Χαγκόπ Αϊβαζ(ιάν) Εκτύπωση E-mail

Ο θεατράνθρωπος της Κωνσταντινούπολης

aivaz

Ήρα Τζούρου
Μάιος- Ιούλιος 2018, τεύχος 97

Ο Χαγκόπ Αϊβαζ(ιάν) γεννήθηκε το 1911 στο πρώτο βυζαντινό λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, στο Γενί-Καπί, και συγκεκριμένα στη συνοικία Βλάγκα (Λάγκα). Μόλις 8 χρονών έμεινε ορφανός από πατέρα και μεγάλωσε με τη μητέρα του, η οποία ήταν ράφτρα.
Αποφοίτησε από την σχολή «Λεβόν Βαρτουχιάν» του Αγίου Ρωμανού (Τόπκαπι) και στη συνέχεια από την σχολή «Εσαγιάν». Το επίθετό του έχασε την κατάληξη -ιάν με τον νόμο του Κεμάλ Ατατούρκ το έτος 1934. Ωστόσο, δεν δέχτηκε ποτέ να τον αποκαλούν Αγκόπ• επέμενε πάντα στο όνομα Χαγκόπ και διόρθωνε όσους τον φώναζαν Αγκόπ, τιμώντας έτσι το όνομα του παππού του.
Με την ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσής του, ξεκίνησε τη βιοπάλη δίπλα στον πατριό του στη μικρή βιοτεχνία παπουτσιών στο Μπεγιαζίτ. Στη στοά Τσαταλτσί Χαν γνώρισε τον Κρικόρ Χαγκοπιάν, ο οποίος έγινε η αφορμή για να ενταχτεί στο θέατρο «Αρεβελιάν Ταντεραχούμπ» (το θέατρο της Ανατολής). Πρωτοεμφανίστηκε ως κομπάρσος στην οπερέτα «Η κόρη του Μυλωνά» το 1929. Μέχρι το 1935, ο μπαρόν Αϊβάζ εμφανίστηκε στις σκηνές πολλών θεατρικών ομάδων της Κωνσταντινούπολης, στις λεγόμενες τότε «κομπανίες».
Μέχρι σήμερα, παλαιές και νέες γενιές τον προσφωνούν «Ζωντανή εγκυκλοπαίδεια των τεχνών».
Έζησε μέχρι τα 95 του, μάρτυρας δυο παγκοσμίων πολέμων και τριών πραξικοπημάτων, μάρτυρας της ίδρυσης της τουρκικής δημοκρατίας, της επιβολής του φόρου περιουσίας στους χριστιανούς (Βαρλίκ Βεργκισί) του 1942 και των Σεπτεμβριανών, με το οργανωμένο πογκρόμ της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου του 1955.
Κατά τη διάρκεια των ιστορικών αλλαγών της Τουρκίας, υπηρέτησε την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία στο Αφιόν Καραχισάρ (Νικόπολις) για τέσσερα χρόνια.
Συνομιλώντας με την κόρη του, την κυρία Σουζάνα Αϊβάζ Καβτσιάν, κάτοικος πλέον της διασποράς, μαθαίνω όσα δεν μπορούσαν να ξεστομίσουν στο καταπιεστικό περιβάλλον τρόμου της Τουρκίας:
«Ο πατέρας μου ήταν ένας ζωντανός θρύλος της θεατρικής ιστορίας. Το τραύμα των ιστοριών της Γενοκτονίας τον είχε κάνει δειλό. Μεγαλωμένος στη Λάγκα, εκεί όπου σχεδόν χτύπαγε η καρδιά των θεατρικών ομάδων, μέσα στους μαχαλάδες των φτωχών προσφύγων της αρμενικής παροικίας, άκουγε καθημερινά τις ιστορίες των συμπατριωτών του. Οι περισσότεροι φίλοι του ήταν ορφανά από τις επαρχίες της Τουρκίας. Ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτικός και πολύ προστατευτικός με την οικογένειά του».
Ο Χαγκόπ Αϊβάζ, από τα τέσσερά του χρόνια, μεγάλωσε με τις ιστορίες των γενοκτονημένων δολοφονημένων συνομηλίκων του. Κουβάλησε αυτό το τραύμα σε όλη την ζωή του. Ένα παιδί ηλικίας τεσσάρων ετών δεν θα μπορούσε ποτέ να μιλήσει ελεύθερα τη μητρική του γλώσσα σε ένα περιβάλλον που απαγόρευε τις θεατρικές παραστάσεις στα αρμενικά. Σε ηλικία μόλις 31 ετών, με μισθό 75 λίρες, του επιβλήθηκε φόρος περιουσίας 500 λίρες. Τελευταία στιγμή τον έσωσαν από τον σιδηροδρομικό σταθμό φίλοι και γνωστοί που είχαν καταφέρει να μαζέψουν το ποσό εξαγοράς της εξορίας. Έτσι, ο μπαρόν Αϊβάζ γλύτωσε από την εξορία του Ασκαλέ-Ερζερούμ. Η τεράστια συμβολή του στην ιστορία του θεάτρου ξεκίνησε το έτος 1935, οπότε και αρθρογραφούσε στη θεατρική στήλη της κωνσταντινουπολίτικης αρμενικής εφημερίδας «Ζαμανάκ». Στα πρώτα χρόνια της τουρκικής δημοκρατίας, η απαγόρευση των αρμενικών θεατρικών έργων στη μητρική γλώσσα υποχρέωνε τις παραστάσεις να ανέβουν στα τουρκικά. Με την άρση της απαγόρευσης αυτής, ο Χαγκόπ Αϊβαζ, το 1946, ίδρυσε το περιοδικό με θέματα θεάτρου «Κουλίς - Քուլիս» (Παρασκήνιο).
Μετά από χρόνια στέρησης της μητρικής του γλώσσας δημιούργησε το πρώτο περιοδικό πολιτισμού, με θεματολογία όχι μόνο από το θέατρο αλλά και τις ιστορικές αναδρομές στις τέχνες και τον πολιτισμό της αρμενικής ιστορίας. Μέχρι το 1996, ο Αϊβάζ υπηρέτησε αδιάκοπα, επί πενήντα χρόνια, την πολιτιστική ζωή μέσω του περιοδικού του.
Αμέτρητοι καλεσμένοι, με τις μοναδικές συνεντεύξεις τους στο περιοδικό, άφησαν ιστορικές αλήθειες. Μεταξύ αυτών και όλοι εκείνοι που με δυσκολία στάθηκαν στις θεατρικές και κινηματογραφικές σκηνές της Τουρκίας αλλάζοντας τα ονόματά τους, όπως η Ελίζ Σουρχαντακιάν, πασίγνωστη λαϊκή τραγουδίστρια της Τουρκίας, γνωστή ως Ζεχρά Μπιλίρ. Το 1997, ο Χαγκόπ Αϊβάζ βραβεύτηκε από την Ένωση Λογοτεχνών της Τουρκίας. Ίσως ήταν το λιγότερο που θα μπορούσε να προσφέρει η Τουρκία σε έναν άνθρωπο που κατέγραφε μέσα από τα άρθρα του όχι μόνο τις αρμενικές πολιτιστικές εκδηλώσεις αλλά και την τουρκική θεατρική ιστορία.
Το περιοδικό κυκλοφόρησε για δεκαετίες και εκτός Τουρκίας, σε όλη τη διασπορά, όπου συνδρομητές από Αίγυπτο, Συρία, Γαλλία και Αμερική λάμβαναν ταχυδρομικώς τα νέα της Πόλης και της αρμενικής πολιτιστικής ιστορίας.
Δύο χρόνια πριν τον θάνατό του το 2004, του απονεμήθηκε τιμητικό βραβείο από την ομάδα σύνταξης του περιοδικού «Θέατρο», ενώ την επόμενη χρονιά, τον Οκτώβριο, έλαβε από την Ένωση Κριτικών Θεάτρου πλακέτα ευχαριστιών για την προσφορά του.
Σήμερα, τα τεύχη του περιοδικού αποτελούν τη μοναδική πηγή της πορείας της τουρκικής θεατρολογίας και ιστορίας. Το αρχείο του περιοδικού βρίσκεται στη βιβλιοθήκη της εφημερίδας Αγκός, όπως ήταν η επιθυμία του μπαρόν Χαγκόπ Αϊβάζ.
Ο Αϊβάζ, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, σε συνεργασία με την εφημερίδα Αγκός, έγραψε άρθρα σε μόνιμες στήλες κάτω από τους τίτλους «Όσα θυμάμαι», «Οι φίλοι μου από τη σκηνή» και τη «Λουτζικά Ντουντού». Τα κείμενά του της «Λουτζικάς Ντουντού», που αγαπήθηκε από τους αναγνώστες εκδόθηκαν και σε βιβλίο από τον εκδοτικό οίκο Αράς.

Ποια ήταν και τι συμβόλιζε η ντιγκίν Λουτζικά

Η Λουτζικά ήταν μια Κωνσταντινουπολίτισσα μπαράβ (χήρα-γριά) κυρία, ηλικίας 70-80 χρονών, Ντουντού (ντουντού = γκνικ, γυναίκα), ενήμερη και πανέτοιμη να αποκαλύψει τα οικογενειακά και κοινωνικά μυστικά της μικρής αρμενικής κοινωνίας της Πόλης. Δηλαδή, μια κουτσομπόλα που δεν διστάζει να αποκαλύψει με χιούμορ την καθημερινότητα της Πόλης. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί η Λουτζικά είναι η λαϊκή διάλεκτος ραμγκορέν ή χαϊεβάρ, όπως τη συναντάμε στα έργα του Χαγκόπ Μπαρονιάν, του Γερβάντ Οντιάν και του γελοιογράφου Σαρουκχάν.
Τα καθημερινά κουτσομπολιά της κυρίας Λουτζικά τις Κυριακές στην αυλή της εκκλησίας, τα καλοκαιρινά νέα από το νησί της Πρώτης, όλα, με τρόπο συναρπαστικό και αστείο, ταξιδεύουν τον αναγνώστη στον περασμένο αιώνα της Κωνσταντινούπολης. Όσοι δεν είχαν καταφέρει να πάνε στην παράσταση του Μινακιάν εφέντη για να δουν την Ελίζα Μπινεμετζιάν στη σκηνή, όσοι δεν είχαν την τύχη να ακούσουν τη φωνή της Περούζ Χανούμ, το βιολί του Κεμανί Τατιός εφέντη, του Λαβτατσί Οννίκ, αυτό που κάνει την Κωνσταντινούπολη «Πύλη της Ευδαιμονίας» (Ντερ-Σααντέτ), είχαν την ευκαιρία να τα «βιώσουν» όλα αυτά μέσα από τα κείμενα του μπαρόν Αϊβάζ, ακριβώς όπως περνούσαν από το στόμα της «Λουτζικά». Υπήρχε, άραγε, στην πραγματικότητα η Λουτζικά Ντουντού; Ή ήταν ο ρόλος που υποδυόταν ο μπαρόν Χαγκόπ για το θέατρο που τόσο αγάπησε, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να γίνει γνωστός ηθοποιός, παρά ένας θρύλος στην ιστορία των τεχνών και των γραμμάτων της πολιτισμικής ιστορίας;
Ο Χαγκόπ Αϊβαζιάν πέθανε στις 29 Σεπτεμβρίου 2006. Μετά την τελετή στην ενοριακή εκκλησία Σουρπ Βαρτανάτς του Φερίκοϊ, θάφτηκε στο αρμενικό νεκροταφείο του Σισλί, όπου ο τάφος του έχει μορφή θεατρικής σκηνής.

Ευχαριστώ την κυρία Σουζάνα Αϊβάζ Καβτσιάν για τις μέχρι σήμερα άγνωστες πληροφορίες που μου έδωσε για τον πατέρα της.

 

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 23 επισκέπτες συνδεδεμένους