Η παρουσία των Αρμενίων στον Ελλαδικό χώρο (Μέρος Β’) Εκτύπωση

Οικογένεια Αρμενίων στην Κοκκινιά το 1923.

Από τον Α΄ Πα­γκόσμιο Πό­λε­μο εώς και σήμερα

Του Α­σμπέτ Μα­ντζι­κιάν, εφημερίδα “Αζτάκ”
Με­τά­φρα­ση και ε­πι­μέ­λεια: Α­ρα­ξή Α­πε­λιάν – Κο­λα­νιάν
Περιοδικό «Aρμενικά» Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2014. Τεύχος 82

Κα­τά την πε­ρί­ο­δο του Α’ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου, η Ελ­λά­δα στο α­ντί­πα­λο με την Τουρ­κί­α στρα­τό­πε­δο, εί­χε σκο­πό να α­πε­λευ­θε­ρώ­σει τη Σμύρ­νη, με τον κα­τά πλειο­νό­τη­τα ελ­λη­νι­κό πλη­θυ­σμό της, κα­θώς και τις γύ­ρω πε­ριο­χές.
Με­τά τη λή­ξη του Α’ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου, τον Μά­ιο του 1919, ο ελ­λη­νι­κός στρα­τός, με τη συ­νο­δεί­α της βρε­τα­νι­κής συμ­μα­χι­κής ναυ­τι­κής δύ­να­μης, α­πο­βι­βά­στηκε στη Σμύρ­νη, και έ­γι­νε με εν­θου­σια­σμό δε­κτός α­πό τους Έλ­λη­νες. Εν τω με­ταξύ, στο ε­σω­τε­ρι­κό της ητ­τη­μέ­νης  Τουρ­κί­ας, εί­χε δρο­μο­λο­γη­θεί το ε­θνι­κι­στι­κό κί­νη­μα με ε­πι­κε­φα­λής τον Μου­στα­φά Κε­μάλ. Η νι­κη­φό­ρα προ­έ­λα­ση του ελ­λη­νι­κού στρα­τού προς α­να­το­λάς συ­νε­χί­στη­κε μέ­χρι το 1921, ό­ταν έ­φθα­σε σχε­δόν προ των πυ­λών της Ά­γκυ­ρας.
Ε­κεί ό­μως, α­να­χαι­τί­στη­κε α­πό τις τουρ­κι­κές δυνά­μεις του Κε­μάλ που εί­χαν ή­δη α­να­συ­ντα­χθεί. Με την α­ρω­γή και ξέ­νων δυ­νά­μεων ο Κε­μάλ υ­πο­χρέ­ω­ σε τους Έλ­λη­νες σε ο­πι­σθο­χώ­ρη­ση και α­να­κα­τέ­λα­βε ο­λό­κλη­ρη την  Μ. Α­σί­α. Στις 9  Σε­πτεμ­βρί­ου 1922 κα­τα­λή­φθη­κε η Σμύρ­νη και πα­ρα­δό­θη­κε στις φλό­γες και την κα­τα­στρο­φή, ε­νώ τον Ο­κτώ­βριο κα­τα­λή­φθη­κε και η Θρά­κη.
Με την υ­πο­χώ­ρη­ση του ελ­λη­νι­κού στρα­τού και την α­νε­λέ­η­τη κα­τα­στρο­φή της Σμύρ­νης,  οι χρι­στια­νοί κά­τοι­κοι, Έλ­λη­νες και Αρ­μέ­νιοι, α­να­ζή­τη­σαν α­πε­γνωσμέ­να τρό­πο δια­φυ­γής προς το Αι­γαί­ο και την Ελ­λά­δα.
Η Ελ­λά­δα ά­νοι­ξε διά­πλα­τα τις πύ­λες της στους πρό­σφυ­γες που συ­νέρ­ρε­αν κατά χι­λιά­δες. Υ­πο­λο­γί­ζε­ται ό­τι πε­ρί­που έ­να ε­κα­τομ­μύ­ριο Έλ­λη­νες και πά­νω από ε­κα­τό χι­λιά­δες Αρ­μέ­νιοι πρό­σφυ­γες βρή­καν κα­τα­φύ­γιο στην Ελ­λά­δα ε­κείνη την πε­ρί­ο­δο.
Συ­γκε­κρι­μέ­να, μέ­χρι το Δε­κέμ­βριο του ’21, έ­φθα­σαν στις ελ­λη­νι­κές α­κτές 3950 Αρμέ­νιοι, α­πό την Κι­λι­κί­α και την Νι­κο­μή­δεια, στον Πει­ραιά, το Λαύ­ριο, το Βόλο, την Κα­λα­μά­τα και τα νη­σιά της Σύ­ρου, της Σά­μου, της Μυ­τι­λή­νης και της Χίου. Ο α­ριθ­μός των προ­σφύ­γων αυ­ξή­θη­κε το 1922, ι­διαί­τε­ρα στο διά­στη­μα Ιου­λί­ου - Νο­εμ­βρί­ου, ό­ταν Έλ­λη­νες και Αρ­μέ­νιοι κυ­ρί­ως α­πό Σμύρ­νη και Θρά­κη, έ­φθασαν και ε­γκα­τα­στά­θη­καν σε πρό­χει­ρες ε­γκα­τα­στά­σεις σε Α­θή­να και Πει­ραιά, στο Δουρ­γού­τι (Φιξ), το Πα­γκρά­τι, την Κοκ­κι­νιά (Νί­καια), τα Λι­πά­σμα­τα.
Η κυ­βέρ­νη­ση κα­τέ­βα­λε υ­πε­ράν­θρω­πες προ­σπά­θειες για να ε­ξα­σφα­λί­σει τα στοι­χειώ­δη - τρο­φή, στέ­γη, έν­δυ­ση -, διό­τι οι πρό­σφυ­γες δεν εί­χαν τί­πο­τε και δεν εί­χαν μπο­ρέ­σει να δια­σώ­σουν το πα­ρα­μι­κρό α­πό την πε­ριου­σί­α τους...
Εί­ναι σα­φές ό­τι οι συν­θή­κες δια­βί­ω­σης, ι­διαί­τε­ρα κα­τά το πρώ­το διά­στη­μα, δεν ή­ταν κα­θό­λου ευ­νο­ϊ­κές. Αρ­ρώ­στιες,  α­νε­παρ­κής σί­τι­ση και α­νύ­παρ­κτες συν­θή­κες υ­γιει­νής έρ­χο­νταν να προ­στε­θούν στην α­πό­γνω­ση αυ­τών των αν­θρώπων. Λό­γω αυ­τών των συν­θη­κών, μέ­χρι τα τέ­λη του 1922, υ­πο­λο­γί­ζε­ται ό­τι έ­χα­σαν τη ζω­ή τους πά­νω α­πό τρεις χι­λιά­δες πρό­σφυ­γες.
Το κα­λο­καί­ρι του 1923, με την υ­πο­γρα­φή της Συν­θή­κης της Λω­ζά­νης, στις 24 Ιου­λί­ου, η Α­να­το­λι­κή Θρά­κη περ­νά στην ε­πι­κρά­τεια της Τουρ­κί­ας, συμ­φω­νεί­ται η ανταλ­λα­γή των πλη­θυ­σμών και νέ­ο ρεύ­μα Ελ­λή­νων και Αρ­με­νί­ων προ­σφύ­γων κα­ταφθά­νει στην Ελ­λά­δα. Δια­σχί­ζο­ντας τον Έ­βρο, ε­γκα­θί­στα­ται κυ­ρί­ως στη Βό­ρειο Ελ­λά­δα, Θεσ­σα­λο­νί­κη,  Κα­βά­λα, Ξάν­θη, Κο­μο­τη­νή,  Α­λε­ξαν­δρού­πο­λη.... 
Με­τα­ξύ των προ­σφύ­γων πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και αρ­κε­τές χι­λιά­δες ορ­φα­νά Αρ­μενό­που­λα, που ε­πέ­ζη­σαν, με­τά τη Γε­νο­κτο­νί­α των Αρ­με­νί­ων το 1915, και δια­σώ­θη­καν κυ­ρί­ως χά­ρη στο αν­θρω­πι­στι­κό έρ­γο ιε­ρα­πο­στο­λι­κών ορ­γα­νώ­σε­ων. Βά­σει των υ­παρ­χό­ντων στοι­χεί­ων, 17.520 ορ­φα­νά Αρ­με­νό­που­λα βρή­καν κα­τα­φύ­γιο στην Ελ­λά­δα και ε­γκα­τα­στά­θη­καν ως ε­ξής στα διά­φο­ρα ορ­φα­νο­τρο­φεί­α και άλ­λες ε­γκατα­στά­σεις της χώ­ρας: στο Λου­τρά­κι 3.300, στην Κέρ­κυ­ρα 2.720, στον Ω­ρω­πό 2.000, και στο Ζάπ­πειο 2.000. Αρ­γό­τε­ρα ο α­ριθ­μός των ορ­φα­νών έ­φθα­σε τις 20.000, και τα παι­διά αυ­τά εγκα­τα­στά­θη­καν κυ­ρί­ως στη Σύ­ρο και την Κό­ριν­θο.
Με την πά­ρο­δο του χρό­νου, οι πρό­σφυ­γες, με μό­χθο και σκλη­ρή δου­λειά, ε­ξα­σφάλι­σαν τον βιο­πο­ρι­σμό τους, κυ­ρί­ως ως βιο­τέ­χνες, τε­χνί­τες ή έ­μπο­ροι - ξυλουρ­γοί, σι­δη­ρουρ­γοί, υ­πο­δη­μα­το­ποιοί, οι­κο­δό­μοι, αρ­το­ποιοί, υ­φα­ντουρ­γοί, χρυ­σο­χό­οι -, αλ­λά και ως δά­σκα­λοι και γρα­φιά­δες. Κα­θώς δεν ή­ταν ευ­κα­τα­φρόνη­τος ο α­ριθ­μός των Αρ­με­νί­ων, προ­τά­θη­κε α­πό την ελ­λη­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση να τους χο­ρη­γη­θεί η ελ­λη­νι­κή υ­πη­κο­ό­τη­τα. Η πρό­τα­ση, ω­στό­σο, α­πορ­ρί­φθη­κε α­πό αρ­με­νι­κής πλευ­ράς, κα­θώς, για με­γά­λο διά­στη­μα, οι πρό­σφυ­γες θε­ω­ρού­σαν προ­σωρι­νή την πα­ρα­μο­νή τους στην Ελ­λά­δα, ή­θε­λαν να κρα­τή­σουν την τουρ­κι­κή υ­πηκο­ό­τη­τα, ελ­πί­ζο­ντας ό­τι θα ε­πι­στρέ­ψουν στις ε­στί­ες τους και θα α­να­κτή­σουν τις πε­ριου­σί­ες τους.... Μά­λι­στα, οι ε­πι­κε­φα­λής της αρ­με­νι­κής κοι­νό­τη­τας προ­έ­βη­σαν σε δια­βή­μα­τα προς το ελ­λη­νι­κό υ­πουρ­γεί­ο Εξω­τε­ρι­κών, στην Ε­πι­τρο­πή Προ­σφύ­γων της  Κοι­νω­νί­ας των Ε­θνών και στην Ε­θνι­κή (δι­πλω­μα­τι­κή) Α­ντιπρο­σω­πεί­α του Μπο­γός Νου­μπάρ πα­σά. Ε­πι­τρο­πή της Κοι­νω­νί­ας των Ε­θνών ε­πισκέ­φθη­κε την Ελ­λά­δα για να ε­ξε­τά­σει ε­πι­τό­που την κα­τά­στα­ση και να α­να­ζη­τήσει λύ­σεις. 
Κά­ποιοι α­να­ζή­τη­σαν νέ­ους προ­ο­ρι­σμούς, προς τη Γαλ­λί­α ή τη Νό­τιο Α­με­ ρι­κή, και άλ­λοι ε­πα­να­πα­τρί­στη­καν στην Σο­βιε­τι­κή Αρ­με­νί­α.... Έ­τσι α­πό τις πε­ρί­που 100.000 Αρ­με­νί­ους που έ­φθα­σαν στην Ελ­λά­δα, στα τέ­λη της δε­κα­ε­τί­ας του ’20, ο αριθ­μός μειώ­θη­κε στους 65.000, εκ των ο­ποί­ων 36.600 κα­τοι­κού­σαν στην Α­θή­να, το Πει­ραιά και άλ­λες πε­ριο­χές της Στε­ρε­άς Ελ­λά­δος, και 28.300 στη Μα­κε­δο­νί­α και Θρά­κη.
Ό­ταν ξε­σπά ο Β’ Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος, πα­ρά τη σθε­να­ρή α­ντί­στα­ση και τις νίκες των Ελ­λή­νων ε­να­ντί­ον των Ι­τα­λών και των Βουλ­γά­ρων, οι γερ­μα­νι­κές δυνά­μεις, τον Α­πρί­λιο του 1941, ει­σβάλ­λουν στην Ελ­λά­δα και σε μι­κρό χρο­νι­κό διάστη­μα κα­ τα­λαμ­βά­νουν τη χώ­ρα. Ο βα­σι­λιάς Γε­ώρ­γιος ο Β’ και η κυ­βέρ­νη­σή του δια­φεύ­γουν στο ε­ξω­τε­ρι­κό. Σχε­δόν α­μέ­σως με­τά την κα­τά­λη­ψη της χώ­ρας αρ­χίζει και ο α­γώ­νας της ε­θνι­κής α­ντί­στα­σης κα­τά των κα­τα­κτη­τών. Κα­θό­λη τη διάρ­κεια του πο­λέ­μου και ι­διαί­τε­ρα με­τά το 1942, η πεί­να και οι α­σθέ­νειες θε­ρίζουν και με­γά­λος εί­ναι ο α­ριθ­μός των θυ­μά­των με­τα­ξύ του πλη­θυ­σμού. Το ί­διο ι­σχύ­ει φυ­σι­κά και για την αρ­με­νι­κή κοι­νό­τη­τα, η ο­ποί­α προ­σπα­θεί με κά­θε τρό­πο να α­ντι­με­τω­πί­σει την κα­τά­στα­ση και να ε­πι­βιώ­σει, κά­τω α­πό α­ντί­ξο­ες συν­θή­κες. Το έρ­γο της αν­θρω­πι­στι­κής α­ρω­γής α­να­λαμ­βά­νουν τα φι­λαν­θρω­πικά σω­μα­τεί­α, ε­νώ η Ε­πι­τρο­πή Κυ­ριών της Αρ­με­νι­κής Έ­νω­σης Α­γα­θο­ερ­γί­ας «Πα­ρεκορ­τζα­γκάν», σε συ­νερ­γα­σί­α με τον Ελ­λη­νι­κό Ε­ρυ­θρό Σταυ­ρό, στή­νει στο κέντρο της Α­θή­νας δω­ρε­άν συσ­σί­τια, για 300 α­να­ξιο­πα­θού­ντες. 
Κα­θώς η κα­τά­στα­ση ε­πι­δει­νω­νό­ταν, η η­γε­σί­α της αρ­με­νι­κής ορ­θό­δο­ξης κοι­νότη­τας, οι ε­πι­κε­φα­λής των Αρ­με­νί­ων Κα­θο­λι­κών και Προ­τε­στα­ντών, το Κε­ντρικό Αρ­με­νι­κό Συμ­βού­λιο, ο Αρ­με­νι­κός Κυα­νούς Σταυ­ρός, η Αρ­με­νι­κή Έ­ νω­ση Α­γαθο­ερ­γί­ας «Πα­ρε­κορ­τζα­γκάν» και η Φι­λό­πτω­χος Α­δελ­φό­τη­τα, συ­γκρό­τη­σαν α­πό κοι­νού μια Ε­θνι­κή Φι­λαν­θρω­πι­κή Ε­πι­τρο­πή. Η Ε­πι­τρο­πή δη­μιούρ­γη­σε α­μέ­σως δύ­ο κέ­ντρα πε­ρί­θαλ­ψης και σί­τι­σης, το έ­να στο Δουρ­γού­τι (Νέ­ος Κό­σμος) και το άλ­λο στην Κοκ­κι­νιά (Νί­καια). Κα­θώς οι α­νά­γκες αυ­ξά­νο­νταν, η Ε­πι­τρο­πή Κυ­ριών διεύ­ρυ­νε το πε­δί­ο της δρά­σης της, ε­ξα­σφα­λί­ζο­ντας δω­ρε­άν συσ­σί­τια για πε­ρί­που 3000 ά­το­μα. Στο Δουρ­γό­υ­τι, ο αρ­χι­μαν­δρί­της Χο­βαν­νές Γκαμ­σα­ρα­γκάν, στο προ­αύ­λιο του σχο­λεί­ου των Κα­θο­λι­κών, έ­στη­σε κου­ζί­να και προ­σέ­φε­ρε δωρε­άν φα­γη­τό στους α­νή­μπο­ρους της πε­ριο­χής.
Πα­ρά τις προ­σπά­θειες αυ­τές, το πρό­βλη­μα του λι­μού ο­ξυ­νό­ταν, ι­διαί­τε­ρα σε Α­θή­να και Πει­ραιά,  και κά­θε ε­βδο­μά­δα δε­κά­δες άν­θρω­ποι έ­χα­ναν τη ζω­ή τους.  Υ­πο­λο­γί­ζε­ται ό­τι πά­νω α­πό 2000 Αρ­μέ­νιοι έ­χα­σαν τη ζω­ή τους α­πό την πεί­να στο διά­στη­μα αυ­τό. Η κα­τά­στα­ση στη Βό­ρειο Ελ­λά­δα ή­ταν κά­πως κα­λύ­τε­ρη, αλ­λά επι­δει­νώ­θη­κε ι­διαί­τε­ρα με­τά το 1943 και υ­πο­λο­γί­ζε­ται ό­τι πε­ρί­που 1000 Αρ­μέ­νιοι α­πό την κοι­νό­τη­τα της Θεσ­σα­λο­νί­κης έ­χα­σαν τό­τε τη ζω­ή τους.
Αν­θρω­πι­στι­κή βο­ή­θεια για την δο­κι­μα­ζό­με­νη ελ­λη­νο-αρ­με­νι­κή κοι­νό­τη­τα έφθα­σε α­πό τις κοι­νό­τη­τες της Α­με­ρι­κής, της Γαλ­λί­ας, της Βουλ­γα­ρί­ας και της Ρου­μα­νί­ας. Η Αρ­με­νι­κή Έ­νω­ση Α­ρω­γής «ΧΟΜ», η Αρ­με­νι­κή Έ­νω­ση Α­γα­θο­ερ­γί­ας «Πα­ρε­κορ­τζα­γκάν» και άλ­λες ορ­γα­νώ­σεις κα­τέ­βα­λαν υ­πε­ράν­θρω­πες προ­σπάθειες για να ε­ξα­σφα­λί­σουν τρο­φή, ρού­χα και φάρ­μα­κα στους συ­μπα­τριώ­τες τους.  Στις δύ­σκο­λες αυ­τές μέ­ρες του πο­λέ­μου, οι Αρ­μέ­νιοι, ως ό­φει­λαν, α­γω­νί­στη­καν στο πλευ­ρό του δο­κι­μαζό­με­νου ελ­λη­νι­κού λα­ού. Πολ­λοί νέ­οι Αρ­μέ­νιοι ε­ντά­χθη­καν στον α­γώ­να  της εθνι­κής α­ντί­στα­σης  και θυ­σί­α­σαν τη ζω­ή τους στο βω­μό της ε­λευ­θε­ρί­ας. Ο Ναπο­λέ­ων Σου­κα­τζί­δης (1), η­γε­τι­κό στέ­λε­χος της ε­θνι­κής α­ντί­στα­σης, ε­παι­νώ­ντας την προ­σφο­ρά των Ελ­λη­νο-Αρ­με­νί­ων στην ε­θνι­κή α­ντί­στα­ση α­νέ­φε­ρε: «Οι Αρ­μέ­νιοι υ­πήρ­ξαν υ­πε­ρή­φα­νοι υ­πε­ρα­σπι­στές και συ­να­γω­νι­στές στον ελ­λη­νι­κό ε­θνι­κο-α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό α­γώ­να».Οι Έλ­λη­νες  α­ντι­στα­σια­κοί κα­τά­φε­ραν σο­βα­ρά πλήγ­ μα­τα στις κα­το­χι­κές δυνά­μεις και κα­τόρ­θω­σαν να α­πε­λευ­θε­ρώ­σουν πολ­λές πε­ριο­χές, κυ­ρί­ως στα ο­ρεινά, ό­που μά­λι­στα ο στρα­τη­γός Ζέρ­βας σχη­μά­τι­σε την προ­σω­ρι­νή κυ­βέρ­νη­ση του βου­νού, που δεν α­να­γνω­ρί­στη­κε, ω­στό­σο, α­πό τον ε­ξό­ρι­στο βα­σι­λιά. Τε­λι­κά, τον Α­πρί­λη του 1944, σχη­μα­τί­στη­κε νέ­α κυ­βέρ­νη­ση υ­πό τον Γε­ώρ­γιο Πα­παν­δρέ­ου. Με την βο­ή­θεια των βρε­τα­νι­κών δυ­νά­με­ων ε­πέ­στρε­ψε στην Α­θή­να και μέ­χρι τον Ο­κτώ­βριο εί­χε εκ­διώ­ξει α­πό ο­λό­κλη­ρη την Ελ­λά­δα τις γερ­μα­νι­κές, ι­τα­λι­κές και βουλ­γα­ρι­κές δυ­ά­μεις. Με­τά τη λή­ξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ξε­σπά ο εμ­φύ­λιος, με ο­δυ­νη­ρές συ­νέ­πειες για τον ήδη ε­ξα­θλιω­μέ­νο πλη­θυ­σμό της χώ­ρας...  Την ί­δια πε­ρί­ο­δο, η σο­βιε­τι­κή κυ­βέρ­νηση κα­λεί τους Αρ­μέ­νιους της δια­σπο­ράς να ε­πα­να­πα­τρι­στούν στην (Σο­βιε­τι­κή τό­τε) Αρ­με­νί­α για να συμ­βάλ­λουν στην οι­κο­δό­μη­ση της πα­τρί­δας.... Πολ­λοί Αρ­μέ­νιοι α­ντα­πο­κρί­θη­καν στο κά­λε­σμα, με­τα­ξύ αυ­τών και α­πό την Ελ­λά­δα.Έ­τσι στις 2 Αυ­γού­στου του 1947, ξε­κί­νη­σε α­πό τη Θεσ­σα­λο­νί­κη, το πρώ­το ρεύ­μα επα­να­πα­τρι­σμού - «κα­ρα­βά­νι» ό­πως α­πο­κα­λεί­ται στα αρ­με­νι­κά -προς την Αρμε­νί­α. Δύ­ο ε­βδο­μά­δες αρ­γό­τε­ρα, φεύ­γει α­πό την Α­θή­να το δεύ­τε­ρο «κα­ρα­βά­νι». Έ­τσι, με τα έ­ξι συ­νο­λι­κά «κα­ρα­βά­νια», με σο­βιε­τι­κά κυ­ρί­ως πλοί­α,  ως το τέλος του 1947, ε­πα­να­πα­τρί­στη­καν στην Αρ­με­νί­α 18.000 Αρ­μέ­νιοι. Πα­ράλ­λη­λα ση­μειώ­θηκε με­γά­λο ρεύ­μα με­τα­νά­στευ­σης Αρ­με­νί­ων κυ­ρί­ως προς Κα­να­δά και Αρ­γε­ντινή.
Ε­ντός 2-3 ε­τών δε­κά­δες οι­κο­γέ­νειες ε­γκα­τα­στά­θη­καν στο Μό­ντρε­αλ και στο Μπουέ­νος Ά­ι­ρες.  Έ­τσι συρ­ρι­κνώ­θη­κε ο συ­νο­λι­κός α­ριθ­μός των Ελ­λη­νο-Αρ­μενί­ων, που δεν ξε­περ­νού­σε πλέ­ον τις 20 - 25 χι­λιά­δες ψυ­χές. Τη δε­κα­ε­τί­α του ’50, έ­χουν ή­δη κλεί­σει τα δύ­ο σπου­δαί­α δη­μο­τι­κά σχο­λεί­α που λει­τουρ­γού­σαν στην Θεσ­σα­λο­νί­κη, ε­νώ στην Α­θή­να, το σχο­λεί­ο του Κυα­νού Σταυ­ρού συ­νε­νώ­θη­κε με το Ε­θνι­κό Εκ­παι­δευ­τή­ριο στο Δουρ­γού­τι. Με α­νά­λο­γη ρύθ­μι­ση συ­νε­νώ­θη­καν  το Ε­θνι­κό Εκ­παι­δευ­τή­ριο με το σχο­λεί­ο του Κυα­νού Σταυ­ρού «Ζα­βα­ριάν» στην Κοκ­κι­νιά. Η προ­τε­στα­ντι­κή κοι­νό­τη­τα δια­τή­ρη­σε για με­ρι­κά α­κό­μη χρό­νια το δι­κό της σχο­λεί­ο. Α­κο­λού­θη­σε μί­α τα­ραγ­μέ­νη πο­λι­τι­κά πε­ρί­ο­δος για την Ελ­λά­δα, με α­πο­κο­ρύ­φωση το πρα­ξι­κό­πη­μα των συ­νταγ­μα­ταρ­χών στις 21 Α­πρι­λί­ου 1967 και την ε­πτα­ε­τή χού­ντα, με διώ­ξεις και πε­ριο­ρι­σμούς των ε­λευ­θε­ριών.  Η κα­τά­στα­ση αυ­τή ε­πη­ρέα­σε φυ­σι­κά και την ε­λεύ­θε­ρη και α­πρό­σκο­πτη λει­τουρ­γί­α και της αρ­με­νι­κής κοι­νό­τη­τας. Δεύ­τε­ρο με­γά­λο πλήγ­μα για την Ελ­λά­δα και τον ελ­λη­νι­σμό γε­νι­κό­τε­ρα, ή­ταν η ει­σβο­λή και κα­τά­λη­ψη του βο­ρεί­ου τμή­μα­τος της Κύ­πρου α­πό την Τουρ­κί­α στις 20 Ιου­λί­ου 1974. Στις τα­ρα­χώ­δεις μέ­ρες που α­κο­λού­θη­σαν, η χού­ντα έ­πε­σε και η δη­μο­κρα­τί­α α­πο­κα­τα­στά­θη­κε στην Ελ­λά­δα. Σή­με­ρα, οι Αρ­μέ­νιοι έ­χουν μια ζω­ντα­νή και δρα­στή­ρια πα­ρου­σί­α στον Ελ­λα­δικό χώ­ρο, με κύ­ριες κοι­νό­τη­τες στην Α­θή­να, στον Πει­ραιά και στη Θεσ­σα­λο­νίκη και μι­κρό­τε­ρες στη βό­ρειο Ελ­λά­δα, σε Κα­βά­λα, Ξάν­θη, Κο­μο­τη­νή, Α­λε­ξαν­δρούπο­λη, Δι­δυ­μό­τει­χο, Ο­ρε­στιά­δα, αλ­λά και στο Η­ρά­κλειο της Κρή­της. Τε­λειώ­νο­ντας, α­ξί­ζει να κά­νου­με μια σύ­ντο­μη α­να­φο­ρά στον αρ­με­νι­κό τύ­πο στην Ελ­λά­δα. Α­πό την πρώ­τη σχε­δόν στιγ­μή της πα­ρου­σί­ας των Αρ­με­νί­ων προ­σφύ­γων στην Ελ­λά­δα, άρ­χι­σαν να εκ­δί­δο­νται ε­φη­με­ρί­δες και πε­ριο­δι­κά στην αρμε­νι­κή γλώσ­σα. Έ­τσι κυ­κλο­φό­ρη­σαν: η «Γερ­γκούν­κ» (1922-1923), η «Α­λίκ» (1923-1927), η « Νορ Α­λίκ» (1924 -1928), η «Νορ Ορ» (1924-1944), η «Χαγ­τα­νάκ» (1926- 1927), η «Α­σχα­ντάν­κ» (1926-1927), η « Χο­ρι­ζόν» (1927-1937), η «Νορ Σαρ­ζούμ» (1931- 1934), η «Σε­βάν» (1933-1936), η « Ζο­γο­βουρ­τί Τσά­ιν» (1930-1931), η «Νορ Γκιάν­κ» (1945-1947), η « Γερ­γκίρ» (1957-1968), η κα­θη­με­ρι­νή «Α­ζάτ Ορ» (1945 μέ­χρι σή­με­ρα), η «Νορ Α­σχάρ» (δε­κα­πεν­θή­με­ρη μέ­χρι σή­με­ρα) και άλ­λες που εκ­δό­θη­καν για πο­λύ σύ­ντο­μο χρο­νι­κό διά­στη­μα.

 

 

 

(1) Να­πο­λέ­ων Σου­κα­τζί­δης: Ή­ρω­ας της ε­θνι­κής α­ντί­στα­σης που ε­κτε­λέ­στη­κε α­πό τους Γερ­μα­νούς στο Σκο­πευ­τή­ριο της Και­σα­ρια­νής.