Τα απομεινάρια ενός παλιού αρμενικού χωριού κοντά στην Άγκυρα Εκτύπωση E-mail

stanoz

Χαρούτ Σασουνιάν - The California Courier
Μετάφραση: Αγκόπ Χανικιάν
Ιανουάριος- Μάιος 2020, τεύχος 103

Ο Αργκούν Κονούκ (Argun Konuk), ένας 24χρονος Τούρκος λάτρης της ιστορίας και των ταξιδιών, εξέδωσε πρόσφατα ένα άρθρο σχετικά με το αρμενικό χωριό Στανόζ, το οποίο βρίσκεται κοντά στην πρωτεύουσα της Άγκυρας. Ο Κονούκ ανέφερε πως «το Στανόζ ανθούσε κατά την οθωμανική περίοδο, ενώ σήμερα έχουν απομείνει μόνο ερείπια. Παλιά αρμενικά χειρόγραφα αναφέρουν πως οι πρώτοι κάτοικοι του Στανόζ ήρθαν από την Κιλικία τον 15ο αιώνα. Σύμφωνα με τα κρατικά αρχεία, ο πληθυσμός του χωριού ήταν αμιγώς αρμενικός, και πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αριθμούσε 3142 άτομα (668 οικογένειες). Έως και την εγκατάλειψή του, στο Στανόζ όλοι μιλούσαν μονάχα την αρμενική γλώσσα».
Οι κάτοικοι του Στανόζ υπήρξαν επιδέξιοι τεχνίτες στην κατασκευή χειροποίητων χαλιών, κεντημάτων και την επεξεργασία δερμάτων. Κατασκεύαζαν έναν ειδικό τύπο υφάσματος από τρίχωμα κατσικιών, το οποίο είχε μεγάλη ζήτηση στις αγορές της Ευρώπης. Οι κάτοικοι του χωριού υπήρξαν επίσης εξαιρετικοί γνώστες της γεωργίας, της εκτροφής βοοειδών αλλά και των οικοδομικών κατασκευών.
Ο Κονούκ ανέφερε επίσης πως, δυστυχώς, τα μόνα που έχουν απομείνει σήμερα στο Στανόζ είναι το νεκροταφείο, μια πέτρινη γέφυρα και τα απομεινάρια μιας αρμενικής εκκλησίας. Όλα έχουν υποστεί σημαντικές ζημιές, κυρίως από Τούρκους τυμβωρύχους και κυνηγούς θησαυρών, ενώ η έκταση του νεκροταφείου συρρικνώνεται συνεχώς από τους Τούρκους γείτονες που καταπατούν τον ιερό χώρο.
Το Στανόζ έχει αναφερθεί από πολλούς ταξιδιώτες-περιηγητές στο πέρασμα των αιώνων. Τον 18ο αιώνα, ο Φρέντερικ Μπάρναμπι (Βρετανός αξιωματικός) αναφέρει πως κατά την επίσκεψή του στο Στανόζ και κατόπιν συνομιλίας με έναν από τους Αρμένιους ιερείς του χωριού, πληροφορήθηκε πως οι κάτοικοι ζουν αρμονικά με ανθρώπους άλλων θρησκειών, όπως οι μουσουλμάνοι και οι Εβραίοι. Ο Κονούκ ανέφερε επίσης πως «ο διάσημος Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Σελεμπί (Evliya Celebi) αναφέρει σημαντικά δεδομένα για το χωριό μετά την επίσκεψή του το 1643. Ενδεικτικά, ανέφερε πως το Στανόζ ήταν πλούσιο χωριό με εντυπωσιακή παραγωγικότητα, διέθετε περί τα χίλια σπίτια, μεγάλη αγορά, τούρκικο λουτρό, καθώς επίσης και κοινόχρηστο πλυντήριο».
Το Στανόζ φιλοξενούσε τρεις εκκλησίες: την εκκλησία του Αγίου Σωτήρος (Σουρπ Πργκιτς), την εκκλησία των Σαράντα Βρεφών (Καρασούν Μανούκ), καθώς και μία ευαγγελική εκκλησία. Επίσης, διέθετε δύο σχολεία: το Σχολείο Αγίου Γεβοντιάν (Σουρπ Γεβοντιάν), με 140 αγόρια και 40 κορίτσια, καθώς και το Σχολείο Λουσινιάν, με 50 αγόρια και 35 κορίτσια.
Εξαιτίας της Γενοκτονίας των Αρμενίων από την Οθωμανική Τουρκία, οι περισσότεροι κάτοικοι του Στανόζ σφαγιάστηκαν ή αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, αφήνοντας πίσω τους ένα χωριό φάντασμα.
Σήμερα, ο Κονούκ βρήκε μόνο τρεις Αρμένιους κατοίκους στο Στανόζ.
Ο Κεβόρκ Μπαλαμιάν, που γεννήθηκε εκεί, του ανέφερε πως «το Στανόζ είχε περί τα 1200 σπίτια και συνολικό πληθυσμό μεταξύ 7-8 χιλιάδων. Οι Οθωμανοί υπολόγιζαν πολύ το Στανόζ. Την εποχή εκείνη, ο αρμενικός πληθυσμός του χωριού μετανάστευσε σε μεγαλύτερες πόλεις, όπως η Κωνσταντινούπολη, η Μασσαλία και η Βηρυτός.
Μονάχα εγώ, η σύζυγός μου, η οποία είχε έρθει από το Χατάι, και η κόρη μας ζούμε στην περιοχή. Επισκέπτομαι το Στανόζ τακτικά, μιας και διαθέτω ένα κτήμα και έναν αμπελώνα. Κάποιοι χρυσοθήρες έρχονται από καιρό σε καιρό με στόχο να λεηλατήσουν οτιδήποτε πολύτιμο βρουν. Ωστόσο, με φοβούνται τόσο πολύ που τις περισσότερες φορές εγκαταλείπουν τις προσπάθειές τους. Υπάρχουν ακόμα κάποιοι τάφοι, τους οποίους συνεχίζω να φροντίζω».
Ένας γέρος Τούρκος είπε στον Κουνούκ:
«Όλοι μας μεγαλώσαμε μαζί με Αρμένιους και πηγαίναμε στα ίδια σχολεία. Εκείνη την εποχή, εάν πεινούσες, μπορούσες χωρίς σκέψη να χτυπήσεις την πόρτα οποιουδήποτε Αρμένιου για να ζητήσεις και να λάβεις τροφή, χωρίς προβλήματα διακρίσεων. Κάναμε τα πάντα μαζί. Υπήρχε ένας Αρμένιος ιατρός με το όνομα Μιχράν Κιρεμιτσί (Mihran Kiremitchi). Κάθε παιδί που είχε γεννηθεί στην περιοχή του χρωστά πάρα πολλά, μιας και φρόντιζε να μας γιατρεύει όλους, ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής ή κοινωνικής τάξης. Μάλιστα δεν τον είχαμε δει ποτέ να ζητά χρήματα από κανέναν. Και πάλι, γάμοι, κηδείες και οτιδήποτε άλλο το κάναμε από κοινού με τους Αρμένιους.
Γιορτάζαμε μαζί, ακόμα και τις θρησκευτικές εορτές μας. Συνήθιζαν να βάφουν κόκκινα τα αυγά το Πάσχα, ενώ εμείς θυσιάζαμε αρνιά. Μας λείπουν πολύ».
Ένας Αρμένιος με το όνομα Μ. Σουριάν έγραψε στην αρμενική εφημερίδα «Αραβόντ» (Ξημέρωμα) στις 28 Απριλίου 1919: «Κάποια σπίτια Αρμενίων που εκδιώχτηκαν κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου υπέστησαν εκτεταμένες λεηλασίες και κλοπές.
Μεγάλος αριθμός Αλβανών και Βοσνίων εγκαταστάθηκαν στα άδεια σπίτια των Αρμενίων. Οι νέοι αυτοί κάτοικοι του χωριού συνέχισαν το καταστροφικό τους έργο αποξηλώνοντας οτιδήποτε ξύλινο από τα σπίτια, όπως δοκάρια και πατώματα, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουν ως καυσόξυλα. Προχώρησαν ωστόσο και ένα βήμα παραπάνω. Αντί να κόβουν ξύλα από το κοντινό δάσος, έκοβαν τα οπωροφόρα δέντρα μέσα από τους κήπους και τις αυλές των σπιτιών. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των ενεργειών ήταν πραγματικά απογοητευτικό, μιας και μετέτρεψε ένα πανέμορφο χωριό σε ερείπια.
Την ίδια ακριβώς τύχη είχε και το Γκραντζ Καρ, ένα μικρό αρμενικό χωριό με μόλις είκοσι σπίτια που βρισκόταν μία ώρα μακριά από το Στανόζ».
Ο Κονούκ νιώθει πολύ προσβεβλημένος από τους τυμβωρύχους συμπατριώτες του που βεβήλωσαν την ιερότητα του αρμενικού νεκροταφείου και αναφέρει: «Το νεκροταφείο είναι σε τόσο άθλια κατάσταση που μπορείς να δεις παντού κατεστραμμένες ταφόπλακες και ανθρώπινα οστά σκορπισμένα γύρω από τους τάφους που λεηλάτησαν οι τυμβωρύχοι.
Οι ταφόπλακες αυτές είναι ανεκτίμητης αξίας, καθώς καθεμία από αυτές αντιπροσωπεύει μια ξεχωριστή ιστορική στιγμή, και η τωρινή τους κατάσταση είναι πραγματικά αποκαρδιωτική. Είναι ιδιαίτερης σημασίας πως ακόμα και σήμερα, μετά την καταστροφική μανία του χρόνου -και ιδιαίτερα των ανθρώπων- μπορείς να βρεις τεχνουργήματα και ιστορικής αξίας αντικείμενα διασκορπισμένα σε όλο τον χώρο.
Για μένα, ωστόσο, το πιο εξοργιστικό είναι τα διασκορπισμένα ανθρώπινα οστά. Με την ελπίδα να ανακαλύψουν χρυσό ή άλλα πολύτιμα αντικείμενα, οι τυμβωρύχοι σκάβουν παράνομα τους τάφους και πετούν τα ανθρώπινα οστά των Αρμενίων ολόγυρα. Χωρίς αμφιβολία, αυτές είναι ενέργειες υπέρμετρης απανθρωπιάς και ασέβειας».
Ο Κονούκ τελειώνει την αφήγησή του με τα εξής, από καρδιάς, λόγια: «Εμείς οι Τούρκοι ζήσαμε μαζί με τους Αρμένιους για αιώνες, και πιστεύω πως ο χώρος αυτός θα πρέπει να χαίρει της ίδιας προσοχής αλλά και σεβασμού με κάθε άλλο τουρκικό νεκροταφείο. Παραβλέποντας την εθνική καταγωγή ή τη θρησκευτική πίστη του καθενός, το τουρκικό κράτος όφειλε να πάρει μέτρα για την προστασία και τη διαφύλαξη της ιστορίας του Στανόζ.
Δυστυχώς, το μέλλον του χωριού φαντάζει αβέβαιο. Είναι αξιοσημείωτο αλλά και λυπηρό που αυτός ο παλαιός και σημαντικός οικισμός συνεχίζει να αφανίζεται έως τις μέρες μας. Απόδειξη αυτού υπήρξε η δεύτερη επίσκεψή μου στο Στανόζ, πέντε μήνες μετά την πρώτη, όταν με έκπληξη διαπίστωσα πως πολλές από τις ταφόπλακες που είχα δει έλειπαν ολότελα από τον χώρο! Οι Αρμένιοι του Στανόζ υπήρξαν συγγενείς μας.
Ποιος άραγε γνωρίζει τι ιστορίες αλλά και μυστικά θα μπορούσαμε να μάθουμε από αυτούς. Δυστυχώς, δε θα τα μάθουμε ποτέ».

Share
 

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

"Δέχομαι"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ


διαφήμιση στο αρμενικά

armenian community

Online Επισκέπτες

Έχουμε 26 επισκέπτες συνδεδεμένους