Η γέννηση μιας μαριονέτας Εκτύπωση E-mail

Πηγή:Armenian reporter
Έλεν Κρικοριάν
Μετάφραση: Γκαρμπίς Σιμπατιάν
Τεύχος: Μάρτιος-Απρίλιος 2010


Μία μακρά και τιμημένη ιστορία του Δημοτικού Κουκλοθέατρου του Eρεβάν

 


 

Έχεις αγαπήσει μια μαριονέτα για πάντα από την πρώτη στιγμή που τη δημιουργείς”, αναφέρει η Καρίν Μπαμπαγιάν, δημιουργός μαριονετών στο Δημοτικό Κουκλοθέατρο Οβανές Τουμανιάν του Eρεβάν. “Είναι σαν παιδιά σου, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις κάποιο από αυτά, τα αγαπάς όλα εξίσου. Μπορεί κάποια μαριονέτα να βγει καλύτερη από κάποια άλλη, όλες όμως τελικά τις αντιμετωπίζεις με τον ίδιο τρόπο”. Η Μπαμπαγιάν εργάζεται ως δημιουργός μαριονετών στο Θέατρο επί 19 χρόνια. Απεφοίτησε από το πανεπιστήμιο με πτυχίο στις τέχνες και αυτή ήταν η πρώτη της δουλειά.

Το Θέατρο αυτό καθεαυτό είναι 74 ετών. Εκτός της κεντρικής αίθουσας του κτιρίου, όπου βρίσκεται ένα μουσείο μαριονετών από το οποίο θα μπορούσες να προέρχεσαι αν ήσουν μαριονέτα και να αποτελείς τώρα έκθεμα σε μία γυάλινη προθήκη, υπάρχουν πολλοί αποθηκευτικοί χώροι που κατακλύζονται από μαριονέτες. Μερικές από αυτές χρονολογούνται γύρω στη δεκαετία του ’30. Η Μπαμπαγιάν μπορεί να σου διηγηθεί την ιστορία κάθε μαριονέτας. Πολλές από τις μαριονέτες αυτές τις έχει δουλέψει η ίδια είτε ως σχεδιάστρια είτε ως γλύπτρια ενώ σίγουρα θα έχει βάλει το χεράκι της στην αποκατάσταση των παλαιότερων. Κάτι τέτοιο ισχύει για τις μαριονέτες της γιαγιάς και του παππού από το έργο “Ο Ψαράς και το Χρυσόψαρο”, του Αλεξάντερ Πούσκιν. Το έργο αυτό ανέβηκε για πρώτη φορά στις αρχές της δεκαετίας του ’40 και οι κούκλες χρησιμοποιήθηκαν πολλές φορές και κατά τις μετέπειτα παραστάσεις. Έχουν διατηρηθεί τα πρωταρχικά πρόσωπα από σπόγγο και έχουν απλά προστεθεί σε αυτά καινούργια μάτια και μαλλιά, ενώ ράφτηκαν και νέα κοστούμια.
Το Κουκλοθέατρο Τουμανιάν ιδρύθηκε το 1935. Ένας από τους ιδρυτές του ήταν η Χασμίκ Κιοζαλιάν, η οποία σπούδασε θεατρολογία στη Μόσχα με σκοπό να γυρίσει και να ανοίξει ένα κουκλοθέατρο στην Αρμενία. Τελικά άνοιξε το πρώτο θέατρο στο Γκιουμρί και τρεις μήνες αργότερα ένα δεύτερο στο Eρεβάν. Το πρώτο έργο που παρουσιάστηκε ήταν “Η Γάτα και ο Σκύλος” του Χοβανές Τουμανιάν. Ο Βαρτάν Ατζεμιάν, ο οποίος επρόκειτο να γίνει ο γενικός διευθυντής του Θεάτρου Σουντουκιάν, ξεκίνησε την καριέρα του εδώ, σκηνοθετώντας παραστάσεις με μαριονέτες και προσαρμόζοντας έργα για το κουκλοθέατρο.

Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο το Θέατρο έκλεισε λόγω οικονομικής δυσχέρειας. Όταν άνοιξε πάλι το 1957, επιστρατεύτηκε ο Γερβάντ Μαναριάν για να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά. Ο Μαναριάν εργάστηκε ως διευθυντής του Θεάτρου κατά διαστήματα για 20 χρόνια προτού ξεκινήσει το δικό του κουκλοθέατρο στο Eρεβάν. Σε αυτόν πιστώνεται η αναβάθμιση της τέχνης του κουκλοθέατρου σε τέχνη υψηλού επιπέδου. Ο Μαναριάν πιστεύει πως οι μαριονέτες μπορούν να έχουν ένα θετικό αντίκτυπο στην κοινωνικό σύνολο καλυτερεύοντας τις ζωές των παιδιών. Αναφέρει σχετικά με την επίδραση των μαριονετών και των κουκλοθεάτρων στα παιδιά ότι: “Είναι απίστευτο θέαμα να βλέπεις ένα παιδί να παίζει και να συνομιλεί με μία μαριονέτα. Το παιδί κάνει ερωτήσεις σε αυτήν σαν να μπορεί η μαριονέτα να τις ακούσει και αρχίζει να απαντά τις ερωτήσεις αυτές. Ο διάλογος με την μαριονέτα μετατρέπεται στο μυαλό ενός παιδιού σε μία συνομιλία με τη ζωή, πολλές ερωτήσεις βρίσκουν απάντηση με αυτόν τον τρόπο. Το παιδί που έχει μεγαλώσει με μαριονέτες έχει ανεπτυγμένη φαντασία, αποκτά αυτοπεποίθηση και μαθαίνει ότι βρίσκονται με το μέρος του πολλά άλλα παιδιά που σκέπτονται με τον ίδιο τρόπο”.

 Οι απόψεις για την προέλευση της τέχνης του κουκλοθέατρου είναι πολλές και αναφέρονται χρονολογίες που φτάνουν έως και το 2000 π.Χ.. Τα χρόνια εκείνα χρησιμοποιούνταν διάφορες φυλετικές μάσκες με κρεμαστά σαγόνια και αρθρωτά κρανία που χρησιμοποιούνταν σε ιεροτελεστίες και σε θρησκευτικές τελετές. Υπάρχουν στοιχεία που μαρτυρούν τη χρήση μαριονετών σε σανσκριτικά έργα και σε αιγυπτιακά ιερογλυφικά τα οποία φέρονται να απεικονίζουν “κινούμενα αγάλματα” που χρησιμοποιούνταν σε θρησκευτικά δράματα. Οι μαριονέτες έχουν μακρά ιστορία χρήσης στη θρησκεία και χρησιμοποιούνταν ακόμα κι από τη Χριστιανική Εκκλησία για ηθικολογικά έργα μέχρι και το 17ο αιώνα. Τα δημοτικά παραμύθια που χρησιμοποιούνται ως κεντρική σεναριακή ιδέα στις περισσότερες παραστάσεις κουκλοθέατρου έχουν παρόμοια μυθική υπόσταση. Είναι διαχρονικά και ταξιδεύουν τη φαντασία των παιδιών σε ένα “βασίλειο” μακριά από την καθημερινότητά τους. Κάθε μαριονέτα έχει φτιαχτεί με τόση φροντίδα και φαντασία από τους κατασκευαστές της που κοιτώντας τις έχεις την εντύπωση πως βλέπεις έναν αρχαίο κόσμο που έχει πάρα πολλά να προσφέρει τελικά στο δικό μας κόσμο.

Το Δημοτικό Κουκλοθέατρο παρουσιάζει λαϊκούς μύθους από όλον τον κόσμο, αλλά και πολλά έργα του Οβανές Τουμανιάν, του ανθρώπου που αποτελεί συνώνυμο του θεάτρου. Από την αρχή, το Θέατρο παρουσίαζε τα έργα του σε διεθνή φεστιβάλ προβάλλοντας έτσι τη δουλειά αυτού του σπουδαίου Αρμένιου δημιουργού και αποσπώντας παράλληλα πολλά βραβεία. Ξεκίνησε δε με τη δική του εκδοχή του έργου “Ο Αφέντης και ο Εργάτης” στο “Πρώτο Πανεθνικό Φεστιβάλ Θεάτρου Παιδιών της Μόσχας” το 1937. Από το 1975 το κουκλοθέατρο παρουσιάζει επίσης ορισμένα έργα για ενήλικες, όπως “Η Κωμωδία των Σφαλμάτων” του Σαίξπηρ ή “Το Παλτό” του Γκόγκολ που μπορεί κανείς να παρακολουθήσει ακόμη και σήμερα.

Το κουκλοθέατρο χρησιμοποιεί πολλών ειδών μαριονέτες: μαριονέτες από σιδηρόβεργες, ολόσωμες μαριονέτες, μαριονέτες δακτύλων, ανδρείκελα και μαριονέτες χειρός. Πέραν της μεγάλης κεντρικής σκηνής του, χωρητικότητας 360 ατόμων, το θέατρο διαθέτει μία μικρότερη σκηνή 60 θέσεων όπου λαμβάνουν χώρα παραστάσεις με μαριονέτες δακτύλων από νέους ηθοποιούς χωρίς την καθοδήγηση κάποιου σκηνοθέτη έχοντας έτσι την ευκαιρία να πειραματιστούν και να αυτοσχεδιάσουν. “Οι νεότεροι ηθοποιοί είναι θαυμάσιοι διότι το παίξιμό τους είναι αυθόρμητο”, λέει η Μπαμπαγιάν. “Παρά το γεγονός πως κάθε θέατρο έχει τους καλλιτεχνικούς διευθυντές και τα διευ-θυντικά στελέχη του, το ανέβασμα κάθε παράστασης αποτελεί μία ομαδική δουλειά. Ο καθένας είναι με τη σειρά του βασικός καλλιτέχνης και όταν δεν έχω αυτόν τον ρόλο ή δεν είμαι σχεδιάστρια τότε θα πρέπει να δείξω τη δουλειά μου στο σχεδιαστή και αυτός θα πρέπει να συμφωνήσει μαζί μου”. Η Μπαμπαγιάν αναφέρει πως όταν άρχισε να δουλεύει στο θέατρο ήταν φοβισμένη, ωστόσο έγινε αμέσως αποδεκτή από τους συναδέλφους της και από τότε θεωρεί τον εαυτό της αναπόσπαστο κομμάτι του θεάτρου.
Η Μπαμπαγιάν δουλεύει με τους σκηνοθέτες  των έργων για να εντάξει όλη την τέχνη της στο σχεδιασμό που χρειάζεται για να πραγματοποιηθούν οι παραστάσεις με επιτυχία. Ο σκηνοθέτης αποφασίζει ποιες μαριονέτες απαιτούνται για την παράσταση και ζωγραφίζει εικόνες για να χρησιμοποιηθούν ως μοντέλα για κάθε μαριονέτα. Η Μπαμπαγιάν ήταν η καλλιτεχνική διευθύντρια στη νέα παραγωγή του θεάτρου “Ο Χρυσός Νεοσσός”, μία ιστορία του Βλαντιμίρ Αρλόβ, στην οποία ένας λύκος και μία αλεπού σχεδιάζουν να κλωσσήσουν ένα αυγό, επιδιώκοντας να ξεκινήσουν ένα δικό τους ορνιθοτροφείο για προσωπικό τους όφελος. Αφού ο λύκος κάθεται πάνω στο αυγό για κάποια ώρα, εκκολάπτεται ένας κόκορας και μόλις ανοίγει τα μάτια του αποκαλεί το λύκο “πατέρα”. Ακούγοντάς το αυτό, ο λύκος και η αλεπού αντιλαμβάνονται πως δεν τους πάει η καρδιά να φάνε το νέο τους σύντροφο και από τη στιγμή που οι κόκορες δεν κάνουν αυγά ούτως ή άλλως παραιτούνται από το όλο σχέ-διο. Η αλεπού, ο λύκος και ο νεοσσός μοιάζουν με μέλη μιας οικογένειας από την αρχή του σχεδιασμού τους. Οι μαριονέτες έχουν ξύλινες βάσεις πάνω στις οποίες η Μπαμπαγιάν ύφανε τα διακριτικά τους χαρακτηριστικά με φαρδιά κομμάτια νήματος, ωστόσο μοιράζονται ένα ελαφρύ χρωματικό σχέδιο και ελικοειδή μοτίβα κατά μήκος των σωμάτων τους.

Όταν η Μπαμπαγιάν δεν είναι ο βασικός καλλιτέχνης προετοιμάζει τα κεφάλια, τα χέρια και τα πόδια των μαριονετών. Τα πρόσωπα ξεκινούν με πήλινες γλυπτικές που ρίχνονται στο γύψο από τον οποίο δημιουργείται ένα εκμαγείο από πεπιεσμένο χαρτί. Σε περίπτωση που φτιάχνει ένα ανδρείκελο, κατασκευάζει τα πρόσωπα από ξύλο. Έπειτα δημιουργούνται τα χέρια από γύψινα ή πήλινα ή σπογγώδη υλικά. “Τα πρόσωπα είναι το αγαπημένο μου κομμάτι”, λέει η Μπαμπαγιάν, “κάθε έκφραση κατά τη διάρκεια του έργου θα προκύψει από τα πρόσωπα των μαριονετών. “Ωστόσο”, προσθέτει ,“τα χέρια και τα πόδια είναι εξίσου εκφραστικά”.
Στη συνέχεια, η μαριονέτα συναρμολογείται από τα ετερογενή αυτά μέρη και αποστέλλεται στον τεχνίτη ο οποίος ολοκληρώνει την τεχνική πλευρά των μαριονετών προσαρτώντας στρόφιγγες στα κατάλληλα σημεία και προσθέτοντας στοιχεία όπως βλέφαρα που ανοιγοκλείνουν. Μετά, η μαριονέτα χρωματίζεται, δημιουργούνται τα κοστούμια της και είναι έτοιμη.

Από το 1998, επικεφαλής καλλιτεχνικός διευθυντής και σκηνοθέτης του θεάτρου υπήρξε ο Ρουμπέν Μπαμπαγιάν, σύζυγος της Μπαμπαγιάν. Πρόσφατα ανέβασαν μαζί το “Γενναίο Ναζάρ” του Τουμανιάν. Ο Μπαμπαγιάν, επίσης, διδάσκει στο θέατρο. Τα μαθήματα που αφορούν στην τέχνη των μαριονετών λαμβάνουν χώρα τρεις φορές την εβδομάδα, μία από τις οποίες αφιερώνεται στην κατασκευή μαριονετών, ενώ οι άλλες δύο στο παίξιμο. Και οι δύο γιοι των Μπαμπαγιάν παρακολουθούν τα μαθήματα ανελλιπώς!

 


Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 17 επισκέπτες συνδεδεμένους