Ο Αντρανίκ πασά... όπως τον έζησα Εκτύπωση E-mail

Μια μικρή, πικρή μνήμη για τον Αντρανίκ Πασά, έτσι σαν μνημόσυνο για τον πατέρα μου, που υπήρξε στρατιώτης του.

 

Χατσαντούρ Νικογός Ιντζεγιάν,

δημοσιογράφος-λογοτέχνης

Τεύχος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2008

 

 

Ακούγεται περίεργο. Τον έζησα; Πώς είναι δυνατόν; Κι όμως ναι, τον έζησα το στρατηγό μας, μέσα από την κλασική φωτογραφία του με το κοζάκικο καλπάκι του και τα φισεκλίκια του σταυρωτά. Είχε στη μέση του ένα πιστόλι κι, αν θυμάμαι καλά, είχε κρεμασμένα στο στήθος του τα κιάλια του. Είχε ένα βλέμμα αετήσιο κάτω από τα πυκνά φρύδια του. Σοβαρός, βαρύς, με ένα βάθος στο βλέμμα του, σαν να κοίταζε πέρα μακριά κατά το στρατό του που πολεμούσε λυσσασμένα τους αφιονισμένους σφαγιαστές μας… τους Τούρκους του Ενβέρ ή του Ταλαάτ.

Από τις πρώτες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας ήταν αυτή η φωτογραφία. Με αυτή τη φωτογραφία θαρρώ πως γεννήθηκα, με αυτή τη φωτογραφία του μέσα σε ακριβό ξυλόγλυπτο κάδρο μεγάλωσα και με το καντήλι να ανάβει μπροστά του κάθε σαββατοκύριακο.

Ο πατέρας μου, ο Νικογός Ιντζεγιάν, είχε πολεμήσει ως υπαξιωματικός υπό τας διαταγάς του Αντρανίκ και μας διηγούνταν απίστευτες ιστορίες ηρωισμών. Η αγαπημένη του ήταν, όταν ο Αντρανίκ όρθιος, ακάλυπτος, προσπαθούσε να ενισχύσει το ηθικό των στρατιωτών του, που τον λάτρευαν και τον παρακαλούσαν να προφυλαχτεί. Πάντα μπροστά, όρθιος, τους εμψύχωνε.

Κάποια στιγμή φώναξε τον πατέρα μου και του έδωσε ένα μήνυμα να το πάει απέναντι στο ρώσο στρατηγό. «Σε εμπιστεύομαι ότι θα τα καταφέρεις», του είπε και του έσφιξε το χέρι. Αυτή η χειραψία είχε γίνει για όλους μας, που τον ακούγαμε τα βράδια γύρω από τη σόμπα, η αγαπημένη μας στιγμή που περιμέναμε πώς και πώς να μας τη διηγηθεί.

«Πες μας, μπαμπά, πώς έγινε», τον παρακαλούσαμε. Κι αυτός μας έλεγε και ξανάλεγε στιγμές μεγαλείου. Κι ύστερα τραγουδούσαμε τον εθνικό ύμνο «Παμπ βοροντάν» ή κάπως έτσι, δε θυμάμαι πια, ή τον άλλον, από το Ζεϊτούν. Κι ύστερα; Τον βλέπαμε που δάκρυζε και μας έπιαναν και εμάς τα κλάματα.

Κάθε σαββατοκύριακο άναβε το καντήλι του. Μόνος του. «Αυτή είναι δική μου δουλειά», έλεγε και δεν άφηνε ούτε τη μάνα να το ανάψει. Μια-δυο φορές τον είχα δει κρυφά που στεκόταν για ώρες μπροστά στη φωτογραφία συλλογισμένος κι άλλοτε δακρυσμένος. Τέτοια ώρα δεν έμπαινε κανείς στο δωμάτιο. Τον αφήναμε με τις αναμνήσεις του: την πρώτη του οικογένεια, που την είχαν σφάξει, το μακρινό του χωριό, τους συμπολεμιστές του. Μια φορά που κρυφοκοίταζα, τον είδα που άναβε το καντήλι και μετά σε στάση προσοχής χαιρετούσε στρατιωτικά το στρατηγό του.

Όχι, δεν ήταν τρελός, ούτε αλλοπαρμένος. Ήταν από το Κεμάχ, επαρχία του Ερζερούμ, από το χωριό Πακαρίτζ, και είχε νιώσει στο πετσί του τις σφαγές των Τούρκων το φοβερό ’15, όταν όλοι οι νέοι είχαν καταφύγει στα βουνά αντάρτες και οι Τούρκοι είχαν σφάξει στο χωριό τους όλη του την πρώτη οικογένεια: τη μάνα του, τη γυναίκα του και τα πέντε μικρά του παιδιά που τα κεφαλάκια τους τα βρήκε κατεβαίνοντας μετά στο χωριό, επάνω στο φράχτη.

Εμείς είμαστε η δεύτερή του οικογένεια, αφού παντρεύτηκε τη μάνα μου, Αρμένισσα της Σμύρνης, το ’22. Μια φρίκη που δεν μας τη διηγήθηκε ποτέ ο ίδιος -δεν άντεχε να την πει- αλλά την έμαθα από τον τότε κουνιάδο του, τον Νισάν Ντεργαζαριάν, μαζί με τον οποίο είχαν καταφύγει αντάρτες και μετά στρατιώτες στον αρμενικό στρατό με τους Ρώσους και στρατηγό τον Αντρανίκ πασά.

Δυο-τρεις φορές το χρόνο με έπαιρνε μαζί του στα Γιάννενα (μέναμε στην Άρτα τότε) και εκεί συναντούσε τα ξαδέλφια του, τους Αγκόπ και Σιμόν Μαργκοσιάν και τον Μπογός Μαργκοσιάν, που έρχονταν από την Κέρκυρα. Ήταν όλοι τους στρατιώτες του Αντρανίκ και έκαναν το μνημόσυνο του στρατηγού. Ο θείος Αγκόπ είχε μεγάλη φωτογραφία του Αντρανίκ στο καφεκοπτείο του και ένα καντήλι που το άναβε κάθε τόσο.

Εκεί, μετά το μνημόσυνο, έκαναν κάτι ολονυκτίες με ούζο, παστουρμά και τουρσί λάχανο. Τραγουδούσαν με το ούτι τους καημούς της πατρίδας και των δικών τους, που όλοι τους είχαν χαθεί σε εκείνες τις απάνθρωπες σφαγές, τις αιματοβαμμένες ημέρες του 1915, στο Ερζερούμ, στο Κεμάχ, στο Πακαρίτζ. «Βάι-βάι, έρμη πατρίδα», τραγουδούσαν.

Εκεί, ένα βράδυ, μας έβαλαν εμένα, τον Αντρανίκ, το γιο του Σιμόν, και τον Κατσάζ, γιο του Μπογός, οχτώ ή δέκα-δώδεκα χρονών παιδιά τότε να ορκιστούμε πάνω στο ευαγγέλιο πως όσο ζούμε δε θα δώσουμε το χέρι μας σε Τούρκο.

Τα θυμήθηκα όλα αυτά διαβάζοντας στο προηγούμενο τεύχος των «Αρμενικών» για το εστιατόριο «Αντρανίκ» και με έπιασαν τα κλάματα. Ναι, κάτι κλάματα σα μικρό παιδί.

Πού να ξέρανε, πού να φαντάζονταν ότι θα έρχονταν Τούρκοι στο Ερεβάν για ποδόσφαιρο; Βάι-βάι, που τραγούδαγε η παρέα με το ούτι!

Δεν ζούνε πια ούτε ο πατέρας ούτε οι άλλοι συμπολεμιστές και στρατιώτες του Αντρανίκ. Ο ίδιος πέθανε νομίζω στη Γαλλία. Κάθε που πάω στο νεκροταφείο μαζί με το κερί για τον πατέρα μου ανάβω κι ένα για τον Αντρανίκ πασά.

Βάι-βάι, έρμη πατρίδα!

 


Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 4 επισκέπτες συνδεδεμένους