Αντρανίκ Καπικιάν: «Μόνο το όνομά του!!» Εκτύπωση E-mail

Νουνιά Γεραμιάν

Τεύχος 57: Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2008

 

Μια εικόνα παιδικής μνήμης: Κέρκυρα. Κάπου στη δεκαετία του ’60. Απογευματάκι. Τέλος ανοίξεως. Το καλοκαίρι προ των πυλών. Η φύση ανανεώνεται, το ίδιο και οι άνθρωποι. Το υπέροχο μπλε του ουρανού και της θάλασσας του Ιονίου, δεν αφήνει ασυγκίνητη την μόνιμα πολυάσχολη μητέρα μου, η οποία κρατώντας με από το χέρι, μου ανακοινώνει ότι θα πάμε στον προορισμό μας από τα Μουράγια, να κάνουμε και μια βόλτα. Περίπου στη μέση της διαδρομής, σταματάμε μπροστά σε ένα καφενείο. Οι δυο μεγάλες πόρτες-είσοδοι είναι διάπλατα ανοικτές.

Μπροστά στη δεξιά πόρτα κάθεται η συμπατριώτισσά μας η ντιγκίν Ζβάρτ, της οποίας τα ταλαιπωρημένα από τις δουλειές χέρια και δάκτυλα κεντούν με περισσή δεξιοτεχνία και γρηγοράδα με το βελονάκι μικρά αριστουργήματα και δεν σταματούν να εργάζονται καθ’ όλη τη διάρκεια της κουβέντας με τη μητέρα μου. Στο βάθος του μαγαζιού, μια ανδρική φιγούρα πηγαινοέρχεται πίσω από τον πάγκο (ή μήπως τους πάγκους;), προετοιμάζοντας τα απαραίτητα για να υποδεχθεί τους πελάτες του. Είναι ο μπαρόν Αντρανίκ Καπικιάν, ο σύζυγος της κας Ζβάρτ και ιδιοκτήτης του ομώνυμου καταστήματος.

 

 

Κάθε παρατηρητικός ταξιδιώτης, επιβάτης οχηματαγωγού ανοικτού τύπου - (του επιλεγόμενου κερκυραϊστί παντούφολα!!) της γραμμής Ηγουμενίτσας-Κέρκυρας, μπορεί και σήμερα να δει και να διαβάσει άνετα από θαλάσσης το όνομα του καφεστιατορίου πλέον, ΑΝΤΡΑΝΙΚ.

Εμείς προσπαθήσαμε να μάθουμε την ιστορία του καφενείου αυτού. Έτσι, τα βήματα του περιοδικού οδηγήθηκαν στη Θράκη και συγκεκριμένα στην Κομοτηνή, προκειμένου να συναντήσουν την κα Ζαρμουή Καπικιάν-Φιλιπποσιάν, η οποία με μεγάλη ευχαρίστηση αλλά και συγκίνηση μας φιλοξένησε και μας μίλησε για την οικογένειά της.

«Ο πατέρας μου, Αντρανίκ Καπικιάν, γεννήθηκε στη Σεβάστεια το 1900. Η οικογένειά του ήταν εύπορη. Ζούσαν από την κτηνοτροφία. Από τη γενοκτονία του 1915, μόνον ο ίδιος κατόρθωσε να επιζήσει. Οι γονείς του, τ’ αδέλφια του και όλοι του οι συγγενείς σφαγιάσθηκαν. Δυστυχώς δεν ξέρω λεπτομέρειες, αλλά μας έλεγε ότι για κάποιο διάστημα, μικρό παιδί, υπηρέτησε ως βοηθητικός στον αρμενικό στρατό, κουβαλώντας σε τσουβάλια ψωμί για τους στρατιώτες φενταΐ.

Μετά από πολλές δυσκολίες και περιπέτειες μπήκε στο ορφανοτροφείο - ίσως ήταν το Lord Mayor’s Foundation - με το οποίο πήγε στην Κέρκυρα.

Πρέπει να ήταν 20-25 ετών, όταν με την εργατικότητά του αλλά και με την ηθική υποστήριξη του γιατρού Χοσρόφ Χαϊραμπεντιάν - (σημαντική προσωπικότητα της αρμενικής κοινότητας του νησιού, στη δεκαετία του ’40 διετέλεσε και πρόεδρος της Γενικής Αρμενικής Ένωσης Αγαθοεργίας στην Κέρκυρα) - κατόρθωσε να αγοράσει το μαγαζί αυτό, το οποίο ήταν στάβλος και ο ιδιοκτήτης του ήταν Γερμανός. Σιγά σιγά το μετέτρεψε σε καφενείο, το οποίο στις επόμενες δεκαετίες έζησε ημέρες δόξας.

Η μητέρα μου, Ζβάρτ Καραγκιοζιάν, γεννήθηκε στα Άδανα. Ήταν μοναχοκόρη. Η μητέρα της, φοβούμενη από τις συχνές επιθετικές κινήσεις των Τούρκων προς τους Αρμενίους και για να την προφυλάξει, την είχε βάλει σε ένα αγγλικό ορφανοτροφείο.

Η μητέρα μου, μας έλεγε ότι όταν ήταν κοριτσάκι είχε πολύ μακριά μαλλιά και κάθε πρωί η γιαγιά μου πήγαινε στο ορφανοτροφείο για να την δει, να την χτενίσει και να πλέξει τα μαλλιά της σε ωραία πλεξίδα. Και ένα πρωί, θα ήταν 6-7 χρονών, περίμενε ώρα πολλή τη μητέρα της κλαίγοντας, αλλά δυστυχώς δεν την ξαναείδε ποτέ. Έμεινε πεντάρφανη, διότι έχασε όλους τους συγγενείς της κατά τη γενοκτονία του 1915. Με το ορφανοτροφείο, πήγε αρχικά στην Κύπρο και κατόπιν στην Κέρκυρα.

Στο ορφανοτροφείο έμαθε διαφόρων ειδών κεντήματα, έκανε ωραίους ντολέδες (μπιμπίλες) με τη βελόνα του ραψίματος και μεγαλώνοντας δούλευε, όπως και τα υπόλοιπα κορίτσια, για λογαριασμό του ιδρύματος, το οποίο πωλούσε τα κεντήματα προκειμένου να έχει έσοδα.

Η μοίρα ένωσε τις ζωές του πατέρα μου και της μητέρας μου, μέσω ενός προξενιού το οποίο προτάθηκε στον πατέρα μου από μια συμπατριώτισσά μας.

Ο γιατρός Χοσρόφ Χαϊραμπεντιάν πάντρεψε τους γονείς μου και βάφτισε και εμάς δίνοντας το όνομα του γιου του Σιρούν στο μεγάλο μου αδελφό, της γυναίκας του Ζαρμουή σ’ εμένα - τους οποίους είχε ήδη χάσει - και το δικό του Χοσρόφ, στο δεύτερο αδελφό μου, ο οποίος πέθανε σε πολύ μικρή ηλικία.

Και οι δύο γονείς μου δούλευαν ακατάπαυστα στο καφενείο μας. Η μητέρα μου έφτιαχνε όλα τα γλυκά του μαγαζιού, αλλά και τους πικάντικους ανατολίτικους μεζέδες για το ουζάκι ή την μπύρα, ενώ ο πατέρας μου έφτιαχνε το περίφημο παγωτό καϊμάκι, βάσει της συνταγής και τεχνικής τις οποίες γνώριζε από την πατρίδα. Το παγωτό, έγινε πλέον το «σήμα κατατεθέν» του καταστήματος και δεν υπήρξε ντόπιος ή ξένος πελάτης, ανώνυμος ή επώνυμος που να μην το έχει δοκιμάσει. Ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄, ο οποίος κάθε χρόνο παραθέριζε στην Κέρκυρα, γεύθηκε τη νοστιμιά του σερβιρισμένο από τα χέρια του έκπληκτου και αμήχανου ιδιοκτήτη Αντρανίκ, ο οποίος επ’ ουδενί λόγο δεχόταν αμοιβή εκμέρους του και μάλιστα απειλούσε ότι θ’ αυτοκτονήσει εάν ο βασιλιάς επέμενε να τον πληρώσει.

Ο πατέρας μου απεδείχθη ικανός αλλά και πρωτοπόρος επιχειρηματίας για την εποχή του. Στη δεκαετία του ‘50 τόλμησε να φέρει τις καλύτερες τραγουδίστριες, οι οποίες εμφανίζονταν το καλοκαίρι στον αίθριο χώρο του μαγαζιού μας, συνοδευόμενες από πενταμελή ορχήστρα: πιάνο, δυο κιθάρες, σαξόφωνο και ντραμς. Ο γνωστός μουσικοσυνθέτης Γιώργος Κατσαρός συμμετείχε στην ορχήστρα του μαγαζιού μας. Εκτός από τους πελάτες του μαγαζιού, οι οποίοι απολάμβαναν το πρόγραμμα, διπλά ωφελημένοι ήταν και οι περιπατητές Κερκυραίοι, οι οποίοι στέκονταν για να ακούσουν τα τραγούδια των καλλιτέχνιδων και μάλιστα δωρεάν!! Η πρωτοβουλία αυτή διήρκησε έως το 1956, καθώς η δημιουργία των αμιγώς κέντρων διασκέδασης στην πόλη, καθιστούσε ασύμφορο τον ανταγωνισμό.

Ήταν όμως και το πρώτο ή τουλάχιστον από τα πρώτα μαγαζιά το οποίο διέθετε τζουκ-μποξ. Ο πατέρας μου εργαζόταν πολλές ώρες και κρατούσε το μαγαζί ανοικτό χειμώνα-καλοκαίρι, μέχρι τις πρώτες πρωϊνές ώρες της ημέρας. Κοιμόταν πολύ λίγο.

Εννοείται, ότι είχε αποκτήσει τους τακτικούς του πελάτες, ενώ οι Κερκυραίοι γλεντζέδες δεν παρέλειπαν να τελειώνουν τις βραδιές της διασκέδασής τους στο καφενείο μας, όπου ο πάντα πρόθυμος Αντρανίκ τους σέρβιρε καφέδες, τσάι ή κονιάκ.

Το πρωί άνοιγε το μαγαζί η μητέρα μου.

Τον πατέρα μου τον αγαπούσαν και τον εκτιμούσαν πάρα πολύ, όλοι οι Κερκυραίοι.

Και ξαφνικά, αρχές Φεβρουαρίου 1968, έφυγε για πάντα εξ’ αιτίας καρδιακής προσβολής. Ήταν 68 ετών. Φροντίσαμε με το σύζυγό μου και τον κηδέψαμε σύμφωνα με το τελετουργικό της εκκλησίας μας. Ο πατήρ Κεγάρτ Μπαμπογλιάν χοροστάτησε στην εξόδιο ακολουθία. Έζησε και πέθανε ως Αρμένης. Στην τελευταία του κατοικία τον συνόδευσε, βαθιά συγκινημένη, όλη η Κερκυραϊκή κοινωνία, Αρμένιοι και Έλληνες.

Μετά το θάνατό του, η μητέρα μου ανέλαβε να συνεχίσει τη λειτουργία του καφενείου μας με τη βοήθεια των σερβιτόρων μας, έως ότου αρρώστησε και πέρασε στα χέρια του αδελφού μου Σιρούν, υπό τη διεύθυνση του οποίου λειτούργησε από το 1983 έως το 1997, ασφαλώς και με τη δική μου βοήθεια.

Τόσο όταν το ανέλαβε η μητέρα μου, όσο και όταν το δουλεύαμε με τον αδελφό μου, το παγωτό καϊμάκι δεν έλλειψε ούτε στιγμή από το καφενείο μας. Ήτανε βλέπετε μια «οικογενειακή υπόθεση».

Ο πατέρας μου, μας είχε μάθει να δοκιμάζουμε και να ελέγχουμε τη γνησιότητα του γάλακτος, ως εξής: εάν λίγες σταγόνες του «κάθονταν» σαν μπαλάκι επάνω στα νύχια των χεριών μας, απεδείκνυαν την αγνότητα και την υψηλή ποιότητά του.

Γύρω στο 1994-1995, προσθέσαμε και την πίτσα στα προσφερόμενα προϊόντα μας, κατ’ απαίτηση των πελατών μας. Επίσης, ο αίθριος χώρος, τον οποίον νοικιάζαμε μόνον εμείς, παραχωρήθηκε από τον Δήμο κατά το ήμισυ στο διπλανό μας μαγαζί (πιτσαρία), το οποίο λειτουργεί περίπου από τις αρχές του 1980.

Το 1997, ο Σιρούν πούλησε το μαγαζί μας. Οι δύο νέοι ιδιοκτήτες, ο Γιάννης και ο Τάκης, είναι παιδιά τα οποία εργάζονταν πολλά χρόνια μαζί μας. Τους παραχωρήσαμε την επωνυμία του καφενείου μας «ΑΝΤΡΑΝΙΚ» και τους δώσαμε και τη συνταγή, προκειμένου να παρασκευάζουν με τον πατροπαράδοτο τρόπο το παγωτό καϊμάκι.

Πρέπει να σας πω, ότι κάποια χρόνια αφ’ ότου δώσαμε το μαγαζί είχα πάει στην Κέρκυρα και δοκίμασα το παγωτό, επισκέφθηκα και το εργαστήριο και με ιδιαίτερη ικανοποίηση διαπίστωσα ότι η παρασκευή του εξακολουθούσε να βασίζεται στη συνταγή μας, πράγμα που εύχομαι να ισχύσει και στο μέλλον, διότι με αυτόν τον τρόπο και σε συνδυασμό με το όνομα του καταστήματος, καθώς και με την έως σήμερα ανηρτημένη φωτογραφία την οποία με πολύ σεβασμό έχουν διατηρήσει οι νέοι ιδιοκτήτες, θα αισθάνομαι ότι ο πατέρας μου πλανάται σαν ένα καλό πνεύμα στον χώρο αυτό όπου μόχθησε, δημιούργησε και αγάπησε τόσο πολύ».

Αγαπητοί αναγνώστες, ο υπότιτλος του άρθρου αυτού είναι παράφραση του γνωστού βιβλίου της THEA HALO «Ούτε το όνομά μου». Τον αντιστρέψαμε σε: «Μόνο το όνομά του» και δεν μπορούμε παρά να ενώσουμε την ευχή μας με αυτήν της κας Ζαρμουή, ώστε να παραμείνει στο διηνεκές το όνομα «ΑΝΤΡΑΝΙΚ» στο συγκεκριμένο κατάστημα, για να θυμίζει στους περαστικούς ότι: «... Αρμένιοι διαβήκαν κι από εδώ ....».

Κλείνοντας - και για την ιστορία - θα θέλαμε να σας πούμε ότι ο κερκυραϊκός Τύπος της εποχής, με τη γνωστοποίηση του θανάτου του Αντρανίκ Καπικιάν, αφιέρωσε επί μία περίπου εβδομάδα άρθρα του στη μνήμη του συμπατριώτη μας. Επιλέξαμε και σας μεταφέρουμε δύο από τα δημοσιευμένα αφιερώματα.

 

 


Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 77 επισκέπτες συνδεδεμένους