Περί αρμενικής: Η γλώσσα-θεμέλιο και ο αδιάλειπτος ρόλος της στην ιστορία μέσω του Τύπου Εκτύπωση

alphabet

Αγκόπ Τζελαλιάν
Επιμέλεια: Άρντα Τζελαλιάν
Ιανουάριος- Μάιος 2020, τεύχος 103

Στο κείμενο αυτό παραθέτουμε πληροφορίες αλλά και προσωπικές απόψεις αναφορικά με την αρμενική γλώσσα, τα πολιτιστικά μας κειμήλια, τις αξίες, την εκκλησία και την έννοια της πατρίδας. Μιας Αρμενίας που -λόγω συνθηκών- δεν περιορίστηκε μόνο στο λίκνο της, αλλά επεκτάθηκε, μέσω των μνημείων και των δομών της καθημερινής ζωής, σε τουλάχιστον πέντε ακόμα γειτονικές χώρες, στην Τουρκία, στη Γεωργία, στο Αζερμπαϊτζάν, στην Περσία και στη Συρία. Αργότερα, αυτή η εικόνα της ευρύτερης Αρμενίας κληροδοτήθηκε και σε μας, τα τέκνα της, τους γόνους μιας ευρύτερης κοιτίδας.
Όπως απέδειξε το 1875 ο Γερμανός γλωσσολόγος Χένρικ Χιούμπσμαν (Heinrich Hübschmann)1, η γλώσσα μας, που ανήκει στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια, είναι ένας ξεχωριστός κλάδος και όχι παρακλάδι μιας άλλης γλώσσας, όπως θεωρείτο μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Η αρμενική στηρίζεται σε περίπου 11.000 αυτόχθονες λέξεις2, οι οποίες θεμελιώνουν τον σημερινό της πλούτο, ξεπερνώντας συνολικά τις 50.000 λέξεις.
Μέχρι την επινόηση της αρμενικής γραφής από τους Αγίους Σαχάκ και Μεσρόπ Μαστότς3 το 406 μ.Χ., η γλώσσα της εκκλησίας ήταν η ελληνική, ενώ για τη διοίκηση και το εμπόριο χρησιμοποιούταν η ασσυριακή γραφή. Ο Μεσρόπ Μαστότς επινόησε την αλφάβητό μας -αποτελούμενη από 36 γράμματα- ακολουθώντας την ένα προς ένα αντιστοιχία φθόγγου-γράμματος (κάθε γράμμα αντιπροσωπεύει έναν μονάχα φθόγγο και κάθε φθόγγος αντιπροσωπεύεται από ένα μονάχα γράμμα).
Γύρω στον 12ο αι., κατά τη διάρκεια των επαφών μας με τους Ευρωπαίους στην Αρμενοκιλικία (1080-1375), προστέθηκαν οι φθόγγοι «Օ» και «Ֆ» για μεγαλύτερη φωνητική ευελιξία σε σχέση με τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Πολλοί ξένοι γλωσσολόγοι θεωρούν ότι η αλφάβητός μας αποτελεί ένα επιστημονικό και αρχιτεκτονικό αριστούργημα που έχει διατηρηθεί μέσα στους αιώνες. Βασίζεται στη σειρά των πρώτων 22 ελληνικών γραμμάτων, με την εισαγωγή φθόγγων που περιέχονται στο ηχητικό σύστημα της αρμενικής4.

α ա η է - խ - ճ - չ τ տ
β բ - ը - ծ μ մ π պ - ր
γ գ θ թ κ կ - յ - ջ - ց
δ դ - ժ - հ ν ն ρ ռ υ ւ
ε ե ι ի - ձ ξ շ σ ս φ փ
ζ զ - լ λ ղ ο ո - վ χ5 ք օ ֆ

Η λεγόμενη «Ελληνότροπος Σχολή» (5ος αιώνας), με την προσθήκη δεκάδων προθέσεων όχι μόνο εμπλούτισε την αρμενική αλλά της έδωσε και αυτό που της έλειπε, την επιστημονική βάση.
Η αρμενική γλώσσα κατέστη άκρως ευέλικτη, προσόν που διατήρησε μέχρι σήμερα. Η «Ελληνότροπος Σχολή» αποτελεί το απόλυτο θεμέλιο για τη μετέπειτα εξέλιξη, αφού αποθησαυρίστηκαν γνώσεις και επιστήμες και σώθηκαν χαμένα έργα αρχαίων ιστορικών, στοχαστών και σοφών. Την εποχή εκείνη μεταφράστηκαν εκατοντάδες συγγράμματα παγκόσμιας γραμματείας (ιστορία, γεωγραφία, θεολογία, επιστήμες κλπ), κυρίως από τα ελληνικά, ασσυριακά, περσικά και αραβικά. Γράφτηκαν επίσης νέα έργα με την ίδια θεματολογία.

Από την κραπάρ στη δημοτική

Η γλώσσα κραπάρ (γλώσσα των γραφών), που τηρεί τη γενική ινδοευρωπαϊκή μορφολογία, διατηρήθηκε ως λόγια γλώσσα και δίχως σημαντικές αλλαγές μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Διατηρείται έως και σήμερα στο εκκλησιαστικό περιβάλλον, καθώς η λειτουργία μας τελείται στην κραπάρ (ευαγγέλια, ψαλμοί, προσευχές του Ναρέκ). Τη βρίσκουμε επίσης σε κύρια ονόματα, τοπωνύμια, ονομασίες εορτών και σε ορισμένες καθημερινές εκφράσεις.
Είναι αντικείμενο μάθησης Αρμενίων και ξένων γλωσσολόγων ερευνητών και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί νεκρή γλώσσα.
Η αρμενική γλώσσα επεκτεινόταν από την αρχαιότητα σε χώρες και αρμενόφωνες αποικίες ακόμα και μακριά από τα εδάφη της ιστορικής Αρμενίας, όπου και αναπτύχθηκαν πολυάριθμες διάλεκτοι και ιδιώματα. Έτσι, με κοινή καταγωγή το κραπάρ, γεννήθηκαν δύο κύριες αρμενικές γλώσσες, η ανατολική και η δυτική, που στα μέσα του 19ου αιώνα αντικατέστησαν την κλασική γλώσσα των γραφών, η οποία ήδη από τις αρχές του Μεσαίωνα είχε αρχίσει να μεταβάλλεται σε «μέση» (միջին) και αργότερα σε δημοτική6. Στα μέσα του 19ου αιώνα η δημιουργία δύο μεγάλων πολιτιστικών κέντρων, της Τιφλίδας (ανατολικά) και της Κωνσταντινούπολης (δυτικά), ήταν ίσως η τελική αφορμή για τα δύο αυτά γεγονότα, τη δημιουργία των δύο γλωσσών και τη διαδοχική μετάβαση από την κραπάρ στη δημοτική.
Η ανατολική διάλεκτος είναι η επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας της Αρμενίας και ομιλείται γενικότερα στον Καύκασο, την Περσία και στις αποικίες που δημιουργήθηκαν εξ αυτών (Ινδία, Άπω Ανατολή7 ). Η δυτική διάλεκτος ομιλείται στην Κωνσταντινούπολη και στις περιφέρειές της, στη Μέση Ανατολή (Συρία, Λίβανο), στην Ευρώπη, στην Αμερική και στην Αυστραλία.
Ως προς τη διάδοση και τη δημιουργία μιας καθαρά δημοτικής γλώσσας μεγάλη συμβολή είχε πάντα ο γραπτός λόγος των ποιητών και πεζογράφων της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι, σε σύντομο χρόνο, μετατοπίστηκαν από τη βαριοστολισμένη καθαρεύουσα στην ευέλικτη γλώσσα του λαού, ενώ στην επαρχία των αρμενικών βιλαετιών επικρατούσαν οι δεκάδες διάλεκτοι. Επιπλέον, είχε προηγηθεί το έργο των Μεχιταριστών της Βενετίας από τις αρχές του 18ου αιώνα, με πρωτεργάτη τον Μεχιτάρ εκ Σεβαστίας (1676-1749). Μέσα από το έργο τους εκκαθαρίστηκε η γλώσσα από τα τουρκικά στοιχεία και εκδόθηκαν λεξικά αρμενικής γλώσσας.
Στον Καύκασο η επιβολή της δημοτικής άργησε. Το 1848 ο Χατσατούρ Αποβιάν εκδίδει το μυθιστόρημα «Πληγές της Αρμενίας», έργο με πολλά ξενικά στοιχεία που όμως ανοίγει τον δρόμο προς την επικράτηση της ανατολικής γλώσσας ως δημοτικής.
Παρά τις επιφανειακές τους ομοιότητες, οι διαφορές των δύο γλωσσών είναι αρκετά σημαντικές, με αποτέλεσμα αυτές να γίνονται συχνά δυσνόητες μεταξύ Αρμενίων8. Η ανατολική γλώσσα δίνει πολλές λύσεις στην εύρυθμη ροή της γλώσσας καθώς και μεγαλύτερη ευελιξία στις προσμείξεις των λέξεων (σύνθετες λέξεις) και στη δημιουργία νεολογισμών9. Η δυτική γλώσσα έχει επηρεαστεί περισσότερο από τη συνύπαρξη και τις αλληλοεπιρροές των λαών, ξεκινώντας από την Αρμενοκιλικία, όπου χάθηκε και η «μεσροπική» προφορά, την Οθωμανική Αυτοκρατορία και μετέπειτα την Ευρώπη. Δεν παρεκκλίνει, όμως, από τη μορφολογική, συντακτική και ορθογραφική δομή που ορίζει η αρμενική.

Η «ορθογραφία Απεγιάν»

Θεωρώντας την επινόηση και τη σοφία του Μεσρόπ Μαστότς πνεύμονα και θησαυροφυλάκιο της ύπαρξης και της ιστορίας της γλώσσας μας, είναι αυτονόητο πως όταν μιλάμε για ορθογραφία (σωστή γραφή) στα αρμενικά εννοούμε αυτή τη «μεσροπική».
Δυστυχώς, με τη σοβιετοποίηση της Αρμενίας το 1920 επιβλήθηκε η «ορθογραφία Απεγιάν». Στο πολιτικό πλαίσιο αύξησης του αλφαβητισμού των λαών εφαρμόστηκε, μεταξύ άλλων, η ορθογραφική μεταρρύθμιση, αντιβαίνοντας σε όλους τους κανόνες γραμματικής και ετυμολογίας. Σε αυτό το σύστημα παραλείπονται φθόγγοι, αντικαθίστανται δίφθογγοι κ.ά. Η γραφή αυτή διδάσκεται σήμερα στην Αρμενία και χρησιμοποιείται στα επίσημα έγγραφα. Στην αρμενοανατολική γλώσσα προστέθηκαν επίσης πολλοί «ρωσισμοί» και ξένες έννοιες, επιφέροντας έτσι μια γενικότερη γλωσσολογική σύγχυση, αφού η γλώσσα έχει μεν κρατήσει τη «μεσροπική» προφορά, χωρίς όμως αυτή να αντιστοιχεί πάντα στη μεταλλαγμένη πλέον γραφή. Αυτό καθιστά και το μεγαλύτερο εμπόδιο στην κατανόηση μεταξύ των δυο τμημάτων του αρμενισμού. Η «ορθογραφία Απεγιάν» θα πρέπει να καταργηθεί, αλλιώς η γλώσσα δεν θα μπορεί πια να μελετάται ούτε σημασιολογικά μα ούτε γραμματικά, αφού θα χαθούν οι ρίζες που επιτρέπουν την ετυμολογική ανάλυση των λέξεων μέσω της ορθογραφίας. Όσο για την προφορά, αυτή σχετίζεται κυρίως με τον υψομετρικό παράγοντα της θέσης των πληθυσμών και η αλλοίωσή της δεν αποτελεί τόσο μεγάλο κίνδυνο για τη γλώσσα όσο η αλλοίωση της ορθογραφίας10.

Γλώσσα και Τύπος

Ο περιοδικός Τύπος (ημερήσια έως και εβδομαδιαία εφημερίδα) έχει ιδιαίτερη βαρύτητα μέσα στην αρμενική πραγματικότητα, διασπορά και Αρμενία. Ειδικά στη διασπορά, και μετά τη Γενοκτονία, αποτέλεσε μέσο διατήρησης της δυτικοαρμενικής καθομιλουμένης γλώσσας. Ανεξαρτήτως από την ιδεολογική του τοποθέτηση, ο ρόλος του Τύπου είναι συγκεκριμένος: η καθοδήγηση του Αρμένιου αναγνώστη στην πορεία του προς τη διαφύλαξη του αρμενικού πνεύματος. Για να γίνει πιο κατανοητός ο παραπάνω σκοπός, ας ληφθεί υπόψη ότι ο Τύπος είναι σύγχρονος μηνύτορας φιλελεύθερων ιδεών, σαλπιγκτής αφύπνισης, σκαπανέας εκσυγχρονισμού, άμβωνας εκκλησιαστικών κηρυγμάτων και κοινωνικών αρετών. Γι’ αυτό και συχνά οι τίτλοι εφημερίδων ήταν ανάλογοι με την προσπάθειά τους να διατρανώσουν (υψηλόφωνα ή μη) τη συσπείρωση στην ίδια την πατρίδα και τις ιδέες που διέδιδαν11.
Οι εφημερίδες της διασποράς δεν είναι μόνο φύλλα ειδησεογραφικά αλλά ένα είδος χρονολογίου, χωρίς υπερβολή ένα καθημερινό Αλμανάκ. Είναι φύλλα πολλαπλών χρήσεων, καθώς εξυπηρετούν τις βασικές ανάγκες του αναγνώστη της διασποράς. Αποτελούν τον συνδετικό κρίκο μεταξύ των μελών μιας παροικίας χάρη στην τελευταία και πολυδιαβασμένη σελίδα, εκεί όπου αναφέρονται τα κοινωνικά, οι αγγελίες, οι ανακοινώσεις εκδηλώσεων κλπ.
Ο Τύπος είναι επίσης κυρίαρχο βήμα λογοτεχνικών και φιλολογικών αναζητήσεων. Πλείστοι συγγραφείς εξέδωσαν τα πρωτόλεια αλλά και τα αριστουργήματά τους στον Τύπο, ενώ μερικοί από αυτούς υπήρξαν και εκδότες Τύπου (Γερβάντ Οντιάν, Βαχάν Τεκεγιάν κ.ά.)12.
Η λογοτεχνία που μεσουράνησε ως τον Απρίλιο του 1915 ανέπτυξε και τη γλώσσα, δίνοντάς της τα εφόδια που άγγιζαν τη γλωσσική τελειότητα: τη χρήση όλου του φάσματος του γλωσσικού πλούτου, την εκκαθάρισή της από τα έντονα ξενικά στοιχεία, τη δημιουργία νεωτερισμών και αρμονικών εκφράσεων που απέδωσαν γλαφυρότητα και πλαστικότητα στην αρμενική. Ας μνημονεύσουμε ορισμένους μόνο διάττοντες αστέρες από τη γενιά της Γενοκτονίας: Κρικόρ Ζοχράπ, Τανιέλ Βαρουζάν, Ρουπέν Ζαρταριάν, Σιαμαντό, Ρουπέν Σεβάκ, συγγραφείς και ποιητές αδικοχαμένοι στο άνθος της νιότης και της δημιουργικής τους πορείας.
Συμπερασματικά, ο αρμενικός Τύπος υπήρξε και παραμένει η φωνή του έθνους μέσα σε κάθε οικογένεια. Αρμενικός Τύπος σημαίνει ενημέρωση, επιμόρφωση, ειδησεογραφία και γλωσσικός προσανατολισμός.

«Τουρκισμοί» και «ρωσισμοί»

Το 2009 η UNESCO κατέταξε τη δυτικοαρμενική στη λίστα των γλωσσών που κινδυνεύουν με αφανισμό. Οφείλουμε, λοιπόν, να προστατέψουμε τη γλώσσα μας και μέσω του Τύπου να στηλιτεύσουμε τους «τουρκισμούς» και «ρωσισμούς», τους ξενισμούς εν γένει, και να προσπαθήσουμε να τους διορθώσουμε. Η γλώσσα οφείλει να είναι η δυτική, και οι ξένες δημοσιεύσεις πρέπει να μεταφράζονται. Τι το πλέον αντιεπιστημονικό και ιδίως αντιαισθητικό από την πρόσμειξη γλωσσών και τις τυφλές ανατυπώσεις άρθρων-κειμένων με τη «σοβιετική ορθογραφία». Η ανατολική γλώσσα παραμένει αγαπητή κι ευπρόσδεκτη, αρκεί η ορθογραφία να μετατρέπεται στην κλασική-«μεσροπική». Στην Ελλάδα, οι αρμενικές εφημερίδες πρέπει να απηχούν τη γλώσσα και τις παραδόσεις των Ελληνοαρμενίων, όπως αντίστοιχα και στις άλλες χώρες της διασποράς όπου ομιλείται η δυτικοαρμενική. Όσο για το κραπάρ, ας κρατηθεί ζωντανό κι ας χρησιμοποιηθεί όπου αυτό δύναται. Ο Τύπος οφείλει να είναι το όργανο αρμόδιο για την υγιή συνέχιση της ιστορίας και της γλώσσας μας.

 

1. Heinrich Hübschmann (1848-1908): Γερμανός φιλόλογος, αρμενολόγος και γλωσσολόγος.
2. Οι διαστρωματώσεις αυτών των λέξεων φτάνουν σε βάθος χρόνου έως και τα 5.000 έτη. Κατά πλειονότητα αποτελούνται από μονοσύλλαβες ρίζες (հայր, մայր, լիճ, ծով, ձիւն), βασικές λέξεις που υποδηλώνουν όρους συγγένειας αλλά και την πανίδα και χλωρίδα της χώρας μας τη συγκεκριμένη εποχή.
3. Ο Μεσρόπ Μαστότς (362-440 μ.Χ.) εφηύρε επίσης τις αλφαβήτους των Γεωργιανών και των Αλβανών του Καυκάσου (Աղուանք-Ałuank).
4. Τα γράμματα της αλφαβήτου αποτελούν συγχρόνως και τη βάση του αρμενικού αριθμητικού συστήματος.
5. Το «ψ» και το «ω» δεν συμπερίληφθηκαν στην αρμενική αλφάβητο. Όμως αποδίδονται ως εξής: στο «ψ» συνήθως χάνεται το «π» και παραμένει το «σ» (ψαλμός-սաղմոս). Στη δημοτική μεταγράφεται επίσης ως «փս» (ψάθα-փսաթ). Το «ω» μεταγράφεται ως «ով» (Ιωάννης-Յովհաննէս, Ιάκωβος-Յակոբոս).
6. Όπως για παράδειγμα η κοινή γλώσσα των Λατίνων (latino) μετεξελίχθηκε σε ιταλικά, γαλλικά, ισπανικά κλπ.
7. Στην Ινδία και την Άπω Ανατολή μετοίκησαν Αρμένιοι έμποροι από το Ιράν μετά τη βίαιη μετανάστευσή τους από την Αρμενία εκ μέρους του Σαχ Αμπάς I τον 17ο αιώνα.
8. Μία από τις παγίδες της επιφανειακής ομοιότητας είναι ότι συχνά λέξεις και ρήματα φέρουν διαφορετικό νόημα σε κάθε γλώσσα, π.χ. «բարեկամ» στη δυτική σημαίνει «φίλος» ενώ στην ανατολική «συγγενής», «վայրկեան» στη δυτικη σημαίνει «λεπτό» ενώ στην ανατολική «δευτερόλεπτο» κ.ά.
9. Η αρμενική γλώσσα, χαρακτηριστικά ευέλικτη, είχε ανέκαθεν τη δύναμη να αφομοιώνει ξένες λέξεις, πάντα σύμφωνα με τους γλωσσικούς της κανόνες.
10. Στον Καύκασο η προφορά είναι πιο «βαριά», ενώ στο επίπεδο της θάλασσας, όπου ομιλείται η δυτική, έχουν υπάρξει μετατροπές των συμφώνων (τα λαρυγγόφωνα μετατρέπονται σε χειλόφωνα κ.ο.κ.).
11. Χαρακτηριστική η περίπτωση του πρώτου αρμενικού μηνιαίου φύλλου υπό τον τίτλο «Αζταράρ» (μηνύτωρ), που εκδόθηκε μεταξύ 1794-96 στο Μαδράς των Ινδιών. Την έκδοσή του επέβαλε η αναγκαιότητα όχι μόνο εκδήλωσης πατριωτισμού αλλά και κατάδειξης της δεινής θέσης της πατρίδας, που υπέφερε από εχθρικές εκστρατείες και κοινωνική ανισότητα.
12. Ας αναφερθεί πως οι ανατολικοαρμένιοι συγγραφείς είχαν λάβει την ανώτερη μόρφωσή τους στο Ινστιτούτο Λαζαριάν, στη θεολογική Σχολή του Ετσμιατζίν, καθώς επίσης σε Πανεπιστήμια της Μόσχας, ενώ οι δυτικοαρμένιοι συγγραφείς στα κολέγια των Μεχιταριστών, στην Πάντοβα, στο Παρίσι και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις.