­γο και στη δι­κή τους θέ­ση! Ο δά­σκα­λος να συ­μπο­ρεύ­ε­ται με την ε­πο­χή του και να μην έ­χει χά­σει ο ί­διος τη διά­θε­ση για μά­θη­ση. Πώς γί­νε­ται να δώ­σεις κλει­διά ό­ταν η δι­κή σου πόρ­τα εί­ναι κλειδω­μέ­νη;

 

Υ­πάρ­χει μια σει­ρά γαλ­λόφω­νων ται­νιών της τε­λευ­ταί­ας δε­κα­ε­τί­ας που δια­πραγ­μα­τεύ­ο­νται σχέ­σεις μα­θη­τών και δα­σκά­λων (“Les choristes”, “Entre les murs”, “Εtre et avoir”, “Monsieur Lazhar” κ.λπ.). Τις έ­χεις δει; Κι αν ναι τι ι­δέ­ες ά­ντλη­σες α­πό αυ­τές;

Ναι έ­χω δει τις πε­ρισ­σό­τε­ρες. Δεν ξέ­ρω αν α­ντλώ ι­δέ­ες από τις ται­νί­ες, προ­σπα­θώ να βγά­ζω συ­μπε­ράσμα­τα. Συ­γκρί­νο­ντας την πιο πρό­σφα­τη ται­νί­α «Monsieur Lazhar» με την πιο πα­λιά «Entre les murs», δια­πί­στω­σα πως στην πρώ­τη, η σχέση αυ­τή πα­ρου­σιά­ζε­ται με τρό­πο ω­ραιο­ποι­ημέ­νο και ε­λα­φρώς με­λο­δρα­μα­τι­κό.

Έ­νας δά­σκα­λος, στην προ­σπά­θειά του να βο­η­θή­σει τους μα­θη­τές του, βά­ζει τη ζω­ή του σε δεύ­τε­ρο πλά­νο. Ναι μεν είναι έ­να μά­θη­μα αν­θρωπι­σμού, αλ­λά δυ­στυ­χώς δεν υ­πάρ­χουν πλέ­ον τέ­τοιοι δά­σκα­λοι. Σε α­ντί­θε­ση, η ται­νί­α «Entre les murs» μου φαί­νε­ται πιο κο­ντά στο ση­με­ρι­νό κοι­νω­νι­κό γί­γνε­σθαι. Ο δά­σκα­λος, νιό­φερ­τος σε μια υ­πο­βαθ­μι­σμέ­νη συ­νοι­κί­α του Πα­ρι­σιού, σ’ έ­να σχο­λεί­ο ό­που φοι­τούν κα­τά το πλεί­στον παι­διά με­τα­να­στών, ψά­χνει να τους δώ­σει κί­νη­τρα για έ­να κα­λύ­τε­ρο μέλ­λον. Αυ­τοί οι δά­σκαλοι, ναι, υ­πάρ­χουν.

 

Τι εί­ναι αυ­τό που σε προ­σέλ­κυ­σε στη γαλ­λι­κή κουλ­τού­ρα;

Δεν με προ­σέλ­κυ­σε κά­τι το συ­γκε­κρι­μέ­νο. Βέ­βαια, ε­πει­δή ο α­δελ­φός μου φοι­τού­σε στο Λε­ό­ντειο Λύ­κειο, ό­λο και κά­τι έ­πια­νε το α­φτί μου ό­ταν ή­μουν μι­κρή! Ας μη ξε­χνά­με ό­μως πως τη δε­κα­ε­τί­α του 70, η εκ­μά­θη­ση των γαλ­λι­κών ή­ταν πιο δια­δε­δο­μέ­νη απ’ ό­τι τώ­ρα. Ά­ρα, σαν δεύ­τε­ρη ξέ­νη γλώσ­σα, με­τά τα αγ­γλι­κά, φυ­σι­κό ή­ταν να α­κο­λου­θούν τα γαλ­λι­κά.

 

Τι ε­πιρ­ρο­ή ά­σκη­σε η γαλ­λι­κή κουλ­τού­ρα σε ε­παγ­γελ­μα­τι­κό αλ­λά και σε προ­σω­πι­κό ε­πί­πε­δο (κι­νη­μα­το­γρά­φος, λο­γο­τε­χνί­α, μου­σι­κή); Ξε­χω­ρί­ζεις κά­ποιο βι­βλί­ο, συγ­γρα­φέ­α ή κά­ποια ται­νί­α;

Λέ­νε ό­τι οι Γάλ­λοι είναι υ­πέρ του δέ­ο­ντος α­να­λυ­τι­κοί και συμ­φωνώ. Για να α­να­λύ­σεις ό­μως, πρέ­πει να είσαι σε θέ­ση να γνω­ρί­ζεις το θέ­μα σε βά­θος, να μπο­ρείς να το α­πο­δο­μή­σεις για να το α­να­συν­θέ­σεις. Αυ­τό με βο­ή­θησε και σε ε­παγ­γελ­μα­τι­κό αλ­λά και σε προ­σω­πι­κό ε­πί­πε­δο. Η ε­πι­φα­νεια­κή προ­σέγ­γι­ση δεν α­πο­φέ­ρει α­πο­τε­λέ­σμα­τα σε κα­νέ­ναν το­μέ­α. Όσο για τη λο­γο­τε­χνί­α και τη μου­σι­κή, πι­στεύ­ω πως δεν παί­ζει τό­σο ρό­λο η γλώσσα, αν εί­ναι δη­λα­δή γαλ­λική, αγγλι­κή ή περ­σι­κή για πα­ρά­δειγ­μα, αλ­λά το να α­νοι­γό­μα­στε σε ξέ­νους κό­σμους και πο­λι­τι­σμούς για­τί πά­ντα βγαί­νου­με κερ­δι­σμέ­νοι. Αν ε­γκλω­βι­στώ σε αυ­τά που μου εί­ναι οι­κεί­α ση­μαί­νει πως έ­χω κα­τά κά­ποιο τρό­πο βο­λευ­τεί και δεν έ­χω διά­θε­ση να βγω α­πό το κα­βούκι μου!

 

Ποια εί­ναι η ε­πα­φή σου με την αρ­με­νι­κή κουλ­τού­ρα και πο­λι­τι­σμό;

Ε­νη­με­ρώ­νο­μαι μέ­σω δια­δι­κτύ­ου για ό,τι συμ­βαί­νει α­νά τον κό­σμο. Προ­σπα­θώ ε­πί­σης να κα­λύ­ψω τα κε­νά που έ­χω στην αρ­με­νι­κή ι­στο­ρί­α δια­βά­ζο­ντας βι­βλί­α που α­φο­ρούν την ι­στο­ρι­κή ε­ξέ­λι­ξη του λαού μας.

 

Βρί­σκεις ση­μεί­α που “κουμπώ­νουν” με τη γαλ­λι­κή κουλ­τού­ρα;

Η αρ­με­νι­κή κουλ­τού­ρα και ο πο­λι­τι­σμός κου­μπώ­νουν με τα πά­ντα! Οι Αρ­μέ­νιοι, της δια­σπο­ράς ει­δι­κά, έ­μα­θαν εκ των πραγ­μά­των να προ­σαρ­μό­ζο­νται σε νέ­ες κα­τα­στά­σεις χω­ρίς να χά­σουν την ταυ­τό­τητά τους. Δα­νει­ζό­μα­στε στοι­χεί­α ε­πι­λε­κτι­κά και τα προ­σαρ­μό­ζου­με στη δι­κή μας κουλ­τού­ρα. Την ε­μπλου­τί­ζου­με, την α­να­νε­ώ­νου­με, της δί­νου­με άλ­λο α­έ­ρα, άλ­λο χρώ­μα, άλ­λη υφή. Έ­τσι δεν φτιά­χτη­κε άλ­λω­στε και το αρμε­νι­κό αλ­φά­βη­το;

 

Έ­χεις ε­πισκε­φθεί την Αρ­με­νί­α, ποιες είναι οι ε­ντυ­πώ­σεις που α­πο­κό­μι­σες;

Έ­χω ε­πι­σκεφτεί την Αρ­με­νί­α δυο φο­ρές. Η πρώ­τη ήταν το 1980 ε­πί σο­βιε­τι­κού κα­θε­στώ­τος, η δεύ­τερη το 2006 στα πλαί­σια μιας ο­ρει­βα­τι­κής εκ­δρομής στο Α­ρα­γκά­τζ. Μεί­να­με ε­λά­χι­στα στο Ε­ρεβάν και κι­νη­θή­κα­με πε­ρισ­σό­τε­ρο στην ύ­παιθρο ο­πό­τε δεν μπο­ρώ να βγά­λω πολ­λά συ­μπε­ρά­σμα­τα. Η ει­κό­να και η μου­σι­κή που κρά­τη­σα εί­ναι μιας ε­ρει­πω­μέ­νης εκ­κλη­σί­ας στον ε­θνι­κό δρυ­μό Χοσ­ρόβ απ’ ό­που ανα­δυό­ταν μια ψαλ­μω­δί­α. Έ­νας νε­α­ρός πε­ρι­η­γη­τής έ­ψελ­νε στο μι­σο­σκό­τα­δο και ζω­ντά­νευε το πα­ρελ­θόν. Δέ­ος και σε­βα­σμός…