«The Good Job» του Ουίλιαμ Σαρογιάν Εκτύπωση E-mail

Σαρκίς Αγαμπατιάν

Τεύχος: Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2008

 

Μια άγνωστη πτυχή από το έργο του αμερικανοαρμένιου συγγραφέα με αφορμή την επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννησή του

 

 

Ο Ουίλιαμ Σαρογιάν, ένας από τους μεγαλύτερους αμερικανούς συγγραφείς του περασμένου αιώνα, υπήρξε σκηνοθέτης μιας μόνο ταινίας : The Good Job (Μια καλή δουλειά), που γυρίστηκε το 1942 για λογαριασμό της MGM. Ωστόσο πάνω από είκοσι ταινίες γυρίστηκαν από άλλους γι’ αυτόν και τα έργα του.

Ο Σαρογιάν γεννήθηκε το 1908 στο Φρέσνο της Καλιφόρνιας λίγο μετά την άφιξη των γονιών του, από το Μπιτλίς στις Η.Π.Α. και πέθανε στην ίδια πόλη το 1981. Τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του τα έζησε κυρίως στο Παρίσι γράφοντας θέματα γύρω από τη ζωή της πόλης του φωτός.

Κάποτε σε μια συνέντευξή του είχε δηλώσει: «Ο κινηματογράφος θα ήταν ένα τέλειο μέσο έκφρασης για μένα». Είναι κρίμα που οι συνθήκες δεν του επέτρεψαν ν’ ασχοληθεί με άλλα κινηματογραφικά σχέδια.

Το Δεκέμβριο του 1941 μετά τη μεγαλειώδη επιτυχία που σημείωσαν πολλά έργα του στο Μπρόντγουεη, ανάμεσά τους το The Time of Your Life (Η καλύτερη μέρα της ζωής σου) - ανέβηκε στην Ελλάδα το 1946 - για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ, αλλά αρνήθηκε να το παραλάβει, το Χόλυγουντ ζήτησε τις υπηρεσίες του για δεύτερη φορά. Πράγματι, το 1936, μετά τη δημοσίευση των διηγημάτων του, που τον κατέστησαν διάσημο, είχε εργαστεί ως σεναριογράφος για λογαριασμό των στούντιο Κολούμπια και Παραμάουντ. Αυτή τη φορά ο Λούις Μάγερ της Μέτρο Γκόλντγουιν Μάγερ τον προσέλαβε την εποχή που οι Η.Π.Α. εισέρχονταν στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Σαρογιάν έγραψε ένα σενάριο, The Human Comedy (Η ανθρώπινη κωμωδία), που θα γινόταν αργότερα το πρώτο του μυθιστόρημα.

Αν και δεν είχε κινηματογραφική εμπειρία, είπε στον Μάγερ ότι ήθελε να σκηνοθετήσει την ταινία που θα βασιζόταν στο σενάριό του. Είχε παραβρεθεί σε κάποια γυρίσματα ταινιών στο Χόλυγουντ, κυρίως σ’ αυτά του φίλου και συμπατριώτη του Ρουπέν Μαμουλιάν. Σε μια συνέντευξη που παραχώρησε στα Cahiers du Cinema (Τετράδια του κινηματογράφου), τεύχος Δεκεμβρίου του 1966, είχε πει: «Μου άρεσε να βλέπω ταινίες την εποχή που πουλούσα εφημερίδες στους δρόμους του Φρέσνο, πριν από πενήντα χρόνια…αλλά νομίζω πώς έχω επηρεαστεί κυρίως από την άμεση παρατήρηση των πραγμάτων που εξακολουθεί να είναι η μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης για μένα».

Η απάντηση του Μάγερ στο αίτημα του Σαρογιάν ήταν : «Όμως Μπιλ, πως μπορείτε να σκηνοθετήσετε την Ανθρώπινη Κωμωδία αφού δεν έχετε κάνει ποτέ άλλη ταινία;» Ο Σαρογιάν που είχε πάρει πολύ ζεστά το θέμα και ήταν αποφασισμένος αλλά και ξεροκέφαλος, του είπε : «Κύριε Μάγερ, δώστε μου τρεις μέρες καιρό και σας υπόσχομαι ότι θα τα καταφέρω να γυρίσω μια επαγγελματική ταινία». Και τρεις μέρες αργότερα, ο Σαρογιάν επέστρεψε με το The Good Job.

Το σενάριο βασιζόταν σ’ ένα μυθιστόρημά του, το A Number of Poor (Ένας αριθμός φτωχών ανθρώπων) που είχε δημοσιευθεί πριν από μερικά χρόνια στη συλλογή Peace. Αρχικά, η ταινία περιείχε δυο μπομπίνες διάρκειας είκοσι εικοσιπέντε λεπτών, την οποία η ομάδα του Μάγερ περιόρισε σε μια μπομπίνα των έντεκα λεπτών και έτσι δόθηκε στη διανομή. Σύμφωνα με τον Σαρογιάν, αυτή η μικρού μήκους ταινία πήρε και κάποια βραβεία. Εννοείται πώς δεν επέτρεψαν στον Σαρογιάν να γυρίσει την Ανθρώπινη Κωμωδία, την οποία σκηνοθέτησε ο Κλάρενς Μπράουν και προβλήθηκε στις αίθουσες το 1945 με τον Μίκυ Ρούνεϊ στο ρόλο του πρωταγωνιστή.

Ο Σαρογιάν έξω φρενών εγκατέλειψε την MGM. Τότε έγραψε και σκηνοθέτησε στο Μπρόντγουεη ένα έργο που ήταν μια σκληρή σάτιρα για το Χόλυγουντ, Get away Old Man! (Πάρε δρόμο, γέρο). Ο γέρος ήταν ο Λούις Μάγερ. Ξανάπιασε αυτό το αντιχολυγουντιανό θέμα στο μυθιστόρημά του Rock Wagram (1951).

Η πλοκή της ταινίας είναι απλή. Πρόκειται για συναντήσεις της καθημερινής ζωής που έχει ένας παντοπώλης με τους πελάτες του. Το θέμα είναι οι άνθρωποι με τις αξίες και τα λάθη τους, τις αδυναμίες και την αξιοπρέπειά τους. Η ταινία ξεκινάει με αυτή τη φράση του παντοπώλη : «It is the best job I ever had because of the wonderful, funny people I met» (Είναι η καλύτερη δουλειά που έχω κάνει ποτέ διότι συνάντησα υπέροχους και αστείους ανθρώπους).

Περιλαμβάνει επτά σκετς : 1. Η γυναίκα που παραμένει «κυρία» ακόμη κι όταν έχει γίνει φτωχή και κλέβει ένα φρούτο. 2. Νικ, ο πωλητής του ποπκόρν, που παραπονιέται πάντα για τη δουλειά του κι έρχεται σε αντιπαράθεση μ’ ένα νεαρό αγόρι που δεν του αρέσει το ποπκόρν. 3. Κασάλ ο Ισπανός είναι ένα σκετς που περικλείει μια ιστορία μέσα σε μιαν άλλη. Είναι το πιο αξιομνημόνευτο επεισόδιο αυτής της ταινίας αφού ο άνθρωπος αυτός χωρίς υπεροψία ή φιλοδοξία, που δεν έχει κάνει πολλά πράγματα στη ζωή του εκτός από το μεγάλωμα του γιου του, ανταμείβεται στο τέλος κατά τρόπο εντελώς ασυνήθιστο. 4. Μάγκυ η κοκκινομάλλα, είναι πολύ νέα, το παίζει κοκέτα όπως η Τζίντζερ Ρότζερς και η μόνη της έγνοια είναι πώς να την θαυμάζουν. 5. Πιτσιρίκια του δρόμου. Αυτό το επεισόδιο συμβολίζει τη δύναμη που έχει το χρήμα πάνω στα παιδιά, αλλά και το πνεύμα του Σαρογιάν εναντίον του ρατσισμού. 6. Ο άνθρωπος που μιλάει ξένες γλώσσες, όπου βλέπουμε ένα μετανάστη που μόλις έχει φθάσει, στην περίπτωση αυτή έναν Αρμένιο, που θέλει ν’ αγοράσει φρέσκα σύκα από τη χώρα του. Μιλάει συνεχώς στ’ αρμενικά. 7. Ο μικρός Κάλαχαν και οι καραμέλες. Σ’ αυτό το σκετς, ο παντοπώλης προσφέρει στο παιδί διάφορα είδη καραμελών. Το μικρό αγόρι επιστρέφει την επομένη για να τον δει και του λέει ότι η γλυκόριζα ήταν η καλύτερη. Οπότε ο παντοπώλης λέει: «Ήξερε ακριβώς για ποιο πράγμα μιλούσε».

Όταν ο Σαρογιάν έχοντας τελειώσει το The Good Job, μετά από τρεις μέρες πήγε να δει τον Μάγερ για να του δείξει την ταινία, ο Βίκτωρ Φλέμινγκ, σκηνοθέτης του Όσα παίρνει ο άνεμος είχε τόσο πολύ εκπλαγεί που του είπε : «Μπιλ, είναι μια θαυμάσια μικρού μήκους ταινία, αλλά δεν υπάρχουν γκροπλάν (κοντινά πλάνα)». Ο Σαρογιάν ανταπάντησε ότι σε τρεις μέρες δεν είχε το χρόνο να σκεφθεί για γκροπλάν. Αυτή η μικρού μήκους ταινία είναι το μοναδικό δείγμα ενός δημιουργού του οποίου το βασικό ενδιαφέρον είχε ως θέμα τον άνθρωπο και τα χαρακτηριστικά του που τον καθιστούσαν ανθρώπινο.

(Τα στοιχεία του κειμένου είναι από το περιοδικό Armenia, τεύχος Ιουνίου 1984 και Cahiers du Cinema, τεύχος Δεκεμβρίου1966).

 


Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 65 επισκέπτες συνδεδεμένους