Το Αρμενάκι Εκτύπωση E-mail

armenaki

Του Γιώργου Αντ. Πέππα
Οκτώβριος- Δεκέμβριος 2016, τεύχος 91

O αρμενικός λαός είναι από τους αρχαιότερους, με τον δικό του θαυμαστό πολιτισμό. Μα δεν αφέθηκε ήσυχος κι αφέντης στον τόπο του. Πέρσες, Άραβες, Σταυροφόροι, Μαμελούκοι, ακόμη και Βυζαντινοί μπαινόβγαιναν στα εδάφη του. Η δυστυχία, η υποτέλεια, η ταπείνωση όλο κι έσπρωχναν τον αρμενικό πληθυσμό στην προσφυγιά. Μα η μεγάλη συμφορά ήρθε από την Τουρκία. Οι Σελτζούκοι σκόρπισαν τον θάνατο και κατέλυσαν το κράτος τους. Αλλά οι Αρμένιοι αρνήθηκαν ν’ αφομοιωθούν. Πάσχιζαν για τη διατήρηση της εθνικής τους συνείδησης. Κρυφός τους πόθος η παλιγγενεσία τους. Καλλιεργούσαν το εθνικό τους φρόνημα, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα έθιμά τους. Αυτό, όμως, δεν άρεσε στους Οσμανλήδες, που ήθελαν σαν Λερναία Ύδρα να τους καταπιούν. Πανισλαμισμός κα παντουρκισμός τα σχέδιά τους. Γνωστός ο τρόπος τους: σφαγές και ξανά σφαγές!
Έλληνες κι Αρμένιοι νωρίς συναντήθηκαν. Απ’ τον καιρό του ελληνολάτρη Τιγράνη, βασιλιά των Αρμενίων, και του πεθερού του Μιθριδάτη, βασιλιά του Πόντου. Ο Χριστιανισμός τους έφερε ακόμη πιο κοντά. Κι ήταν γραφτό μαζί να γνωρίσουν, αργότερα, τις φρικαλεότητες των Νεότουρκων. Δεν ήταν, λοιπόν, καθόλου παράξενο που πολλοί απ’ τους Αρμένιους που κατάφερναν να γλυτώσουν το μαχαίρι, παίρνοντας τον δρόμο της προσφυγιάς, έβρισκαν καταφύγιο στον ελλαδικό χώρο.
Το 1897, κατά τις Χαμιδικές σφαγές, έφθασαν στην Ελλάδα κάπου τρεις χιλιάδες ψυχές. Και το 1915-16, τον καιρό της συστηματικής Γενοκτονίας των Αρμενίων, ένα μεγάλο κύμα τους εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, τον Πειραιά, τη Χίο, τη Μυτιλήνη και την Πελοπόννησο. Ένας ακόμη μεγαλύτερος αριθμός Αρμενίων κατέφυγε στην Ελλάδα με τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Από τους τελευταίους αυτούς κατατρεγμένους, καμπόσοι, όλοι τους «χαϊασταντσί», έφθασαν και στην Καμάριζα, στον οικισμό που είχε σχηματιστεί από τους εργαζόμενους στα ορυχεία της Λαυρεωτικής, ζητώντας δουλειά κι ελπίδα επιβίωσης. Άντρες, γυναίκες και παιδιά στοιβάχτηκαν στον εγκαταλελειμμένο παλιό στρατώνα. Είχε φτιαχτεί για να στεγάσει τη στρατιωτική δύναμη καταστολής του εργατικού αγώνα των μεταλλωρύχων ενάντια στους εκμεταλλευτές τους της εταιρείας του Σερπιέρη.
Η δουλειά του μεταλλωρύχου είναι σκληρή, επικίνδυνη και φοβερά ανθυγιεινή. Αληθινό υποχθόνιο κάτεργο οι γαλαρίες. Η πτώση πέτρινων όγκων συχνή. Η μολυβδίαση, η πνευμονοκονίαση δηλαδή από τους κόκκους του μόλυβδου που έμπαιναν στα πνευμόνια του εργάτη καθώς ανέπνεε, τον καταντούσε με τον καιρό πεσμένο, χωρίς κουράγιο. Η δυσκολία του ν’ αναπνεύσει, ο ασταμάτητος βήχας κι η αιμόπτυση ήταν τα σημάδια του πρόωρου τέλους του. Ήταν και το χτικιό από κοντά, που βρίσκοντας τον εργάτη αδύναμο, τον αποτελείωνε. Διπλή περιπνευμονία, έλεγε η εργατιά. Που σήμαινε θανατική καταδίκη.
Σχεδόν ανύπαρκτο και το νερό. Πού να φθάσουν τα λιγοστά πηγάδια. Κι αυτά με ακατάλληλο νερό. Περισσό το φθόριο, ο μόλυβδος και τα άλλα βλαβερά μέταλλα που περιείχε. Καφετί ήταν το, έτσι κι αλλιώς, πικρό χαμόγελο των ανθρώπων της Καμάριζας. Οι σοβαρές αρρώστιες συμπλήρωναν τις συνθήκες αποδεκατισμού του πληθυσμού και πρώτα των εργατών. Πολύ μεγάλο και το θανατικό των παιδιών. Οι παιδικές αρρώστιες έδιναν κι έπαιρναν. Φάρμακο το γαϊδουρόγαλα. Όμως λίγα παιδιά γλύτωναν. Κάθε μάνα είχε να λέει για τα παιδιά που γέννησε: τόσα παιδιά, τόσα στη ζωή!
Όλα αυτά, όμως, δεν τα λογάριαζαν αυτοί οι νέοι εργάτες, τροφή ενός άλλου Μινώταυρου. Όπως οι άλλοι εργάτες, έτσι κι αυτοί. Όταν μάλιστα αναλογίζονταν τις κακουχίες, τα φοβερά «αμελέ ταμπουρού» (τάγματα εργασίας) και τα καραβάνια του θανάτου που εγκληματικά και νοσηρά μυαλά είχαν συλλάβει και εφαρμόσει για τον αφανισμό των χριστιανών της Μικρασίας, έκαναν υπομονή. Η νέα γενιά, γιατί όχι, θα είχε καλύτερη τύχη.
Με τον καιρό, άλλοι κατέβαιναν στο Λαύριο κι άλλοι χτίζανε χαμόσπιτα κάτω από την αγορά του οικισμού, κοντά στη λιδωρικιώτικη γειτονιά.
Ανάμεσα στους πρόσφυγες ήταν και το 26χρονο παλικαράκι, ο Ισραήλ Μαγκογιάν, από το Κέγι, κωμόπολη των νοτινών του Πόντου. Είχε πολλά χαρίσματα και γρήγορα αγαπήθηκε από τους άλλους εργάτες. Στη δουλειά φιλότιμος και καρτερικός. Στις συναναστροφές του σεμνός, γελαστός κι ευγενικός.
Για όλους ήτανε το «Αρμενάκι». Έτσι τον ξέρανε. Τραγουδούσε κι ωραία. Η φωνή του γλυκιά, μελωδική, κελαριστό νεράκι. Το ούτι του, που είχε κατορθώσει να φέρει μαζί με τα λιγοστά του πράγματα, συνόδευε τα τραγούδια του. Τραγούδια μακρόσυρτα, νοσταλγικά, πάνω στους μουσικούς δρόμους των «χαϊρέν» της τέχνης των «κουσάν» (=βάρδων). Τραγούδια γεμάτα από τον πόνο των «μπαντουχτ»(=ξενιτεμένων). Τον καταλάβαιναν ακούγοντάς τον, ακόμη κι οι Ελλαδίτες, κι ας μην ήξεραν την αρμενική τη γλώσσα. Δεν χάλαγε χατίρι όταν τον παρακαλούσαν να τραγουδήσει. Μα εκείνος, τις περισσότερες φορές, έπαιρνε το ούτι του και τραγουδούσε μόνος ή συντροφιά με λίγους δικούς του. Κάπου κάπου αναστέναζε, συλλογιζόταν: «Γιατί τέτοια κακότητα στον κόσμο; Πότε θα ημερέψουν οι άνθρωποι; Γιατί ν’ αναγκαστεί να φύγει από την πατρίδα του;» Άλλοτε πάλι ονειροπολούσε…Να ήταν, έλεγε, αρχή καλοκαιριού, να είναι στην πατρίδα του, να περπατήσει ανάμεσα στις βερικοκιές, ν’ αγναντέψει τα πανύψηλα βουνά, να βρεθεί στις όχθες του Βαν, να πάει στο Ετσμιατζίν να προσκυνήσει τα λείψανα του αγίου Γρηγορίου του Φωτιστή, να πάρει ευλογία απ’ τον Καθολικό τους.
Ήταν Απρίλης του 1925. Η πρώτη βάρδια είχε μεσιάσει αυτήν τη μέρα. Ο Μούτσης, ο μηχανοδηγός του αναβατόριου στο πηγάδι του Σερπιέρη, ήταν στη θέση του, βάζοντάς το σε κίνηση, ανταποκρινόμενος στις εντολές που έπαιρνε ακούγοντας τον αριθμό των χτύπων του σήμαντρου, καταπώς το κανόνιζαν από κάτω με το σχοινάκι που τραβούσαν: Πάνω, κάτω, μεταφορά μεταλλείου, μεταφορά άλλων φορτίων κλπ.
Αυτήν τη φορά δε χτύπησε μόνο μια φορά, ούτε μόνο δυο, ούτε μόνο τρεις. Συνέχισε να χτυπάει κι έφτασε τις οχτώ! Σκοτείνιασε το βλέμμα του Κώστα του Μούτση! Ήταν έμπειρος! Αναστέναξε, έβγαλε την τραγιάσκα του, χτύπησε ελαφρά με την παλάμη του το μέτωπό του και, κάνοντας τον σταυρό του, μουρμούρισε:
- «Πάλι;»
Τα ατυχήματα, που τις περισσότερες φορές οφείλονταν στη βουλιμία των εργολάβων που πάσχιζαν για την εξαγωγή πιότερης ποσότητας μεταλλείου, κάθε άλλο παρά σπάνια ήταν. Κι η ανησυχία των κατοίκων για την τύχη των εργαζομένων στις μπούκες ήταν πάντα παρούσα. Το κακό ακουμπούσε όλους, είτε ήταν για συγγενή είτε όχι. Όμως η σκέψη καθενός και καθεμιάς πήγαινε στα πρόσωπα της οικογένειας. Οι διάφοροι χώροι εξόρυξης ήταν μαρκαρισμένοι με τον δικό τους αριθμό και τους ξέρανε. Κι αν άκουγαν πως το κακό έγινε σε πόστο όπου δούλευε δικός τους άνθρωπος, σύζυγος, πατέρας, γιος, αδελφός, τους ζώνανε τα φίδια.
Το θλιβερό μαντάτο δεν άργησε να μαθευτεί. Μαζεύτηκαν ταραγμένοι οι χωριανοί κοντά στη Γάβρια. Στα πρόσωπά τους ήσαν ζωγραφισμένες η αγωνία, η θλίψη, η απογοήτευση. Κι όλο να ρωτάνε:
-«Πού έγινε; Πώς έγινε; Ποιος φταίει; Σε ποια φαμίλια έπεσε η συμφορά;»
Ήταν σπουδαίος χειριστής ο Κώστας Μούτσης. Αν ήταν ν’ ανεβάσει μετάλλευμα, μαρσάριζε από το τρίτο πάτωμα κι έκοβε στο δεύτερο. Με τη φόρα έβγαινε επάνω το φανάρι με τη μπανιέρα. Τώρα έβαλε σε κίνηση το βίτζι στην πιο αργή του κίνηση.
-«Ανεβαίνει ο γαμπρός», ψέλλισε…
Να πώς έγινε το κακό. Είχανε σκάσει τα φουρνέλα στην εργασία Νο 35. Σειρά των μπαζαδόρων να μαζέψουν τα πετρώματα και να τα φορτώσουν στα βαγόνια που θα έβγαιναν επάνω. Ο φωτισμός από τη λάμπα της ασετυλίνης λίγος. Δε φαινόταν κάπου να χουματίζει. Όμως το δρεπάνι του Χάρου ήταν κρυμμένο στο μπλόκο, τον πέτρινο όγκο που δεν έδειχνε πως ήταν έτοιμος να πέσει. Περίμενε, αλίμονο, το Αρμενάκι σ’ ένα θανάσιμο ραντεβού. Τρέξαν οι σύντροφοι, λευτέρωσαν το λιανό κορμί του, μα το Αρμενάκι δεν είχε πια αναπνοή. Δεν θα ξανατραγουδούσε! Κι ήταν μόλις είκοσι εννιά χρονών ...
Με θρήνους και κοπετούς μεταφέρθηκε το λείψανο του άτυχου παλικαριού στο φαρμακείο, όπου κατέφθασαν ο διευθυντής μηχανικός της εταιρείας, ο αστυνόμος κι ο γιατρός. Κι από κει στο Λαύριο, όπου ήρθε ο ιατροδικαστής. Για την αιτία του δυστυχήματος αποκρίθηκαν οι αρμόδιοι με μια γνώμη, όπως πάντα: «Ο θάνατος οφείλεται αποκλειστικώς εις υπαιτιότητα του ιδίου του παθόντος. Επέδειξε επιπολαιότητα...!».
Το Αρμενάκι αναπαύεται στο μικρό κοιμητήριο του χωριού, «στην αρμενική γειτονιά των μακάρων», κοντά στον άγνωστο, σήμερα, πατριώτη του και στον μεγαλύτερό του Ντικράν Ντεπογιάν, που τον έφαγε το χτικιό και το μολύβι, δίπλα στα αγγελούδια, τον Αγικάζ Ντεπογιάν, δύο ετών, τα διδυμάκια Μισάκ και Σετράκ Τατοσιάν, ενός και τεσσάρων μηνών, και την Ελενίτσα Χαρογιάν, πέντε ετών.

 

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 38 επισκέπτες συνδεδεμένους