Ιβάν Αϊβαζόβσκι: Η Δημιουργία της Θάλασσας Εκτύπωση E-mail

Χο­βαν­νές Α­ϊ­βα­ζόβ­σκι

 

Πε­ριο­δι­κό “Ερε­βάν”- Φλε­βά­ρης 2012

Κεί­με­νο: Σα­χέν Χα­τσα­ντριάν, Ε­λε­ο­νό­ρα Μαλ­χασιάν

Με­τά­φρα­ση:Μί­κυ Μοβ­σε­σιάν

Iανουάριος – Μάρτιος 2013 τεύχος 76

Ο Ρώ­σος αυ­το­κρά­το­ρας Νι­κό­λα­ος ο 1ος ρώ­τη­σε κά­πο­τε τον Ι­βάν Α­ϊ­βα­ζόβσκι σε έ­να συ­μπό­σιο, ποια ή­ταν η κύ­ρια πη­γή έ­μπνευσης για τους πί­να­κές του. «Τα παι­δι­κά μου ό­νει­ρα, Μεγα­λειό­τα­τε. Δεν ξε­χνώ πο­τέ να ο­νει­ρεύ­ο­μαι», α­πο­κρί­θη­κε ο ζω­γρά­φος για να λά­βει την α­πά­ντη­ση: «Έ­χε­τε την ά­δειά μου, ο­νει­ρευ­τεί­τε!»

 

Ο Α­ϊ­βα­ζόβ­σκι ά­φη­σε μια κλη­ρο­νο­μιά άνω των 6000 πι­νά­κων. Προς τι­μή της μνή­μης του, την 1η Μα­ΐ­ου του 2003, έ­γι­ναν τα α­πο­κα­λυ­πτή­ρια του μπρού­ντζι­νου α­γάλ­μα­τος του με­γά­λου θα­λασ­σο­γρά­φου στο Ερε­βάν. Το ά­γαλ­μα φι­λο­τέ­χνη­σε, κα­τόπιν δια­γω­νι­σμού το 1987, ο Γιού­ρι Πε­τρο­σιάν. Ωστό­σο, η ε­πι­χο­ρή­γη­ση του έρ­γου δια­κό­πη­κε και το ά­γαλ­μα ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε το 2003, με χρη­μα­το­δό­τη­ση α­πό τον Σε­νίκ Γκε­βορ­γκιάν, τον πρό­ε­δρο της Ε­ται­ρί­ας “Προ­μη­θέ­ας”, στην Αρμε­νί­α.

 

H γέν­νη­ση του Χο­βαν­νές (Ι­βάν) Α­ϊ­βα­ζόβ­σκι εί­ναι ε­πίση­μα κα­τα­χω­ρη­μέ­νη στο βι­βλί­ο γεν­νή­σε­ων και βα­πτί­σε­ων της εκ­κλη­σί­ας του Α­γί­ου Σαρ­κίς της Θε­ο­δο­σί­ας, α­πό τον ιε­ρέ­α Μεγκερ­ντίτ­ς, στις 17 Ιου­λί­ου του 1817. Ή­ταν το τρίτο παι­δί της οι­κο­γέ­νειας ε­νός χρε­ο­κο­πη­μέ­νου έ­μπο­ρα, του Κε­βόρ­κ Α­ϊ­βα­ζιάν, οι γο­νείς του ο­ποί­ου εί­χαν με­τα­να­στεύσει α­πό την Τουρ­κί­α στην Πο­λω­νί­α τον 18ο αιώ­να. Τό­τε, η πολυ­πλη­θέ­στε­ρη αρ­μενι­κή κοι­νό­τη­τα σε ό­λη την Ευ­ρώ­πη βρι­σκό­ταν στη νό­τια Πο­λω­νί­α, ό­που αρ­κε­τοί Αρ­μέ­νιοι εί­χαν δια­φύγει για να γλυ­τώ­σουν α­πό τις σφα­γές στην Α­νί, την πρω­τεύ­ου­σα της Δυ­να­στεί­ας των Πα­κραντου­νί. Η οι­κο­γέ­νεια Α­ϊ­βα­ζιάν με­τα­κι­νή­θη­κε νοτιό­τε­ρα, στη χερ­σό­νη­σο της Κρι­μαί­ας και ε­γκατα­στά­θη­κε στην πα­ρα­θα­λάσ­σια πό­λη της Θε­ο­δο­σί­ας, στη Μαύ­ρη θά­λασ­σα. Ε­κεί ο Χο­βα­νές έ­ζη­σε μέ­χρι και την ε­φη­βεί­α του. Μια δια­δε­δο­μέ­νη συ­νή­θεια των Αρ­με­νί­ων της ε­ποχής ή­ταν να αλ­λά­ζουν τα ο­νό­μα­τά τους στα α­ντί­στοι­χα ρω­σι­κά. Ο πα­τέ­ρας του Χο­βα­ννές άλ­λα­ξε το μι­κρό του ό­νομα α­πό Κε­βόρ­κ σε Κων­στα­ντίν, ε­νώ το ε­πί­θε­τό του προ­φε­ρό­ταν Γκα­ϊ­βα­ζόβ­σκι.

Κά­θε μέ­ρα, με­τά το σχο­λεί­ο, o Χοβαν­νές κα­τέ­βαι­νε στη θά­λασ­σα, σκαρ­φά­λω­νε σε έ­ναν πα­λιό το­ξω­τό πέ­τρι­νο τοί­χο και κα­θό­ταν ε­κεί για ώ­ρες ο­νει­ρο­πο­λώ­ντας. Πα­ρα­τη­ρού­σε τα κα­ρά­βια να έρ­χο­νται και να φεύ­γουν λι­κνι­ζό­με­να στα κύ­μα­τα. Μια μέ­ρα, ε­ντυ­πω­σιά­στη­κε α­πό ένα ό­μορ­φο λευ­κό ι­στιο­φό­ρο. Πή­δη­ξε κάτω και α­να­πα­ρή­γα­γε με έ­να κομ­μά­τι κάρβου­νο, ό,τι εί­δε πά­νω στον ξα­σπρι­σμέ­νο πέ­τρι­νο τοί­χο. Α­πό ε­κεί­νη τη στιγ­μή, η φα­ντα­σί­α του Χο­βαν­νές ήταν γε­μά­τη με υ­πέ­ρο­χα ο­ρά­μα­τα. Ο­ρά­μα­τα α­κτών που πο­τέ δεν εί­χε δει, βά­θη και θαύ­μα­τα της θά­λασ­σας, μα­κρινών λιμα­νιών και καρα­βιών. Πο­λύ σύ­ντο­μα, ο τοί­χος γέ­μι­σε α­πό σκί­τσα στρα­τιω­τών και πλοιαρίων.

Ο δή­μαρ­χος της Θεο­δο­σί­ας, Αλε­ξά­ντερ Καζ­να­τσέ­γιεφ, που α­ρε­σκό­ταν να πε­ρι­δια­βαί­νει τους δρό­μους της πό­λης κά­θε α­πό­γευ­μα, έ­πε­σε πά­νω στον πέ­τρι­νο τοί­χο, «βι­τρί­να» του λα­μπρού τα­λέ­ντου του α­γνώστου καλ­λι­τέ­χνη. Η ταυ­τό­τη­τα του Χοβαν­νές α­πο­κα­λύ­φθη­κε σύ­ντο­μα και έ­τσι, ο ί­διος με τον πα­τέ­ρα του βρέ­θη­καν στην οι­κί­α του δη­μάρ­χου. Με­τά α­πό μα­κρά συ­ζή­τη­ση, ο Καζ­να­τσέ­γιεφ ζή­τη­σε α­πό τον υ­πη­ρέ­τη του να φέ­ρει το δώρο που προ­ό­ρι­ζε για το νε­α­ρό καλλι­τέ­χνη. Το α­γό­ρι δεν μπο­ρού­σε να πι­στέ­ψει στα μά­τια του, κα­θώς ά­νοι­γε το κου­τί. Πε­ριεί­χε μο­λύ­βια, χρώ­μα­τα, με­λά­νι και χαρ­τί. Ο δή­μαρ­χος του εί­πε να χρη­σι­μοποι­ή­σει ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο χαρ­τί μπο­ρού­σε και υ­πο­σχέ­θηκε ό­τι θα κά­λυ­πτε την εκ­παίδευ­σή του, που κα­τά τη γνώ­μη του χρεια­ζό­ταν. Έ­στει­λε έ­να γράμ­μα στη διοί­κη­ση της Α­κα­δη­μί­ας Τε­χνών της Α­γίας Πε­τρού­πο­λης, στο ο­ποί­ο α­να­φε­ρό­ταν στον τα­λα­ντού­χο γιο ε­νός αρμέ­νιου ε­μπό­ρου.

Αυ­τό ή­ταν και το κλει­δί που ά­νοι­ξε τις πόρ­τες της Τέ­χνης για τον Χο­βαν­νές. Η μοί­ρα του έ­στει­λε έ­ναν εκ­πλη­κτι­κό μέ­ντο­ρα, τον κα­θη­γη­τή ζωγρα­φι­κής Μα­ξίμ Βο­ρό­μπιεφ. Νοια­ζό­ταν για ό­λους τους σπου­δα­στές του και α­πο­τε­λού­σε πα­τρι­κή φιγού­ρα για πολ­λούς α­πό αυ­τούς. Συ­χνά οι νέ­οι καλ­λι­τέ­χνες συ­γκε­ντρώ­νο­νταν στο α­τε­λιέ του κα­θη­γη­τή τους, ό­που συ­ζη­τού­σαν για τέ­χνη, πο­λι­τι­σμό και λο­γο­τε­χνί­α. Έ­να α­πό τα α­γα­πη­μέ­να βι­βλί­α του Χο­βαν­νές ή­ταν το κλασ­ι­κό έρ­γο του Α­λε­ξά­ντερ Πού­σκιν «Ευ­γέ­νιος Ο­νέ­γκιν». Ο Α­ϊ­βα­ζόβ­σκι ό­χι μό­νον εί­χε τη δυ­να­τό­τη­τα να δια­βάσει Πού­σκιν, αλ­λά και την ευ­και­ρί­α να συνα­ντή­σει τον με­γά­λο ποι­η­τή, στη διάρ­κεια μιας έκ­θε­σης της Α­κα­δη­μί­ας το 1836. Ω­στό­σο, αυ­τή δεν ή­ταν η πρώ­τη του συ­νά­ντη­ση με τον Πού­σκιν. Ό­ταν ο Χο­βαν­νές ή­ταν 3 ε­τών, ο στρα­τη­γός Νι­κο­λάι Ρα­ντέβ­σκι έ­φτασε στην α­ποβά­θρα της Θε­ο­δο­σί­ας, συ­νο­δευό­με­νος α­πό τα παι­διά του και έ­ναν νε­α­ρό άν­δρα. Η α­πο­βά­θρα ή­ταν κα­τά­με­στη α­πό κό­σμο που ή­θε­λε να τι­μή­σει τους ή­ρω­ες του Πα­τριω­τι­κού Πο­λέ­μου1 του 1812. Μί­α α­πό τις κό­ρες του στρα­τη­γού, που βά­δι­ζε μέ­σα στο πλή­θος, α­να­φώνη­σε: «Πού­σκιν, κοί­τα, κοί­τα! Αυ­τό το α­γό­ρι ε­κεί πέ­ρα, σου μοιά­ζει τό­σο πο­λύ!». Ο Πού­σκιν κοί­τα­ξε στην κα­τεύ­θυν­ση που έ­δειξε το κο­ρί­τσι και εί­δε το παι­δί που κρα­τού­σε στα χέ­ρια του έ­νας Αρ­μένιος. Όσο α­πί­στευ­το και αν α­κού­γε­ται, η ει­κό­να του με­γά­λου ποι­η­τή πά­νω στο φό­ντο της θά­λασ­σας έ­μει­νε χα­ραγ­μέ­νη στη μνή­μη του τρί­χρο­νου α­γο­ριού για την υ­πό­λοι­πη ζω­ή του.

Να έ­χεις ώ­στε να βο­η­θάς

Με­τά α­πό την α­πο­φοί­τη­σή του α­πό την Α­κα­δη­μί­α Τε­χνών της Α­γί­ας Πε­τρού­πο­λης, ο Α­ϊ­βα­ζόβ­σκι έ­λα­βε μί­α υ­πο­τροφί­α για να τα­ξι­δέ­ψει στην Ι­ταλί­α, ό­που ε­πι­σκέ­φτη­κε τη Ρώ­μη, τη Νά­πο­λη και τη Φλω­ρε­ντί­α. Ο με­γά­λος καλ­λι­τέ­χνης ό­μως, έ­νιω­σε ι­διαί­τε­ρη έλξη για το νη­σά­κι του Α­γί­ου Λα­ζά­ρου2, έ­δρα των μο­να­χών του τάγ­ματος των Με­χι­τα­ρι­στών3. Ε­κτός του ό­τι ή­ταν μια ξε­χω­ριστή «νη­σί­δα» αρ­με­νι­κού πο­λι­τι­σμού, ε­κεί ζού­σε και ερ­γα­ζό­ταν ο α­δερ­φός του Κα­πριέλ ο ο­ποί­ος ε­ξέδι­δε το ι­στο­ρι­κό -λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό «Πα­σμα­βέπ». Τό­τε ή­ταν που τα δύ­ο α­δέρφια α­πο­φά­σι­σαν να κά­νουν το ό­νο­μά τους πιο εύ­η­χο. Έ­τσι αρ­γό­τε­ρα, στην ιε­ραρ­χί­α της Αρ­με­νι­κής Εκ­κλη­σί­ας ο Κα­πριέλ συ­στή­θη­κε ως Α­ϊ­βα­ζιάν και ο Χο­βαν­νές α­πέ­κτη­σε την πα­γκό­σμια φήμη του ως Α­ϊ­βα­ζόβ­σκι. Ωστό­σο, με­ρι­κές φο­ρές υ­πέ­γραφε κά­ποιους πί­να­κες και γράμμα­τά του ως «Χο­βαν­νές Α­ϊ­βα­ζιάν».

Το 1842, ο Α­ϊ­βα­ζόβ­σκι δη­μιούρ­γη­σε στην Ι­τα­λί­α το α­ρι­στούρ­γη­μά του «Χά­ος: Η δη­μιουρ­γί­α του Κό­σμου». Ο πί­να­κας προ­κά­λε­σε ι­διαί­τε­ρη αί­σθη­ση σε μια έκ­θε­ση στο Βα­τι­κα­νό και ο Πά­πας Γρηγό­ριος ο 16ος τον α­γό­ρα­σε. Ο διά­ση­μος Ρώ­σος μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος και δρα­μα­τουργός Νι­κο­λά­ι Γκό­γκολ α­στειεύ­τη­κε γι’ αυτό, λέ­γο­ντας στο δη­μιουρ­γό του έρ­γου: «Ι­βάν, το Χά­ος σου προ­κά­λε­σε πραγ­μα­τι­κό χά­ος στο Βα­τι­κα­νό». Ο καλ­λι­τέ­χνης εί­χε α­πει­κονί­σει τον Θε­ό, ως το φως που κα­τε­βαί­νει στη γη. Ό­ταν το τάγ­μα των Με­χι­τα­ρι­στών γιόρ­τασε τη δια­κο­σιο­στή του ε­πέ­τειο, ο Πά­πας Λέ­ων ο 13ος δώ­ρι­σε τον πί­να­κα στον Ά­γιο Λά­ζα­ρο, ό­που και πα­ρα­μέ­νει έ­ως σή­με­ρα.

Ο Α­ϊ­βα­ζόβ­σκι ε­πέ­στρε­ψε στην Αγί­α Πε­τρού­πο­λη, ό­που του α­πο­νε­μή­θη­κε ο τίτλος του Α­κα­δη­μα­ϊ­κού και η θέ­ση του ζωγρά­φου στο Αρ­χη­γεί­ο του Ναυ­τι­κού. Έ­λαβε ε­πί­σης, το α­ξί­ω­μα του Προ­σω­πι­κού Συμβού­λου και έτσι ει­σήλ­θε στην υ­ψη­λή κοι­νω­νί­α. Ω­στό­σο, η δό­ξα, ο πλού­τος και η Αυ­λή δεν ξε­λό­για­σαν τον καλ­λι­τέ­χνη, που α­πο­φά­σι­σε να α­φή­σει την Α­γί­α Πετρού­πο­λη και να ε­πα­νε­γκα­τα­στα­θεί στην ι­διαί­τε­ρή του πα­τρί­δα, τη Θε­ο­δο­σία. Λί­γο με­τά την ά­φι­ξή του, οι κά­τοι­κοι της πό­λης έ­γι­ναν μάρ­τυ­ρες μιας α­συνή­θι­στης σκη­νής. Μί­α μοί­ρα έ­ξι πο­λε­μι­κών, με ο­δη­γό το πλοί­ο «Οι Δώ­δε­κα Α­πό­στο­λοι», πλη­σί­ασε την προ­κυ­μαί­α της Θε­ο­δο­σί­ας, με σκο­πό να συγ­χα­ρεί τον Α­ϊ­βα­ζόβ­σκι για τη δέ­κα­τη ε­πέ­τειο του έρ­γου του ως θα­λασ­σο­γρά­φου. Ή­ταν έ­να μονα­δι­κό γε­γο­νός στην ι­στο­ρί­α της τέχνης.

Οι σύγ­χρο­νοι του Α­ϊ­βα­ζόβ­σκι έ­λε­γαν ό­τι η θά­λασ­σά του α­πο­πνέ­ει μί­α αί­σθη­ση λύ­πης. Ί­σως να ή­ταν τα χρώ­ματα και οι φω­τοσκιά­σεις, οι τολ­μη­ρές και πλα­τιές πι­νε­λιές που με­τέ­φεραν στον καμ­βά τα συν­δε­δε­μέ­να με το πε­πρωμέ­νο του αρμε­νι­κού λα­ού αι­σθή­μα­τα και ε­μπει­ρί­ες. Ανε­ξάρ­τη­τα ό­μως α­πό το πό­σο δρα­μα­τι­κά α­πει­κο­νι­ζό­ταν η θά­λασ­σα στους καμ­βά­δες του, υ­πήρ­χε πά­ντα έ­να φως που έ­φτα­νε α­πό το βά­θος της. Γε­νι­κά η ι­δέ­α του φω­τός παί­ζει έναν ι­διαί­τε­ρο ρό­λο στην τέ­χνη του Α­ϊβα­ζόβ­σκι. Δεν εί­ναι μό­νον έ­να σύμ­βο­λο ζω­ής και ελ­πί­δας αλ­λά και σύμ­βο­λο πί­στης στο μέλ­λον του λα­ού του. Το 1845, ο καλ­λιτέ­χνης έ­γρα­ψε έ­να γράμ­μα στον Γκα­το­γι­γκός Νερ­σές Α­σντα­ρα­γκε­τσί, στο Ε­τσμια­τζίν, ό­που ε­ξέ­φραζε την ε­πι­θυμί­α να υ­πη­ρε­τή­σει την Αρ­με­νί­α και τον πο­λιτι­σμό της. Έ­μει­νε πι­στός στην υ­πό­σχε­σή του, έ­ως τις τε­λευ­ταί­ες η­μέ­ρες της ζω­ής του.

Συ­νο­δευό­με­νος α­πό το γιο του Τσά­ρου, Μέ­γα Δού­κα Κων­στα­ντίν Νι­κο­λά­εβιτ­ς, ο Α­ϊ­βα­ζόβ­σκι τα­ξί­δε­ψε στην Ελ­λά­δα και την Τουρ­κί­α, ό­που γνώ­ρι­σε τις αρμε­νι­κές πα­ροι­κί­ες. Ό­ταν έ­μα­θε ό­τι έ­να α­πό τα σχο­λεί­α έ­κλει­νε λό­γω οι­κονο­μι­κών προ­βλη­μά­των, ο ζω­γρά­φος χρη­σι­μο­ποί­η­σε το κύ­ρος και τις δια­συν­δέ­σεις του ώστε να συ­γκε­ντρώ­σει τους α­πα­ραί­τη­τους πό­ρους για την ε­πα­να­λει­τουρ­γία του την ε­πό­με­νη χρονιά. Μια πα­ρό­μοια πε­ρί­πτω­ση συ­νέ­βη στη Σμύρ­νη. Στην Μπούρ­σα (Πρού­σα), κο­ντά στην Πό­λη, ο ζω­γρά­φος φι­λο­τέ­χνη­σε τον Ά­γιο Γρη­γό­ριο το Φω­τι­στή για την Αρ­με­νι­κή Εκ­κλη­σί­α, ό­μως το έρ­γο κα­τα­στρά­φη­κε σε μί­α πυρ­κα­γιά. Ε­κεί δη­μιούρ­γη­σε ε­πί­σης έ­ναν πί­να­κα για το αρμε­νικό η­με­ρο­λό­γιο που εκ­δό­θη­κε στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Η γεν­ναιο­δω­ρί­α του Α­ϊ­βαζόβ­σκι δε γνώ­ρι­ζε ό­ρια. Στη Θε­ο­δο­σί­α έ­χτι­σε έ­να αρμε­νι­κό σχο­λεί­ο και έ­να τυ­πο­γρα­φεί­ο. Βο­ή­θη­σε τους συ­μπα­τριώ­τες του στην Τουρ­κί­α, συ­νει­σφέ­ρο­ντας στην έκ­δο­ση βι­βλί­ων σχε­τι­κών με την Ι­στορί­α της Αρ­με­νί­ας. Α­κό­μη, ό­σους εί­χαν α­νά­γκη στην Ο­δησ­σό, το Μιν­σκ, τη Στουτ­γάρ­δη και τη Φραν­κφούρ­τη. Έ­κα­νε δω­ρε­ές στο ορ­φα­νο­τροφεί­ο της Νί­καιας της Γαλ­λί­ας και στους πλημ­μυ­ρο­πα­θείς της Φλω­ρε­ντί­ας. «Να έ­χεις για να μπο­ρείς να βο­η­θή­σεις» ήταν το σύν­θη­μά του.

Τα ό­νει­ρα γί­νο­νται πραγ­ματι­κό­τη­τα

Το 1895, ο Σουλ­τά­νος Α­βδούλ Χα­μί­ντ ορ­γά­νω­σε σφαγές ε­να­ντί­ον των Αρ­με­νί­ων, σκο­τώ­νο­ντας ε­κα­το­ντά­δες χι­λιά­δες αθώ­ους. Τό­τε, πολ­λά πο­λι­τι­σμι­κά μνη­μεί­α κα­τα­στρά­φη­καν. Η καρ­διά του Α­ϊ­βα­ζόβ­σκι ή­ταν «τρι­κυ­μιώ­δης». «Η δί­χως προ­η­γού­με­νο σφα­γή των ά­μοι­ρων Αρ­με­νί­ων συν­νέ­φια­σε την καρ­διά μου με βα­θειά λύ­πη», έ­γρα­ψε σ’ έ­να γράμ­μα του προς τον Γκα­τογι­γκός Χρι­μιάν στο Ε­τσμια­τζίν. Έ­να πρω­ινό, ε­ξορ­γι­σμέ­νος α­πό τη βά­ναυ­ση α­ντι­με­τώ­πι­ση του λα­ού του α­πό τον Α­βδούλ Χα­μί­ντ, συ­γκέ­ντρω­σε ό­λα τα με­τάλ­λια και τα βρα­βεί­α που εί­χε λά­βει α­πό την τουρ­κι­κή κυ­βέρ­νη­ση και τα πή­ρε μα­ζί του στην πα­ρα­λί­α. Στη θέ­α του διά­ση­μου ζω­γρά­φου, ο κό­σμος μα­ζεύ­τη­κε στην προ­κυ­μαί­α. Πλέο­ντας μα­κριά α­πό την α­κτή, ο Α­ϊ­βα­ζόβ­σκι τα πέ­τα­ξε ό­λα στη θά­λασ­σα. Με­τά α­πό αυ­τό, ε­πέ­στρε­ψε και α­πο­μο­νώ­θη­κε στο α­τε­λιέ του. Ο πί­να­κάς του «Η σφα­γή των Αρ­με­νί­ων στην Τρα­πε­ζού­ντα» κρε­μόταν ή­δη στον τοί­χο το ε­πό­με­νο πρω­ί…

Κά­πο­τε, ο νε­α­ρός Μαρ­ντι­ρός Σαριάν συ­νά­ντη­σε τον γκρι­ζο­μάλ­λη Α­ϊ­βα­ζόβ­σκι στο Νέ­ο Να­χι­τσε­βάν4. Αρ­γό­τε­ρα, ο Σα­ριάν έ­γρα­ψε στα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά του για τη συ­νά­ντη­σή του με τον Α­ϊ­βα­ζόβ­σκι:

«Η τέ­χνη του εί­ναι η τέ­χνη της νί­κης των λα­ών και της αν­θρω­πό­τη­τας. Ο Α­ϊ­βα­ζόβ­σκι είναι έ­νας καλ­λι­τέ­χνης δι­ψα­σμέ­νος για ε­λευ­θε­ρί­α, που πο­τέ δεν έ­πα­ψε να τη δο­ξά­ζει. Σε ό­λες τις τρι­κυ­μί­ες του Α­ϊ­βα­ζόβ­σκι η θά­λασ­σα α­να­πα­ρι­στά τη Μη­τέ­ρα Φύ­ση. Και, πα­ρα­δό­ξως, η τρι­κυ­μί­α του Α­ϊ­βα­ζόβ­σκι προ­καλεί μια α­συ­νή­θι­στη α­γά­πη προς τη φύ­ση».

Το σπί­τι του με­γά­λου Δα­σκά­λου στη Θε­ο­δο­σί­α ή­ταν α­λη­θι­νός τό­πος προ­σκυ­νή­μα­τος. Με­γά­λες μορ­φές του πο­λι­τι­σμού μα­ζεύ­ο­νταν ε­κεί. Οι Ρώ­σοι μου­σι­κοί Σέ­ρωφ και Ρού­μπιν­στα­ϊν, οι η­θο­ποιοί Βαρ­λά­μωφ και Σα­ζό­νωφ, ο πο­λω­νός βιο­λι­στής Βιε­νιάβ­σκι, ο πε­ρί­φη­μος σαιξ­πηρι­κός η­θο­ποιός Μπε­ντρός Α­τα­μιάν, ο βιο­λι­στής και κα­θη­γη­τής στο Ω­δεί­ο της Α­γί­ας Πε­τρού­πο­λης Χο­βαν­νές Ναλ­μπα­ντιάν, ο συνθέ­της Α­λε­ξά­ντερ Σπε­ντια­ριάν, με τον ο­ποί­ο ο Α­ϊ­βα­ζόβ­σκι έ­παι­ζε με­ρι­κές φο­ρές βιο­λί. Όλοι αυ­τοί οι ε­πι­φα­νείς άν­θρω­ποι έ­δι­ναν πα­ρα­στά­σεις στη Με­γά­λη Σά­λα της Αί­θου­σας Τέ­χνης της Θε­ο­δο­σί­ας. Ί­σως ο γο­η­τευ­τι­κός ή­χος του βιο­λιού να θύ­μι­ζε στο ζω­γρά­φο τη μα­κρι­νή του παι­δι­κή η­λι­κί­α.

Μί­α α­πό τις παι­δι­κές του μνή­μες ή­ταν συν­δε­δε­μέ­νη με τον Χα­ϊ­ντάρ, έ­ναν πε­ρι­πλα­νώ­με­νο μου­σι­κό και πα­ρα­μυ­θά, ο ο­ποί­ος ή­ταν συ­χνά προσκε­κλη­μέ­νος στις δε­ξιώ­σεις του Γκα­ϊ­βα­ζόβ­σκι. Ό­ταν ο Χα­ϊ­ντάρ δια­σκέ­δα­ζε τους κα­λε­σμέ­νους, ο Χο­βαν­νές δεν α­πο­μα­κρυ­νό­ταν α­πό τη θή­κη του βιο­λιού του. Μια μέ­ρα ο Χα­ϊ­ντάρ έ­δει­ξε στο α­γό­ρι πώς να κρα­τά­ει το βιο­λί. Με­ρι­κές μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα, ο Χο­βαν­νές έ­παι­ζε ή­δη το όρ­γα­νο εξ α­κο­ής και ή­ταν ιδιαί­τε­ρα κα­λός στις αρ­με­νι­κές με­λω­δί­ες.

Το 1848, ο Α­ϊ­βα­ζόβ­σκι πα­ντρεύ­τη­κε την Αγ­γλί­δα Τζού­λια Γκρέ­ιβ­ς. Α­πέ­κτη­σαν τέσσερις κό­ρες: Την Α­λε­ξάν­δρα, την Ε­λέν, τη Μα­ρί­α και τη Ζάν­να. Με­τά α­πό 12 χρό­νια γά­μου, η Τζού­λια ε­γκα­τέ­λει­ψε τον ά­ντρα της και πή­ρε μα­ζί της τις κό­ρες τους. Δύ­ο α­πό αυ­τές πα­ντρεύ­τη­καν αρ­γό­τε­ρα τους μα­θη­τές του, Μι­χα­ήλ Λά­τρυ και Α­λε­ξέ­ι Γκάν­ζεν. Το 1881, ο ζω­γρά­φος ξα­να­πα­ντρεύ­τη­κε την Άν­να Μπουρ­να­ζιάν, που ή­ταν 40 χρό­νια νε­ό­τερή του. Ο ί­διος, ή­δη στα 65, ή­ταν φλο­γερά ε­ρω­τευ­μέ­νος με τη γυ­ναί­κα του.

Σε έ­να α­πό τα γράμ­μα­τά του, ο­μο­λό­γη­σε: «Η ευαι­σθη­σί­α και η θαλ­πω­ρή της εί­ναι α­πε­ριό­ρι­στες. Το σπί­τι μου έ­χει ξα­να­ζω­ντα­νέ­ψει. Με­τά το γά­μο μου με αυ­τή τη γο­η­τευ­τι­κή γυ­ναί­κα, ήρθα α­κό­μα πιο κο­ντά στην Αρ­με­νί­α».

Το με­γά­λο ό­νει­ρο του Α­ϊ­βα­ζόβ­σκι ή­ταν να δη­μιουρ­γή­σει μί­α έ­νω­ση αρμε­νί­ων καλ­λι­τε­χνών, να ε­νώ­σει δη­λα­δή ό­λους τους αρμε­νί­ους δια­νο­ούμε­νους του κό­σμου. Έ­τρε­φε ό­μως και έ­να άλ­λο ό­νειρο, να ε­πι­σκε­φτεί την Αρ­με­νί­α. Σε έ­να γράμ­μα του προς τον Γκα­το­γι­γκός της Τι­φλί­δας, ο Α­ϊβα­ζόβ­σκι ο­μο­λο­γού­σε:

«Υ­πο­τί­θε­ται ό­τι θα ε­πι­σκε­πτό­μουν την α­ξιό­λο­γη πα­τρί­δα μου ε­δώ και πο­λύ και­ρό, να θαυ­μά­σω τα το­πί­α της, να κερ­δί­σω την α­γά­πη και τις ευ­λο­γί­ες της Α­γιο­σύ­νης σας. Ω­στό­σο, ο βα­ρύς χει­μώ­νας με κρα­τά­ει στην Τι­φλί­δα. Ό­μως, με την έ­λευση της Ά­νοι­ξης τον Α­πρί­λη και με τις ευ­λο­γί­ες σας, θα εκ­πλη­ρώ­σω με­τά βε­βαιό­τη­τας ό,τι υποσχέ­θη­κα στον ε­αυ­τό μου και­ρό πριν».

Δυ­στυ­χώς, ο ζω­γρά­φος δεν κα­τά­φε­ρε να ε­πι­σκε­φτεί τη γη των προ­γό­νων του. Σύμ­φω­να με την ε­πι­θυ­μί­α του, ε­ντα­φιά­στη­κε στην εκ­κλη­σί­α του Α­γί­ου Σαρ­κίς, ό­που εί­χε βα­πτι­στεί και α­νταλ­λά­ξει τους όρ­κους του γά­μου του. Μια αρ­χαί­α αρ­με­νι­κή ε­πι­γρα­φή εί­ναι χα­ραγ­μέ­νη στην τα­φό­πλα­κα του με­γάλου καλ­λι­τέ­χνη, μί­α φρά­ση α­πό την Ι­στο­ρί­α της Αρ­με­νί­ας του Χο­ρε­να­τσί (5ος αιώ­νας): «Γεν­νη­μέ­νος θνη­τός, ά­φησε α­θά­να­τες α­να­μνή­σεις».

Το 2003, το μπρού­ντζι­νο ά­γαλ­μα του Χο­βαν­νές (Ι­βάν) Α­ϊ­βα­ζόβ­σκι στή­θη­κε στο κέ­ντρο του Ερε­βάν. Παι­δί της Αρ­με­νί­ας, κέρ­δι­σε πα­γκό­σμια φή­μη και έ­γι­νε έ­να λα­τρε­μέ­νο σύμ­βο­λο του λα­ού του.

Τι υ­πάρ­χει σε έ­να ό­νο­μα;

Τα ε­πί­θε­τα πολ­λών Αρ­με­νί­ων που ζού­σαν στην Ο­θω­μα­νι­κή Αυ­το­κρα­το­ρί­α προ­ήλ­θαν α­πό τα προ­σω­πι­κά χα­ρακτη­ρι­στι­κά ή το ε­πάγ­γελ­μά τους. Ε­δώ πα­ρα­τί­θε­νται με­ρι­κά πο­λύ κοι­νά ε­πί­θε­τα στην Αρ­με­νί­α και τη Δια­σπο­ρά. Ντε­μιρτζιάν (ντε­μιρ­τζί - σι­δη­ρουρ­γός), Το­πα­λιάν (το­πάλ - κου­τσός), Μπερ­μπε­ριάν (μπερ­μπέρ - κου­ρέ­ας), Πα­πα­ζιάν (πα­πάζ - ιε­ρέ­ας), Γιουζ­μπα­σιάν (γιουζ­μπά­σι - υ­πο­λο­χα­γός), Μα­λα­γιάν (μαλ - ε­μπό­ρευμα), Α­ϊ­βα­ζιάν (Α­ϊ­βάζ - φρο­ντι­στής, συ­ντο­νι­στής). Τον πα­λιό καιρό, τα ε­πί­θε­τα που άρ­χι­ζαν α­πό «Α­ϊ» έ­παιρ­ναν μπρο­στά το γράμ­μα «h» (πνεύ­μα). Έ­τσι, προ­φέ­ρο­νταν «Χά­ι», που στα αρ­με­νι­κά ση­μαί­νει: Αρ­μέ­νιος. Ε­πει­δή στα ρώ­σικα, δεν υ­πάρ­χει το γράμ­μα «h», ο παπ­πούς του Α­ϊβα­ζόβ­σκι πρό­σθε­σε το γράμ­μα «γκ» στο ε­πί­θε­τό του: Γκα­ϊ­βα­ζόβ­σκι.

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 55 επισκέπτες συνδεδεμένους