Αλεξάντερ Χαντισιάν, ο κατεξοχήν εκπρόσωπος της αρμενικής ρεαλπολιτίκ Εκτύπωση E-mail

Είναι ένας από τους κύριους πρωταγωνιστές των γεγονότων που συγκλόνισαν ολόκληρο τον αρμενικό λαό από το 1917 μέχρι το 1923. Διετέλεσε δήμαρχος της Τιφλίδας από το 1909 μέχρι το 1917, υπουργός Υγείας και Εσωτερικών στην πρώτη κυβέρνηση και αργότερα πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών της ανεξάρτητης Αρμενίας στο διάστημα 1918-1920. Συμμετείχε ενεργά σε όλα τα πολιτικά τεκταινόμενα εκείνης της κρίσιμης περιόδου της νεότερης αρμενικής ιστορίας.
Το 1930, δέκα χρόνια μετά από την απομάκρυνσή του από τη δημόσια ζωή, ο Αλεξάντερ Χαντισιάν έγραψε τα πολύτιμα απομνημονεύματά του στο γνωστό βιβλίο «Δημιουργία και ανάπτυξη της Δημοκρατίας της Αρμενίας». Στηριζόμενος στο έργο-παρακαταθήκη του, ένας «δημοσιογράφος» του απέσπασε αυτήν την αδημοσίευτη «συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης»...

hadisian

Επιμέλεια-μετάφραση: Ρικάρντο Γεργκανιάν
Φεβρουάριος- Απρίλιος 2018, τεύχος 96

Μετά την πρωθυπουργία σας δεν σταματήσατε το δημόσιο έργο σας. Προς το τέλος της ανεξάρτητης δημοκρατίας της Αρμενίας και πριν από την σοβιετοποίησή της, από τον Ιούνιο μέχρι τον Οκτώβριο του 1920, κάνατε μια σημαντική περιοδεία στις αρμενικές κοινότητες σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες και την Αίγυπτο. Ποιος ήταν ο σκοπός της αποστολής σας;
Ήταν άμεση η ανάγκη να ορθοποδήσει η οικονομία και η παραγωγικότητα της χώρας και να ενισχυθεί η χρηματική κυκλοφορία. Γι’ αυτό πρότεινα στην κυβέρνηση -μετά από διαβουλεύσεις με τραπεζίτες και οικονομολόγους- να δανειστούμε 20 εκατομμύρια δολάρια για 10 χρόνια με επιτόκιο 6%. Ήταν το λεγόμενο «δάνειο για την ανεξαρτησία της Αρμενίας», που συνήφθη στις αρμενικές κοινότητες της διασποράς.

Πού ακριβώς βρεθήκατε; Τι είδους συναντήσεις είχατε;
Ως ειδικός πληρεξούσιος της κυβέρνησης της Αρμενίας, σε όποια αρμενική κοινότητα και αν βρέθηκα, συνάντησα την τοπική αστική τάξη και τους επιχειρηματίες, ενημέρωσα το κοινό και είδα εκπροσώπους του Τύπου και πολιτικών και επιστημονικών οργανώσεων. Ξεκίνησα, φυσικά, από την Τιφλίδα, κέντρο των Αρμενίων της Γεωργίας. Εκείνη την περίοδο, λόγω πολιτικών και οικονομικών πιέσεων εις βάρος του αρμενικού πληθυσμού, οι επιχειρηματίες μας εκεί έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για παραγωγικές επενδύσεις στην Αρμενία. Λάβαμε ενθαρρυντικά μηνύματα και από τις άλλες αρμενικές περιοχές της Γεωργίας. Ο ίδιος ενθουσιασμός επικράτησε και στον δεύτερο σταθμό της περιοδείας, στο Βατούμ. Η τοπική «επιτροπή γυναικών» μου πρότεινε τη δημιουργία του «ταμείου χρυσού» για την Αρμενία. Και το ξεκίνησαν επιτόπου, βάζοντας στο τραπέζι ρολόγια, δαχτυλίδια, χρυσές αλυσίδες, βραχιόλια και άλλα. Και σε άλλες πόλεις όπου βρέθηκα, στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, το Κάιρο, την Αλεξάνδρεια, τη Σόφια και το Βουκουρέστι, επαναλήφθηκε το ίδιο σκηνικό. Παντού άφησα τα τιμαλφή στους προέδρους των τοπικών επιτροπών. Αργότερα, όταν λόγω της σοβιετοποίησης της Αρμενίας το ταμείο δεν πραγματοποιήθηκε, το «ταμείο χρυσού» μετατράπηκε σε ποσά που –σύμφωνα με τις οδηγίες της αντιπροσωπείας της Αρμενίας στο Παρίσι- δόθηκαν για τη φροντίδα των ορφανών και των προσφύγων.

Ως προς τον δανεισμό πώς ήταν η συμμετοχή του κόσμου;
Πρέπει να πω ότι και στην Κωνσταντινούπολη και στην Αίγυπτο και όπου αλλού βρέθηκα, τα εκατομμύρια που μαζεύτηκαν ήρθαν από τον λαό, από τους μη έχοντες, και όχι από τους πλούσιους. Αυτοί υπέγραφαν ποσά δυσανάλογα με τις δυνατότητές τους. Οι Αρμένιοι της Πόλης υπέγραψαν πάνω από 2 εκατομμύρια φράγκα. Αυτά τα ποσά επιστράφηκαν αργότερα στους δανειστές μέχρι το τελευταίο σεντ.

Πώς αισθανθήκατε, όταν ξαναβρεθήκατε στην Πόλη εκείνη την περίοδο;
Καθώς το καράβι πλησίαζε στην Πόλη ήμουν βαθιά συγκινημένος… Έφτασα στις 10 Ιουλίου του 1920. Στην προβλήτα με υποδέχθηκε το πλήθος με τρίχρωμες αρμένικες σημαίες, μαντίλια και καπέλα στον αέρα... Είχα βρεθεί εκεί τον Ιούνιο του 1918, μέσα στον πόλεμο, καθώς και τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, στις μέρες της ανακωχής. Μέσα σε δυο χρόνια οι συνθήκες είχαν αλλάξει εντελώς. Ήταν για μας η εποχή των μεγάλων προσδοκιών και ελπίδων για ένα λαμπρό μέλλον…

Είχατε και φορτωμένο πρόγραμμα…
Έμεινα μια εβδομάδα. Ήταν τόσο έντονη η δημόσια παρουσία μου, που κυριολεκτικά έμεινα άφωνος από τις τόσες ομιλίες σε θέατρα, εκκλησίες, συνέδρια, στους δρόμους και στις δεξιώσεις. Ο κόσμος ήθελε να μάθει τα νέα από την Αρμενία. Ο ενθουσιασμός ήταν φανερός παντού, και γι’ αυτό το λόγο η πρωτοβουλία του δανεισμού βρήκε μεγάλη ανταπόκριση.

Η επίσκεψή σας στην Πόλη είχε και πολιτικό ενδιαφέρον…
Ναι, είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με τους εκπροσώπους των «συμμαχικών» χωρών στην Πόλη. Όλοι με διαβεβαίωναν για την ταύτιση των δικών τους και των δικών μας συμφερόντων... Ιδιαίτερη αίσθηση μου προκάλεσε, όμως, η συνάντηση με τον αμερικανό αντιναύαρχο Μπρίστολ.
Σε αντίθεση με την επικρατούσα γνώμη για τη στάση και τις υποσχέσεις του Προέδρου Ουίλσον των ΗΠΑ σε σχέση με την Αρμενία, ο Μπρίστολ ήταν αρνητικός. Πρώτα του ζήτησα να μεταφέρει την ευγνωμοσύνη μας για τη σημαντική ανθρωπιστική βοήθεια προς τον αρμενικό λαό. Αλλά όταν του είπα για τις προσδοκίες μας για πολιτική υποστήριξη, μου είπε: «ο Ουίλσον δεν εκφράζει καθόλου τη γνώμη του λαού του. Αυτά που λέει δεν ανταποκρίνονται στα συμφέροντα και στην άποψη των Αμερικανών. Δεν πρέπει να έχετε αυταπάτες». Μετά από πολύ μικρό διάστημα, τα λόγια του επιβεβαιώθηκαν…

Και τι σας πρότεινε να κάνετε;
Να προσεγγίσουμε την Τουρκία και να ελαχιστοποιήσουμε τις απαιτήσεις μας. Γι’ αυτό ακριβώς είχε βγει στην Πόλη η φήμη του ως «εχθρού» των Αρμενίων.

Ποια ήταν τότε η στάση των Τούρκων αξιωματικών σε σχέση με τις αρμενικές διεκδικήσεις;
Πρέπει να πω ότι εκείνη την περίοδο οι Τούρκοι φαίνονταν να είναι σε κατάθλιψη και το ζήτημά μας σε καλό δρόμο στην πανίσχυρη διάσκεψη του Παρισιού. Επικρατούσε η άποψη ότι δεν έχουμε τίποτα να συζητήσουμε με τους Τούρκους. Παρ’ όλα αυτά, ήθελα να ξέρω ποια ήταν η γνώμη τους για τις αρμενικές διεκδικήσεις και δέχτηκα να συνομιλήσω –μυστικά και σε ουδέτερο έδαφος- με τον τότε υπουργό Εσωτερικών Ρεσάτ πασά. Βρεθήκαμε δυο φορές, και κάθε φορά επί δύο ώρες. Του εξήγησα ότι θα ήταν καλό να συμφωνήσουμε για τα σύνορα της Ενωμένης Αρμενίας, μέσα στα οποία έπρεπε να μπει σημαντικό μέρος των έξι αρμενικών βιλαετιών καθώς και ένα λιμάνι, για να λύσουμε την αιώνια διαφωνία μας. Στην πρώτη συνάντηση ο Ρεσάτ περισσότερο άκουγε. Στη δεύτερη –πιθανόν μετά από διαβουλεύσεις με τους φίλους του- ήταν πιο εκφραστικός. Ζωγράφισε σε ένα χαρτί τα πιθανά σύνορα της Αρμενίας, βάζοντας μέσα όλη τη Ρωσική Αρμενία, τις κοιλάδες του Αλασκέρτ και του Πασέν, φτάνοντας ως το λιμάνι της Ρίζε (Ριζούντα). Έτσι, το Βαν, το Μους, το Ερζερούμ και η Τραπεζούντα θα περνούσαν στην Τουρκία.

Και πού καταλήξατε;
Εγώ δεν είχα εξουσιοδότηση για να κλείσω συμφωνία μαζί του. Εκείνος έλεγε ότι οι συνομιλίες μας θα έπρεπε να συνεχιστούν στο Παρίσι, όπου βρίσκονταν οι εκπρόσωποι της Τουρκίας καλεσμένοι στη διάσκεψη για την ειρήνη. Όταν ετοιμαζόμουν να φύγω από την Πόλη για να συνεχίσω την περιοδεία μου, έλαβα τηλεγράφημα από την αντιπροσωπεία μας στο Παρίσι που ζητούσε την παρουσία μου εκεί.

Πώς ήταν η εμπειρία σας στο Παρίσι;
Έδωσα δυο ενημερωτικές διαλέξεις όπου μαζεύτηκε μεγάλο πλήθος. Ήταν παρόντες οι πρόεδροι –Μπογός Νουμπάρ και Αβεντίς Αχαρονιάν- και μέλη των δυο αντιπροσωπειών μας. Συμμετείχα και στο ενωμένο συνέδριο, όπου αποφασίσαμε τις οριστικές μας διεκδικήσεις σε σχέση με τα σύνορα, που θα στέλναμε στον Πρόεδρο Ουίλσον των ΗΠΑ. Από εκεί πέρασα στο Λονδίνο και στο Μάντσεστερ, όπου δημιουργήσαμε επιτροπές για το δανεισμό.

Πώς μάθατε για τη Συνθήκη των Σεβρών;
Μετά τη Βενετία, όπου επισκέφτηκα τους Μχιταριάν και το σχολείο Ραφαελιάν, έφτασα στο λιμάνι του Μπάρι για να περάσω στην Αίγυπτο. Στις 11 Αυγούστου, περιμένοντας να επιβιβαστώ, ο Αχαρονιάν μου τηλεγράφησε και με ενημέρωσε ότι μια μέρα πριν υπογράφηκε η Συνθήκη των Σεβρών. Έτσι, ο Πρόεδρος Ουίλσον ανέλαβε να αποφασίσει για τα σύνορά μας με την Τουρκία.
Επιτέλους, η Αρμενία έμπαινε στους υπογράφοντες μιας διεθνούς συνθήκης ως ανεξάρτητο κράτος! Απερίγραπτη ήταν η ικανοποίηση όλων των Αρμενίων. Οι εφημερίδες είχαν αναφορές στο θέμα. Ευχές, πανηγυρισμοί, επίσημες συνεδριάσεις παντού…

Από την Αίγυπτο περάσατε στην Ελλάδα…
Προς το τέλος Αυγούστου έφτασα στον Πειραιά. Στην Αθήνα υπήρχε τότε μια πολύ μικρή αρμενική κοινότητα. Αλλά στην Ελλάδα είχαμε μεγάλα πολιτικά συμφέροντα και σχέσεις. Πρωθυπουργός ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος –ένας πολιτικός με διεθνές κύρος- και υπουργός Εξωτερικών ο επιστήμονας και στενός συνεργάτης του Νικόλαος Πολίτης. Ο Βενιζέλος επέστρεφε εκείνες τις μέρες στην Αθήνα από το Παρίσι, όπου υπέγραψε τη Συνθήκη των Σεβρών. Η συνθήκη αυτή, που ικανοποιούσε απόλυτα τους Αρμενίους, πραγματοποιούσε ταυτόχρονα και τις πολιτικές επιθυμίες της Ελλάδας. Της έδινε τη Σμύρνη, τα μέρη κοντά στην Πόλη και τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο.

Συναντήσατε τον Βενιζέλο;
Πρώτα είδα τον Πολίτη και τον Πρόεδρο της Βουλής. Την επομένη είδα την Αθήνα στολισμένη με λουλούδια και σημαίες. Η πόλη ετοίμαζε μεγάλη υποδοχή στον Βενιζέλο, παρ’ όλο που τρεις μήνες μετά έχασε τις εκλογές και αναγκάστηκε να φύγει. Όταν τον επισκέφτηκα, με υποδέχθηκε πολύ θερμά. Είχε το χέρι του δεμένο λόγω της απόπειρας εναντίον του στο Παρίσι. Μιλήσαμε για τα γενικά συμφέροντα της Ελλάδας και της Αρμενίας και για τις μελλοντικές μας σχέσεις. Υποσχέθηκε να στείλει άμεσα πρεσβευτή στην Αρμενία, κάτι που έκανε. Διορίστηκε ο Παππάς, που όμως δεν μπόρεσε να αναλάβει την αποστολή του λόγω της σοβιετοποίησης της Αρμενίας.

Και με την κοινότητα;
Επικεφαλής της ήταν τότε ο Κλετζιάν, ο οποίος αργότερα ασχολήθηκε πολύ με το θέμα των Αρμενίων προσφύγων. Η κοινότητα με τίμησε με μια δεξίωση, οργανώσαμε επιτροπή δανεισμού και παράρτημα στη Θεσσαλονίκη για τη νέα Ελλάδα.

Από εκεί πήγατε στη Σμύρνη;
Έμεινα στην Αθήνα μια εβδομάδα και μετά πήγα στη Σμύρνη, που τότε ήταν περιοχή της Ελλάδας υπό τη διοίκηση του Ύπατου Αρμοστή Στεργιάδη. Και στη Σμύρνη ο ενθουσιασμός των Αρμενίων ήταν απερίγραπτος, και για ακόμη μια φορά μεγάλη η συμμετοχή του κόσμου στο «ταμείο χρυσού». Αργότερα -και εδώ- τα ποσά πήγαν για τη φροντίδα των ορφανών. Στη Σμύρνη με ρώτησαν ιδιαίτερα τι ειδικότητες χρειαζόταν η Αρμενία. Μετά από λίγο πολλοί ήταν αυτοί που πήγαν στην πατρίδα, αλλά επέστρεψαν, όταν εμφανίστηκαν οι μπολσεβίκοι. Ο στρατηγός Παρασκευόπουλος -αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού- μου παρέδωσε 50 μετάλλια για τους Αρμένιους αξιωματικούς. Το πρώτο αποδόθηκε στον επικεφαλής του Γερεβάν. Ο Ύπατος Αρμοστής Στεργιάδης μου ζήτησε να επισκεφτώ την πόλη, τα ιδρύματα, το νοσοκομείο, τα ορφανοτροφεία, και να του μεταφέρω τις εντυπώσεις μου. Τηλεγράφησα και στον Βενιζέλο στην Αθήνα, για να του εκφράσω τις θετικές μου εντυπώσεις. Από τα αρμενικά ιδρύματα είδα το υπέροχο ορφανοτροφείο με χίλια ορφανά, που τραγούδησαν εξαίσια, έκαναν γυμναστικές επιδείξεις, απήγγειλαν ποιήματα και μου άφησαν την καλύτερη εντύπωση. Άφησα τη Σμύρνη, με την πεποίθηση ότι όλη η κοινότητα εκεί ζει με την αγάπη για την ανεξάρτητη Αρμενία…

Πώς συνεχίσατε την περιοδεία σας;
Το πρόγραμμά μου ήταν να πάω στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία, και μετά στην Ινδία και τις ΗΠΑ, όπου ο πρεσβευτής μας, Γκάρο Παστερματζιάν, μου ζήτησε να παρευρεθώ προσωπικά για την επιτυχία του δανεισμού. Έτσι, θα επέστρεφα στο Γερεβάν στις αρχές του 1921. Επισκέφτηκα τη Φιλιππούπολη, τη Σόφια, το Βουκουρέστι και την Κωστάντζα. Το σκηνικό ήταν ίδιο με τα προηγούμενα. Στη Ρουμανία η κοινότητα ήταν μικρή αλλά ευημερούσα. Υπήρχαν περίπου 10 με 12 χιλιάδες Αρμένιοι που έγιναν Ρουμάνοι, όπως με διαβεβαίωσαν για την καταγωγή τους ο υπουργός Εργασίας και ένας γερουσιαστής. Πιστεύω ότι, υπό άλλες συνθήκες στην Αρμενία, πολλοί Αρμένιοι που είχαν ξεχάσει τις ρίζες τους στην Πολωνία, στη Ρουμανία και στην Ουγγαρία θα επέστρεφαν... Στο Βουκουρέστι συνάντησα τον πρωθυπουργό Σβερέσκου, ο οποίος μου είπε: «Το θέμα είναι ποιοι είναι οι γείτονές σας. Το μέλλον σας εξαρτάται από αυτό. Το σημαντικό δεν είναι τα σύνορά σας να επεκτείνονται πολύ, αλλά το να έχετε καλούς γείτονες…»

Τα γεγονότα που ακολούθησαν τον επιβεβαίωσαν και άλλαξαν και το πρόγραμμά σας…
Αρχές Οκτωβρίου από τα Βαλκάνια πέρασα στην Κωνσταντινούπολη, όταν έμαθα ότι οι Τούρκοι ξεκίνησαν επιθέσεις στα σύνορα με την Αρμενία. Έμαθα, επίσης, ότι ο μικρότερός μου αδελφός, ο Λεβόν, που δούλευε ως μηχανικός στο Καρς, τραυματίστηκε και αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους. Ότι στην Αρμενία δεν υπάρχει βενζίνη και ότι τα τρένα δεν λειτουργούν… Σε τηλεγράφημα που έλαβα από την κυβέρνηση, ο Οχαντσανιάν μου ζητούσε απεγνωσμένα να βρω μαζούτ για τον σιδηρόδρομο, κάτι που εξασφάλισα αγοράζοντάς το από τους Άγγλους… Συνάντησα και τον αμερικανό ναύαρχο Μπρίστολ, ο οποίος ήξερε ήδη για τις επιθέσεις των Τούρκων. Όταν του ζήτησα να μεσολαβήσει μεταξύ Αρμενίας και Τουρκίας, μου υπενθύμισε τη συζήτηση που είχαμε για την Τουρκία το καλοκαίρι και πρόσθεσε: «Τώρα πια είναι αργά…»

Επιστρέψατε στην Αρμενία;
Μου τηλεγράφησαν από την κυβέρνησή μας ότι οι Τούρκοι συνεχίζουν την προέλασή τους. «Η παρουσία σας στο Γερεβάν είναι αναγκαία. Επιστρέψτε», έλεγε το μήνυμα. Κατάλαβα ότι η κατάσταση ήταν πολύ σοβαρή. Όταν έφτασα στην Τιφλίδα, έμαθα ότι εκεί βρισκόταν ο υπουργός Τερ-Μινασιάν για διαβουλεύσεις με τη γεωργιανή κυβέρνηση και τους Άγγλους. Τον συνάντησα και έμαθα ότι οι Τούρκοι είχαν την απαίτηση να παραιτηθούμε από τη Συνθήκη των Σεβρών και να μείνει η Αρμενία με τις εννέα χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η κυβέρνηση είχε αρνηθεί, και εκεί είχαν ξεκινήσει οι Τούρκοι την επίθεση. Ο κίνδυνος ερχόταν και από τον βορρά με την απειλή των μπολσεβίκων, γι’ αυτό ο Τερ-Μινασιάν προσπαθούσε να κερδίσει την υποστήριξη της Γεωργίας.

Πώς βρήκατε την πατρίδα;
Μέσα σε τέτοιες συνθήκες τελείωσε η αποστολή μου για το δανεισμό. Άλλες αποστολές με περίμεναν. Επέστρεψα στο Γερεβάν μαζί με τον Τερ-Μινασιάν. Είχα λείψει τέσσερις μήνες από την πατρίδα και την ξαναβρήκα σε κατάσταση πολέμου. Ήταν οι τέσσερις μήνες κατά τους οποίους η Αρμενία έφτασε στο αποκορύφωμα της δύναμης και του εδαφικού της.

Ας πάμε λίγο πίσω στον χρόνο. Πώς θα εξηγούσατε το πολιτικό και ιδεολογικό υπόβαθρο της Τουρκίας;
Ήδη από τον Απρίλιο και τον Μάιο του 1918, στις συνομιλίες στο Βατούμ είχα την ευκαιρία να ακούσω κατευθείαν από τους ηγέτες τους το μίσος εναντίον των Αρμενίων -που στέκονταν εμπόδιο στις βλέψεις τους προς ανατολάς- και να διακρίνω την άβυσσο μεταξύ των λαών μας. Ο υπουργός Ναυτικού Τζεμάλ πασά διαβεβαίωσε τότε ότι «η σύγκρουση των Τούρκων και των Αρμενίων είναι παλιά και οι Αρμένιοι δεν κάνουν βήμα για συμφιλίωση. Αυτό θα είναι αιτία για νέα δυστυχία τους». Τις ίδιες μέρες, ο Μπεχαεντίν Σακίρ μου έλεγε: «Οι Αρμένιοι στέκονται στο δρόμο που οδηγεί προς το ιερό όραμά μας, τον πανισλαμισμό και τον παντουρκισμό, και η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Είμαστε υποχρεωμένοι να εξοντώσουμε αυτό το εμπόδιο. Και, επιπλέον, εσείς είστε πάντα με τους Ρώσους, και αυτοί είναι ιστορικοί εχθροί μας». Εγώ, βέβαια, απάντησα αυτό που ήταν απαραίτητο, αλλά ήταν ξεκάθαρο ότι μιλούσαμε διαφορετικές γλώσσες.
Λίγες μέρες αργότερα ο Ενβέρ πασά μας έστειλε επίσημη πρόταση για στρατιωτική συμφωνία. Δεν ξέρω εάν κάναμε σωστά ή όχι, αλλά, όπως το 1914, αρνηθήκαμε την πρόταση… Ακολούθησαν οι ιστορικές μάχες και νίκες μας στο Σαρνταραμπάτ και στο Γαρακιλισέ –τα Δαρδανέλλια των Αρμενίων, όπως μου ομολόγησε ο Βεχίπ πασά- και η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Αρμενίας στις 28 Μαΐου 1918.

Η κατάσταση ήταν πολύ ρευστή λόγω και του τελεσίγραφου των Τούρκων…
Ναι, η διορία έληγε στις 29 Μαΐου και έπρεπε να ξαναπάμε στο Βατούμ. Η τριμελής αντιπροσωπεία μας –ο Κατσαζνουνί, ο Μπαμπατζανιάν και εγώ- λάβαμε «carte blanche» για να υπογράψουμε την πρώτη διεθνή συνθήκη με τους Τούρκους. Όταν ξεκινήσαμε τις συνεδριάσεις για τα σύνορα, ο Βεχίπ πασά εξέφρασε αυτό που ο αρμενικός λαός πρέπει να έχει –σήμερα και αύριο- στο νου του σε σχέση με τις βλέψεις της Τουρκίας. Με έντονο τρόπο μας είπε: «Βλέπετε ότι η μοίρα σπρώχνει την Τουρκία από τη δύση προς την ανατολή. Απομακρυνθήκαμε από τα Βαλκάνια και από την Αφρική, αλλά πρέπει να απλωθούμε προς ανατολάς. Εκεί είναι το αίμα μας, το θρήσκευμα και η γλώσσα μας. Τα αδέλφια μας βρίσκονται στο Μπακού, στο Νταγκεστάν και στο Τουρκεστάν. Πρέπει να έχουμε πρόσβαση προς τα εκεί. Κι εσείς βρίσκεστε πάνω στο δρόμο μας. Απαιτώντας το Βαν, κλείνετε το δρόμο μας προς την Περσία. Απαιτώντας το Ναχιτσεβάν και το Ζανκεζούρ, στέκεστε εμπόδιο στο να κατεβούμε στην κοιλάδα του Κούρα και να φτάσουμε στο Μπακού. Το Καρς και το Αχαλκαλάκ κλείνουν το δρόμο μας προς το Καντσάγκ. Πρέπει να κάνετε πέρα και να ανοίξετε τον δρόμο μας. Να πού είναι η σημαντική μας διαφωνία. Και εσείς μπορείτε να μείνετε κάπου ενδιάμεσα, δηλαδή γύρω από το Νορ-Μπαγιαζίντ και το Ετσμιατζίν»…
Ποια ήταν η απάντησή σας;
Ότι τα εδάφη που θέλουν να μας αφήσουν είναι υπερβολικά μικρά για να ικανοποιήσουν στο ελάχιστο τον αρμενικό λαό, ότι το αρμενικό ζήτημα είναι διεθνές θέμα και δεν μπορεί να λυθεί με αυτόν τον τρόπο και ότι τα σύνορα της Αρμενίας, όπως θέλουν να τα διαμορφώσουν, θα είναι πηγή για αιώνια εχθρότητα μεταξύ Αρμενίων και Τούρκων.

Ποια ήταν η στάση τους σε σχέση με την αναγνώριση του αρμενικού κράτους;
Oι Τούρκοι φοβόντουσαν τη διεθνή διάσκεψη και για αυτό προσπαθούσαν να δώσουν τη δική τους λύση, αναγνωρίζοντας την ύπαρξη ανεξάρτητου αρμενικού κράτους στον Καύκασο. Και σε σχέση με το εδαφικό, μας έλεγαν: «Όλα τα κράτη ξεκίνησαν με λίγα και αναπτύχθηκαν σταδιακά… Κοιτάξτε την Ελλάδα… Και το Βέλγιο έχει έξι εκατομμύρια ανθρώπους μέσα σε 30 χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα…». Αργότερα έμαθα ότι ενώ εμείς ήμασταν σε διαβουλεύσεις στο Βατούμ, στην Πόλη οι Νεότουρκοι είχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους ως προς το κατά πόσο έπρεπε να αποδεχτούν την ύπαρξη αρμενικού κράτους. Ο Ενβέρ πασά υποστήριζε ότι οι Αρμένιοι έπρεπε να εξοντωθούν στον Καύκασο, όπως έγινε στην Τουρκία. «Μια μικρή Αρμενία στον Καύκασο θα είναι μια μόνιμη απειλή στα σύνορά μας», έλεγε. Αντιθέτως, ο Ταλαάτ πασά έλεγε ότι ήταν αδύνατο να εξοντώσουν τα περίπου δυο εκατομμύρια Αρμενίους που είχαν μείνει ζωντανοί. Και ότι «εκατό χιλιάδες Αρμένιοι να μείνουν στον κόσμο, δεν πρόκειται να μας αφήσουν ήσυχους ποτέ. Δημιουργώντας μια μικρή Αρμενία θα λύσουμε το αρμενικό ζήτημα και έτσι θα παρουσιαστούμε στη διεθνή διάσκεψη». Ο ίδιος ο Ταλαάτ μου τα διηγήθηκε αυτά το φθινόπωρο του 1918 στην Πόλη. Αργότερα, στην ειρηνευτική διάσκεψη της Λοζάνης, ο Ισμέτ πασά επανέλαβε πάνω από είκοσι φορές ότι το αρμενικό ζήτημα λύθηκε με τη δημιουργία της αρμενικής δημοκρατίας… Το σημαντικό για αυτούς ήταν ότι δεν έδωσαν σπιθαμή «τουρκικής» γης…

Για την γενοκτονία τι σας έλεγε ο Ταλαάτ;
Τον Ιούνιο του 1918, στις συνομιλίες στην Πόλη, το πρώτο που προσπάθησε να κάνει ήταν να βγάλει από πάνω του όποια ευθύνη για το θέμα και να τη φορτώσει στους στρατιωτικούς, στους Κούρδους και στις τοπικές αρχές. Και επανέλαβε τα περί «προδοσίας» των Αρμενίων υπηκόων της Τουρκίας στη διάρκεια του πολέμου. Οι συναντήσεις αυτές ήταν βασανιστήριο για εμάς. Η απάντηση του Αχαρονιάν ήταν καταπέλτης… Όμως έπρεπε να μιλήσουμε για τα επείγοντα θέματα του παρόντος… Ο Ταλαάτ δεν άφηνε καλή εντύπωση στους συνομιλητές του, ούτε με την παρουσία του ούτε με τη φωνή του, στην οποία διέκρινες μια υποκριτική φιλία. Κοιτώντας, όμως, τον Ενβέρ ήταν δύσκολο να πιστέψεις ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν ικανός να στείλει στον θάνατο εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους… Έτσι προσπαθούσαν να ξεγελάσουν τους Ευρωπαίους…

Δύσκολο να ψυχολογήσει κανείς τους Τούρκους…
Σε όλες τις συνομιλίες μάς τόνιζαν ότι είναι αναγκαία η συμφιλίωση και ότι για τη διένεξη των Αρμενίων και των Τούρκων ευθύνονταν η Αγγλία και η Ρωσία, που ψάρευαν σε θολά νερά… Για να καταλάβει κανείς την ψυχολογία τους, αρκεί να δει το φιρμάνι του Βεχίπ πασά μετά από τη συνθήκη του Βατούμ στις 4 Ιουνίου 1918. «Για την αποκατάσταση της λειτουργίας του σιδηροδρόμου μεταξύ του Καντσάγκ και του Γερεβάν θα κυκλοφορούν ειδικά τρένα με Τούρκους αξιωματικούς. Αυτοί θα έχουν μαζί τους το φιρμάνι για να το διαβάζουν στον τουρκικό πληθυσμό, δηλώνοντάς τους ότι έχουμε ειρήνη και ότι απαγορεύεται στο εξής να σκοτώνουν Αρμενίους…». Εννοείται ότι πριν ήταν επιτρεπτό να το κάνουν…

Ποια ήταν η κατάσταση στην Αρμενία μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας και τη δημιουργία πρώτης κυβέρνησης υπό τον Κατσαζνουνί; Αναλάβατε και εσείς υπουργός Δημόσιας Υγείας και μετά Εσωτερικών…
Είχαμε τρεις άμεσες προτεραιότητες: την προετοιμασία για την ειρηνευτική διάσκεψη στο Παρίσι, την εξεύρεση λύσης για τις διαφορές μας με τη Γεωργία και την καταπολέμηση της πείνας και του τύφου. Η επιδημία ήταν τρομερή και απειλούσε την ύπαρξη του λαού μας. Η κατάσταση ήταν αφόρητη. Χειμώνας, χιόνι, λάσπη στους δρόμους, πλήθος πεινασμένων στις πλατείες, πρόσφυγες που είχαν διπλασιάσει τον αριθμό των κατοίκων της Αρμενίας και που άφηναν καθημερινά την τελευταία τους πνοή στην ύπαιθρο κατά εκατοντάδες. Έλλειψη τροφίμων, δρόμοι κλειστοί και εμπόδια για την τροφοδοσία του λαού. Και σε απόσταση επτά χιλιομέτρων ο τουρκικός στρατός. Δουλεύαμε κυριολεκτικά νυχθημερόν. Από την επιδημία του τύφου αρρώστησαν και πέθαναν ο υπουργός Εσωτερικών Αράμ και δυο κρατικοί λειτουργοί. Κανείς δεν μπορεί να πει με ακρίβεια πόσα άτομα πέθαναν στην Αρμενία από την πείνα και τον τύφο το φθινόπωρο και τον χειμώνα του 1918 και του 1919. Πάντως δεν ήταν λιγότεροι από 150.000... Είχαμε και γύρω στις 20.000 ορφανά σε κρατικά και αμερικανικά ορφανοτροφεία…

Παρ’ όλα αυτά, και στη διάρκεια της πρωθυπουργίας σας βάλατε τα θεμέλια του οργανωμένου κράτους…
Σήμερα, δέκα χρόνια μετά την απομάκρυνσή μου από τα κυβερνητικά καθήκοντα, μπορώ να πω ότι το έργο μας συνεχίζεται με άλλες μεθόδους και αρχές.
Παράδειγμα, το σημερινό πανεπιστήμιο είναι αυτό που δημιουργήσαμε στο Αλεξανδραπόλ και μεταφέραμε στο Γερεβάν. Το ίδιο ισχύει για τις υποδομές και την υγεία. Όχι, όμως, σε ό,τι αφορά τη δικαιοσύνη, την ελευθεροτυπία, τα πολιτικά κόμματα και τις αγροτικές και αστικές επιχειρήσεις που είχαν ξεκινήσει επί των ημερών μας. Όλα αυτά ακυρώθηκαν.

Επί των ημερών σας, το σημαντικότερο απ’ όλα ήταν η ανακήρυξη της ενωμένης Αρμενίας…
Το Γερεβάν είχε μετατραπεί σε πολιτικό κέντρο για όλους τους Αρμένιους και έπρεπε να ενώσει γύρω του όλα τα εδάφη και όλον τον αρμενικό πληθυσμό, χωρίς διαχωρισμούς. Και έτσι, τον Φεβρουάριο του 1919, οι δυτικοαρμένιοι αποφάσισαν να ενωθούν με την Αρμενία του Καυκάσου. Η επίσημη τελετή και ανακήρυξη της ενωμένης Αρμενίας έγινε στις 28 Μαΐου του ιδίου έτους, με στρατιωτικές παρελάσεις και πανηγυρισμούς στους δρόμους της πρωτεύουσας. Ακολούθησε η ενσωμάτωση στο κοινοβούλιο δώδεκα βουλευτών που θα εκπροσωπούσαν τη δυτική Αρμενία.

Τι εντολές δώσατε στην αντιπροσωπεία σας για την ειρηνευτική διάσκεψη στο Παρίσι;
Να απαιτήσουμε τα τουρκοκρατούμενα εδάφη μας και να διασφαλίσουμε πρόσβαση στη θάλασσα, χωρίς να καθορίσουμε το μέρος. Και να συνεργαστούμε με την εθνική αντιπροσωπεία του Μπογός Νουμπάρ πασά. Για την Κιλικία δεν υπήρχε κουβέντα.
Ο Κατσαζνουνί και ο Ρουπέν Τερ Μινασιάν ήταν οι πιο μετριοπαθείς σε σχέση με τις εδαφικές μας απαιτήσεις. Οι περισσότεροι δεν ήθελαν καν να ακούσουν για «παραχωρήσεις». Και, δυστυχώς, -παρ’ όλο που ήταν σωστό και αναγκαίο να ενώσουμε τα δυο κομμάτια της Αρμενίας- ως λαός κάναμε μεγάλο λάθος σε σχέση με τα σύνορα, καθώς είχαμε μεγάλες απαιτήσεις και δεν υπολογίσαμε τις δυνάμεις μας και τις διεθνείς συγκυρίες. Απαιτώντας μέχρι την Κιλικία, κάναμε αδύνατη όποια συμφωνία όχι μόνο με τους Τούρκους – τότε που ήταν αδύναμοι- αλλά και με τις εμπλεκόμενες μεγάλες δυνάμεις. Σε σχέση με τα απαιτούμενα σύνορα, το Γερεβάν κράτησε πολύ πιο μετριοπαθή στάση από ό,τι οι κοινότητές μας με επικεφαλής την εθνική αντιπροσωπεία στο Παρίσι.

Και σε σχέση με τα εδαφικά της Αρμενίας τι σας έλεγαν οι Ευρωπαίοι;
Ότι όλα τα εδαφικά ζητήματα θα λυθούν στη διάσκεψη του Παρισιού. Τελικά, λύθηκαν μόνο εκείνα που η δημοκρατία της Αρμενίας ανέλαβε άμεσα η ίδια, χωρίς να περιμένει τη μεσολάβηση κανενός. Έτσι, ενώθηκαν το Αλεξανδραπόλ, το Νορ Μπαγιαζίντ, το Καρς και το Ναχιτσεβάν.
Είχαμε διαφωνίες με το Αζερμπαϊτζάν, που διεκδικούσε το Ζανκεζούρ και το Καραμπάχ, με τη Γεωργία για το Λορί και το Αχαλκαλάκ, και με την Τουρκία για το Ολτί και το Ναχιτσεβάν. Το μεγάλο μας εδαφικό ζήτημα, όμως, ήταν τα τουρκοκρατούμενα αρμενικά βιλαέτια.
Τριακόσιες χιλιάδες Αρμένιοι πρόσφυγες από εκείνες τις περιοχές περίμεναν να επιστρέψουν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους.

Ποιος ήταν ο ρόλος των «συμμάχων», και ειδικά των Άγγλων, στην περιοχή του Καυκάσου;
Το διάστημα από το τέλος του Παγκοσμίου Πολέμου –Νοέμβριος του 1918- μέχρι το τέλος του 1920 ήταν για εμάς γεμάτο ελπίδες. Νικητές του πολέμου ήταν οι «σύμμαχοι», φίλοι του αρμενικού ζητήματος, και ηττημένοι οι εχθροί μας. Η τουρκική τυραννία και ο ρωσικός τσαρισμός είχαν καταρρεύσει. Όταν λέμε «σύμμαχοι», πρέπει να καταλάβουμε ότι επρόκειτο κυρίως για τους Άγγλους, και λιγότερο για τους Γάλλους και τους Ιταλούς. Η πολιτική και στρατιωτική παρουσία και η επιρροή των Άγγλων στην περιοχή –με επίκεντρο την Τιφλίδα- ήταν αισθητή. Για τα πολιτικά συμφέροντά τους και για να ωφεληθούν από τα πετρέλαια του Μπακού, οι Άγγλοι υποστήριζαν την ύπαρξη ενός δυνατού μουσουλμανικού κράτους στο Αζερμπαϊτζάν και παράλληλα απαιτούσαν από εμάς να κάνουμε παραχωρήσεις στον Καύκασο, δεδομένου ότι θα λαμβάναμε πολλά εδάφη από την Τουρκία… Για αυτό προσπάθησαν από την αρχή και με όλα τα μέσα να δώσουν τις αρμενικές περιοχές του Ζανκεζούρ και του Καραμπάχ στο Αζερμπαϊτζάν. Χαρακτηριστικό είναι ότι απομάκρυναν τον στρατηγό Αντρανίκ από το Ζανκεζούρ και τον υποχρέωσαν να σταματήσει την προέλασή του προς το Σουσί στο Καραμπάχ… Από την άλλη, προσπαθούσαν να απομακρύνουν τα τουρκικά στρατεύματα από το Καρς. Όσο αυτό μας συνέφερε, τόσο ο πρωταρχικός τους σκοπός μας εξόργιζε.

Γιατί ήταν τόσο σημαντικό το Ζανκεζούρ και το Καραμπάχ;
Για τρεις λόγους. Πρώτον, σε σχέση με τον πληθυσμό, είχαμε 300.000 Αρμένιους που ζούσαν εκεί. Δεύτερον, στρατηγικά, είναι οι δύο περιοχές που υπερασπίζονται την Αρμενία από τους εχθρούς που ονειρεύονται να ενωθούν μεταξύ τους. Και, τρίτον, ο πληθυσμός των δυο περιοχών ένιωθε αναπόσπαστα δεμένος με την Αρμενία. Ήταν αδύνατο, όμως, να συμφωνήσουν Τούρκοι και Αζέροι. Για εμάς δεν υπήρχε κουβέντα για παραχωρήσεις. Γι’ αυτό η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Οι Αζέροι μας διέκοψαν τον ανεφοδιασμό, ειδικά του πετρελαίου. Παρ’ όλα αυτά, μείναμε ακλόνητοι στις θέσεις μας για το Καραμπάχ, που όμως δεν μπόρεσε να ενωθεί με την Αρμενία όπως έγινε με το Ζανκεζούρ.

Τελικά, παρ’ όλες τις υποσχέσεις, οι Ευρωπαίοι «σύμμαχοι» δεν βοήθησαν…
Είναι ξεκάθαρο ότι ήρθαν στον Καύκασο για τα συμφέροντά τους, και όταν δεν μπόρεσαν να τα ικανοποιήσουν έφυγαν, αφήνοντάς μας στην πιο δύσκολη στιγμή μόνους και αβοήθητους… Ενώ το 1918 ή το 1919 μπορούσαν να επιβάλουν στην ηττημένη Τουρκία ό,τι ήθελαν, το 1923 στη Λοζάνη αυτό δεν ήταν πια εφικτό. Οι καθυστερήσεις και οι διαφωνίες μεταξύ τους και η βοήθεια των μπολσεβίκων έδωσαν στην Τουρκία την ευκαιρία να ισχυροποιηθεί. Εξάλλου, οι «σύμμαχοι» δεν είχαν συμαντικά συμφέροντα στην Αρμενία, και γι’ αυτόν τον λόγο το αμερικανικό Κογκρέσ0ο αρνήθηκε την πρόταση για πολιτική προστασία της Αρμενίας…

Είχε δυνατότητα να επιβιώσει η ανεξάρτητη δημοκρατία της Αρμενίας;
Πιστεύω ότι εάν δεν ήταν οι φοβερές και τραγικές εξωτερικές συγκυρίες -η παρουσία των γειτονικών κεμαλικών και μπολσεβίκων με τις καταστροφικές τους τάσεις-, η Αρμενία θα ανθούσε και θα δυνάμωνε πολύ γρήγορα. Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι να κρατήσουμε την εσωτερική μας φλόγα αναμμένη, για να εμψυχώνουμε τους νέους μας που είναι σκορπισμένοι ανά τον κόσμο. Είναι πολύ σημαντικό να κρατήσουμε τα σχολεία μας για τις νέες γενιές, τον Τύπο μας, καθώς και την αλληλεπίδραση των διανοουμένων με τον λαό μας. Αυτή η φλόγα θα ανάψει αύριο τη δάδα που θα φωτίσει τον δρόμο προς την ελεύθερη και ανεξάρτητη Αρμενία, για την οποία θυσιάστηκαν γενιές ολόκληρες σε ποτάμια αίματος.
Η ζωή των λαών και των κρατών διαρκεί αιώνες, χιλιάδες χρόνια. Εγώ έζησα μια πολύ σημαντική στιγμή της ιστορίας μας, τότε που δημιουργήσαμε ανεξάρτητο κράτος. Αλλά η ζωή δεν σταματάει, πάντα προχωράει. Και όλα στη ζωή αλλάζουν. Θα δούμε πολλή χαρά και πόνο ακόμα. Και θα αλλάξουν οι συνθήκες της ζωής της δημοκρατίας της Αρμενίας, που μπορεί να έχει φουρτούνες, αλλά δεν βυθίζεται.

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 80 επισκέπτες συνδεδεμένους